Ψυχοφελή μηνύματα...
Συντονιστής: Συντονιστές
-
toula
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 51512
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
- Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
«Ἐπὶ σοὶ Χαίρει, Κεχαριτωμένη. Πᾶσα ἡ κτίσις»
«Ὡς ἐμψύχῳ Θεοῦ κιβωτῷ ψαυέτω μηδαμῶς χεὶρ ἀμυήτων· χείλη δὲ πιστῶν τὴ Θεοτόκῳ ἀσιγήτως φωνὴν τοῦ ἀγγέλου ἀναμέλποντα, ἐν ἀγαλλιάσει βοάτω· Ὄντως ἀνωτέρα πάντων ὑπάρχεις, Παρθένε ἁγνή». «Ἐσένα ποὺ εἶσαι ζωντανὴ κιβωτὸς τοῦ Θεοῦ, ἂς μὴ σὲ ἀγγίζει ὁλότελα χέρι ἄπιστο, ἀλλὰ χείλια πιστὰ ἂς ψάλλουνε δίχως νὰ σωπάσουνε τὴ φωνὴ τοῦ ἀγγέλου (ὁ ὑμνωδὸς θέλει νὰ πεῖ τὴ φωνὴ τοῦ ἀρχαγγέλου Γαβριήλ, ποὺ εἶπε «εὐλογημένη σὺ ἐν γυναιξί») κι ἂς κράζουνε: «Ἀληθινά, εἶσαι ἀνώτερη ἀπ᾿ ὅλα Παρθένε ἁγνή».
Ἀλλοίμονο! Ἀμύητοι, ἄπιστοι, ἀκατάνυχτοι, εἴμαστε οἱ πιὸ πολλοὶ σήμερα, τώρα ποὺ ἔπρεπε νὰ προσπέσουμε μὲ δάκρυα καυτερὰ στὴν Παναγία καὶ νὰ ποῦμε μαζὶ μὲ τὸ Θεόδωρο Δούκα τὸ Λάσκαρη, ποὺ σύνθεσε μὲ συντριμένη καρδιὰ τὸν παρακλητικὸ κανόνα:
«Ἐκύκλωσαν αἱ τοῦ βίου μὲ ζάλαι ὥσπερ μέλισσαι κηρίον, Παρθένε». «Σὰν τὰ μελίσσια ποὺ τριγυρίζουνε γύρω στὴν κερήθρα, ἔτσι κ᾿ ἐμένα μὲ ζώσανε οἱ ζαλάδες τῆς ζωῆς καὶ πέσανε ἀπάνω στὴν καρδιά μου καὶ τὴν κατατρυπᾶνε μὲ τὶς φαρμακερὲς σαγίτες τους. Ἄμποτε, Παναγιά μου, νὰ σὲ βρῶ βοηθό, νὰ μὲ γλύτωσεις ἀπὸ τὰ βάσανα».
Μὰ ποιὸς ἀπό μας γυρεύει βοήθεια ἀπὸ τὴν Παναγία, ἀπὸ τὸν Χριστὸ κι᾿ ἀπὸ τοὺς ἁγίους; Γυρεύουμε βoήθεια ἀπὸ τὸ κάθε τί, παρεκτῶς ἀπὸ τὸ Θεό.
Ἀλλὰ τί βοήθεια μποροῦνε νὰ δώσουνε στὸν ἄνθρωπο τὰ εἴδωλα τὰ λεγόμενα «ἐπιστήμη» καὶ «τέχνη»;
Ὁ ἅγιος Ἰσαὰκ ὁ ἀναχωρητὴς λέγει:
«Σ᾿ ὅλους τοὺς δρόμους ποὺ πορεύονται οἱ ἄνθρωποι σὲ τοῦτον τὸν κόσμο δὲv βρίσκουνε σὲ κανένα τὴν εἰρήνη, ὡς ποὺ vα σιμώσουμε στὴν ἐλπίδα τοῦ Θεοῦ. Μὰ ἀλλοίμονο οἱ πιὸ πολλοὶ ἄvθρωποι εἶναι «οἱ μὴ ἔχοντες ἐλπίδα» ὅπως λέγει ὁ Παῦλος. Ὅποιος δὲν ἔχει τὴν πίστη μέσα στὴν καρδιά του, τί ἐλπίδα μπορεῖ νἄχει; Ὅπου ν᾿ ἀκουμπήσει ὅλα εἶναι σάπια.
Γι᾿ αὐτὸ κι᾿ ὁ ὑμνογράφος ποὺ εἴπαμε, λέγει στὴν Παναγία: «Ἀπορήσας ἐκ πάντων, ὀδυνηρῶς κράζω σοι· πρόφθασον, θερμὴ προστασία, καὶ τὴν βοήθειαν δός μοι τῷ δούλῳ σου τῷ ταπεινῷ καὶ ἀθλίω». «Ὅλα, λέγει τὰ δοκίμασα, μὰ κανένα πράγμα δὲ μπόρεσε vα μὲ ξαλαφρώσει. Γιὰ τοῦτο φωνάζω Ἐσένα μὲ θρῆνο πικρόν, καὶ λέγω: Πρόφταξε καὶ δόσε τὴ βοήθειά σου σὲ μένα τὸν ταπεινὸ κι᾿ ἄθλιο δοῦλο σου».
Ἡ Παναγία εἶναι ἡ ἐλπίδα τῶν ἀπελπισμένων, ἡ χαρὰ τῶν πικραμένων, τὸ ραβδὶ τῶν τυφλῶν, ἡ ἄγκυρα τῶν θαλασσοδαρμένων, ἡ μάνα τῶν ὀρφανεμένων. Ἡ θρησκεία τοῦ Χριστοῦ εἶναι πονεμένη θρησκεία, ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς καρφώθηκε ἀπάνω στὸ ξύλο: κ᾿ ἡ μητέρα του ἡ Παναγία πέρασε κάθε λύπη σὲ τοῦτον τὸν κόσμο.
Γι᾿ αὐτὸ καταφεύγουμε σὲ Κεiνη ποὺ τὴν εἴπανε οἱ πατεράδες μας: «Καταφυγή»,«Σκέπη τοῦ κόσμου», «Γοργοεπήκοο», «Γρηγοροῦσα»,«Ὀξεία ἀντίληψη»,«Ἐλεοῦσα», «Ὁδηγήτρια», «Παρηγορίτισσα» καὶ χίλια ἄλλα ὀνόματα, ποὺ δὲν βγήκανε ἔτσι ἁπλὰ ἀπὸ τὰ στόματα, ἀλλὰ ἀπὸ τὶς καρδιὲς ποὺ πιστεύανε καὶ ποὺ πονούσανε. Μονάχα στὴν Ἑλλάδα προσκυνιέται ἡ Παναγία μὲ τὸν πρεπούμενο τρόπο ἤγουν μὲ δάκρυα μὲ πόνο καὶ μὲ ταπεινὴ ἀγάπη.
Γιατὶ ἡ Ἑλλάδα εἶναι τόπος πονεμένος, χαροκαμένος, βασανισμένος ἀπὸ κάθε λογὴς βάσανο. Κι᾿ ἀπὸ τούτη τὴν αἰτία τὸ ἔθνος μας στὰ σκληρὰ τὰ χρόνια βρίσκει παρηγοριὰ καὶ στήριγμα στὰ ἁγιασμένα μυστήρια της ὀρθόδοξης θρησκείας μας, καὶ παραπάνω ἀπὸ ὅλα στὸ Σταυρωμένο τὸ Χριστὸ καὶ στὴ χαροκαμένη μητέρα του, ποὺ πέρασε τὴν καρδιά της σπαθὶ δίκοπο.
Σὲ ἄλλες χῶρες τραγουδᾶνε τὴν Παναγία μὲ τραγούδια κοσμικά, σὰν νἆναι καμιὰ φιληνάδα τους, μὰ ἐμεῖς τὴν ὑμνολογοῦμε μὲ κατάνυξη βαθειά, θαρρετὰ μὰ μὲ συστολή, μὲ ἀγάπη μὰ καὶ μὲ σέβας,σὰν μητέρα μας μὰ καὶ σὰν μητέρα τοῦ Θεοῦ μας. Ἀνοίγουμε τὴν καρδιά μας νὰ τὴ δεῖ τί ἔχει μέσα καὶ νὰ μᾶς συμπονέσει.
Ἡ Παναγία εἶναι ἡ πικραμένη χαρὰ τῆς Ὀρθοδοξίας, «τὸ χαροποιὸν πένθος», «ἡ χαρμολύπη» μας, «ὁ ποταμὸς ὁ γλυκερὸς τοῦ ἐλέους», «ὁ χρυσοπλοκώτατος πύργος καὶ ἡ δωδεκάτειχος πόλις». Ἡ ὑμνωδία τῆς ἐκκλησίας μας εἶναι ἕνας παράδεισος, ἕνα μυστικὸ περιβόλι ποὺ μοσκοβολᾶ ἀπὸ λογὴς λογὴς μυρίπνοα ἄνθη, καὶ τὰ πιὸ μυρουδικά, τὰ πιὸ ἐξαίσια, εἶναι ἀφιερωμένα στὴν Παναγία. Ὅλος ὁ κόσμος θλίβεται μαζί της καὶ μαζί της χαίρεται μὲ μία χαρὰ πνευματική:
«Ἐπὶ Σοὶ χαίρει, Κεχαριτωμένη, πᾶσα ἡ κτίσις, ἀγγέλων τὸ σύστημα καὶ ἀνθρώπων τὸ γένος, ἡγιασμένε ναὲ καὶ παράδεισε λογικέ, παρθενικὸν καύχημα, ἐξ ἧς Θεὸς ἐσαρκώθη καὶ παιδίον γέγονεν ὁ πρὸ αἰώνων ὑπάρχων Θεὸς ἡμῶν».
Ἀπορεῖς τί νὰ πρωτοδιαλέξεις ἀπ᾿ αὐτὴ τὴν ὑμνολογία τῆς Θεοτόκου! Θαρρεῖς πῶς ὁ ἀγέρας, τὰ βουνά, οἱ θάλασσες τῆς Ἑλλάδας, τὰ χωριὰ οἱ πολιτεῖες, γεμίσαvε εὐωδία πνευματικὴ ἀπ᾿ αὐτὸ «τὸ χρυσοῦν θυμιατήριον», ἀπ᾿ αὐτὴ «τὴν μανναδόχον στάμνον ποὺ ἔχει μέσα «μύρον τὸ ἀκένωτον».
Οἱ γυναῖκες μας εἶναι στολισμένες μὲ τὄνομά της, τὰ βουνά μας, οἱ κάμποι, τὰ νησιά, τ᾿ ἀκροθαλάσσια εἶναι ἁγιασμένα ἀπὸ τὰ ξωκκλήσια της, τὰ καράβια μας ἔχουν γραμμένο ἀπάνω στὴ μάσκα καὶ στὴν πρύμη τὸ γλυκύτατο τ όνομά της.
Ἀληθινὰ στὴν Ἑλλάδα μας «ἐπὶ Σοὶ χαίρει, Κεχαριτωμένη, πᾶσα ἡ κτίσις», «Γιὰ Σένα, χαίρεται ὅλη ἡ πλάση. Σήμερα ποὺ κοιμήθηκες, θαρεῖς πὼς ἡ χαρὰ γίνηκε πιὸ μεγάλη, ἡ θλίψη ἄλλαξε σὲ ἀγαλλίαση, ἡ ἐλπίδα ζωήρεψε ἀντὶ νὰ ἀποσκιάσει καὶ πλημμύρησε τὶς καρδιές μας.
Σήμερα τ᾿ ἀγέρι φυσᾶ γλυκύτερα στὰ κουρασμένα πρόσωπά μας, τὰ δέντρα σὰν νὰ γενήκανε πιὸ χλωρά, τ᾿ αὐγουστιάτικο κύμα σὰν νὰ ἀρμενίζει πιὸ δροσερὸ μέσα στὸ πέλαγο καὶ ἀφρίζει φουσκωμένο ἀπὸ χαρὰ μεγάλη, τὸ κάθε τί πανήγυριζει κι᾿ ἀγάλλεται…
Ὤ! Τί θάνατος λοιπὸν εἶναι αὐτός, ποὺ γέμισε τὴν οἰκουμένη καὶ τὶς καρδές μας μὲ τὴ χαρὰ τῆς ἀθανασίας! Καὶ καλώτατα ψέλνει ὁ ὑμνωδὸς σήμερα:
«Ἐν τῇ γεννήσει τὴν παρθενίαν ἐφύλαξας, ἐν τῇ κοιμήσει τὸν κόσμον οὐ κατέλιπες, Θεοτόκε. Μετέστης πρὸς τὴν ζωήν, μήτηρ ὑπάρχουσα τῆς ζωῆς, καὶ ταῖς πρεσβείαις ταῖς σαῖς λυτρουμένη ἐκ θανάτου τὰς ψυχὰς ἡμῶν». Ἀληθινὰ λέγει καὶ σ᾿ ἕνα ἄλλο τροπάρι: «Τῇ ἀθανάτῳ σου κοιμήσει, Θεοτόκε, μῆτερ τῆς ζωῆς…».
Ἀλλὰ τὸ ξαναλέγω. Τί νὰ πεῖ κανένας πρῶτα καὶ τί ὕστερα, ἀπὸ τὰ τόσα πνευματικὰ ὑμνολογήματα ποὺ προσφέρανε οἱ ὀρθόδοξες καρδιὲς στὴν Παναγία, στὸ «Ῥόδον τὸ ἀμάραντον», ποὺ μοσκοβόλησε καὶ ἅγιασε τὴν καταβασανισμένη τὴν Ἑλλάδα!
Τὴν ὑμνολογήσανε μὲ τὰ λόγια, μὲ τὴν ψαλμωδία, μὲ τὴ ζωγραφική, μὲ τὸ σκαλισμένο ξύλο, μὲ τ᾿ ἀσήμι, μὲ τὸ μάλαμα, μὲ τὸ κηρομάστιχο, μὲ κάθε τίμιο κι᾿ ἁγιασμέvο πράγμα ποὺ μπορεῖ νὰ χρησιμέψει στὸν ἄνθρωπο γιὰ vα μπορέσει vα δείξει τὴν ἀγάπη του, τὸ σέβας του, τὴ χαρά του, τὴν πίκρα του, κι᾿ ὅτι ἄλλο ἁγνὸ αἴσθημα ἔχει μέσα στὰ φύλλα τῆς καρδιᾶς του. Τὸ νὰ πιάσει κανένας νὰ τὰ ἱστορήσει καταλεπτῶς, θὰ ἤτανε σὰν νάθελε vα μετρήσει τὸν ἄμμο τῆς θάλασσας;
Γιὰ τοῦτο ἀνθολογᾶμε λιγοστὰ λουλούδια ἀπὸ τῆς ὑμνωδίας τὸ ἁγιόκλημα «εἰς ὀσμὴν εὐωδίας πνευματικῆς».
Πρῶτα ἀπ᾿ ὅλα ἂς μεταγράψουμε λίγα λόγια ἀπὸ τὶς Καταβασίες τοῦ Ἀκαθίστου ὕμνου «Ἀνοίξω τὸ στόμα μου», ποὺ εἶναι τὸ βυζαντινώτατο, ὅλη ἡ Κωνσταντιούπολη πνευματικὰ πανηγυρίζουσα. Στοχασθεῖτε καλὰ ἐκείνη τὴν ἐξαίσια γ´ ὠδὴ ποὺ λέγει: «Τοὺς σοὺς ὑμνολόγους Θεοτόκε, ὡς ζῶσα καὶ ἄφθονος πηγή, θίασον συγκροτήσαντας πνευματικόν, στερέωσον καὶ ἐν τῇ θείᾳ δόξῃ σου στεφάνων δόξης ἀξίωσον».
Οὐράνια ἀπηχήματα!: «Τοὺς ὑμνολόγους σου, Θεοτόκε, ποὺ συγκροτήσανε ἕναν πνευματικὸ θίασο, στερέωσέ τους, Ἐσὺ ποὺ εἶσαι ζωντανὴ ὡς ἄφθονη πηγή. Καὶ μὲ τὴ θεία δόξα σου, ἀξίωσέ τους νὰ φοσέσουνε τῆς δόξας τὰ στέφανα», Ἀμὴ ἡ θ´ ὠδὴ ποὺ λέγει: «Ἅπας γηγενὴς σκιρτάτω τῷ πνεύματι λαμπαδουχούμενος· πανηγυριζέτω δὲ ἀΰλων νόων φύσις, γεραίρουσα τὰ ἱερὰ θαυμάσια τῆς θεομήτορος, καὶ βοάτω, Χαίροις, παμμακάριστε Θεοτόκε, ἁγνή, ἀειπάρθενε». Ἀμὴ ἐκείvα τὰ πανηγυρικὰ αὐτόμελα ποὺ ψέλνουνε στὸν ἑσπερινὸ τῆς Κοιμήσεως, μὲ μέλος θριαμβευτικὸ καὶ μὲ πνευματικὴ μεγαλοπρέπεια! Ποιὸς χριστιανὸς Πίνδαρος τὰ σύνθεσε, Πίνδαρος ἁγιασμένος!
«Ὢ τοῦ παραδόξου θαύματος! ἡ πηγὴ τῆς ζωῆς ἐν μνημείῳ τίθεται, καὶ κλίμαξ πρὸς oυραvὸv ὁ τάφος γίνεται! Εὐφραίνου Γεθσημανή, τῆς Θεοτόκου τὸ ἅγιον τέμενος. Βοήσωμεν οἱ πιστοί, τὸν Γαβριὴλ κεκτημένοι ταξίαρχον: Κεχαριτωμένη, χαῖρε, μετά σου ὁ Κύριος, ὁ παρέχων τῷ κόσμῳ διά Σου τὸ μέγα ἔλεος.» Ποταμὸς μέγας καὶ βουερὸς ἀναβρύζει καὶ μᾶς δροσίζει, καὶ πίνουνε νερὸ δροσερὸ ψυχὲς ξερὲς καὶ διψασμένες! Κύτταξε πάθος καὶ μεράκι ποὺ ξελοχίζει ἀπὸ καιγόμενη καρδιά!
Ὁ ὑμνωδός, ἀντὶ νὰ κλάψει γιὰ τὴν Παναγία ποὺ εἶναι μπροστά του ξαπλωμένη ἀπάνω στὴν κλίνη της, τυλιγμένη μὲ τὸ μαφόρι της μὲ κλεισμένα τὰ μάτια της ποὺ δίνανε παρηγοριὰ στὴν ἀνθρωπότητα, μὲ σταυρωμένα τὰ ἄχραντα χέρια της, ποὺ βαστάξανε τὸν Χριστὸ καὶ τὸν ἀναθρέψανε, πεθαμένη σὰν τὸν κάθε ἄνθρωπο, ἀντὶς λέγω νὰ κλάψει, ἀφοῦ πρῶτα ἀπορεῖ πῶς ἡ πηγὴ τῆς ζωῆς κείτεται στὸ μνῆμα, μονομιᾶς κράζει μὲ δάκρυα στὰ μάτια, πλὴν δάκρυα χαρᾶς:
«Εὐφραίνου Γεθσημανή, ποὺ ἔχεις θησαυρισμένο τὸ ἅγιο σκήνωμα τῆς Θεοτόκου.» Κ᾿ ὕστερα στρέφει στοὺς χριστιανοὺς ποὺ εἶναι μέσα στὴν ἐκκλησία καὶ τοὺς λέγει μὲ τὸν ἴδιο πνευματικὸ οἶστρο. «Ἂς κράξουμε ὅλοι μαζὶ στὴν Παναγία, ἔχοντας γιὰ πρωτοψάλτη τὸν ἀρχάγγελο Γαβριήλ, ποὺ τὴ χαιρέτισε μὲ τὰ ἴδια λόγια κατὰ τὴ χαρoύμενη, μέρα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ κι᾿ ἂς ποῦμε: «Κεχαριτωμένη, χαῖρε, μαζί σου εἶναι ὁ Κύριος, ποὺ δωρίζει στὸν κόσμο μὲ ἐσένα, τὸ μέγα ἔλεος».
Θάνατος δὲν ὑπάρχει ἐδῶ πέρα ποῦ εἶναι ἡ μητέρα τῆς Ζωῆς; Κι᾿ οὔτε μοιρολόγια καὶ ξόδια θρηνητερά, παρὰ χαρὰ ἀνεκλάλητη, γάμος πνευματικός, τράπεζα ἁγιασμένη ποὺ ἔχει ἀπιθωμένον ἀπάνω της τὸν ἄρτο τῆς ζωῆς καὶ τὸ κρασὶ τῆς ἀθανασίας, καὶ πίνουνὲ οἱ χριστιανοὶ καὶ μεθᾶνε ἕνα μεθύσι ἅγιο, ἁγνό, ἄμωμο καὶ δὲν βρίσκονται πιὰ μπροστὰ σἕνα λείψανο ποὺ τὸ κηδεύουνε, ἀλλὰ βρίσκονται στὴ Ναζαρέτ, στὸ σπίτι τὸ χαρούμενο καὶ τὸ μοσκοβολημένο ἀπὸ τὴν παρθενικὴ εὐωδία τῆς Παναγίας, τότε ποὺ ἤτανε δεκάξη χρονῶν, κατὰ κείνη τὴν ἡμέρα πὤγινε ὁ Εὐαγγελισμός, καὶ κράζουνε γηθόσυνα οἱ λιγόζωοι οἱ ἄνθρωποι σὰ νάναι ἀθάνατοι, μαζὶ μὲ τὸν ἀρχάγγελο Γαβριήλ: «Κεχαριτωμένη, χαῖρε, μετὰ σοῦ ὁ Κύριος!» Ἡ Κοίμησις γίνεται Εὐαγγελισμός, ἡ θλίψη μεταλλάζεται σὲ χαρά!
Ναί, Δὲν ὑπάρχει ἀληθινὴ χαρά, παρὰ μονάχα στὸ Χριστὸ κι᾿ αὐτὴ ἡ χαρὰ εἶναι ἕνα ἀμάραντο λουλούδι, πὤχει τὴ ρίζα του στὸν πόνο. Οἱ ἄλλες οἱ χαρὲς εἶναι χαρὲς ψεύτικες, χωρὶς ρίζα.
«Ἡ γυνὴ ὅταν τίκτῃ, λύπην ἔχει, ὅτι ἦλθεν ἡ ὥρα αὐτῆς. Ὅταν δὲ γεννήσῃ τὸ παιδίον, οὐκέτι μνημονεύει τῆς θλίψεως, διὰ τὴν χαρὰν ὅτι ἐγεννήθη ἄνθρωπος εἰς τὸν κόσμον.
Καὶ ὑμεῖς οὖν λύπην μὲν νῦν ἔχετε· πάλιν δὲ ὄψομαι ὑμᾶς, καὶ χαρήσεται ὑμῶν ἡ καρδία καὶ τὴν χαρὰν ὑμῶν οὐδεὶς αἴρει ἀφ᾿ ὑμῶν». Τὰ μάτια μου εἶναι θολωμένα ἀπὸ τὰ δάκρυα τώρα ποὺ γράφω αὐτὰ τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ μας.
Αὐτὰ τὰ λίγα λόγια τὰ φύλαξε ἡ ἀνθρωπότητα στὴν καρδιά της καὶ μ᾿ αὐτὰ κλαίγει καὶ μ᾿ αὐτὰ χαίρεται. Αὐτὰ τὰ λόγια γενήκανε θεμέλιο τῆς Ὀρθοδοξίας, καὶ μεταλλαχτήκανε σὲ λογῆς-λογῆς ἁγιασμένα αἰσθήματα καὶ βγήκανε ἀπὸ τὶς καιόμενες καρδιὲς τῶν ἁγίων ἀνθρώτων καὶ εὐωδιάσανε τὸν κόσμο. Ἀπὸ τὸν ἕναν γινήκανε ὕμνοι, ἀπὸ τὸν ἄλλον εἰκονίσματα, σὲ ἄλλον γινήκανε προσευχή, σὲ ἄλλον ψαλμός, σὲ ἄλλον ἐκκλησιὰ μὲ κουμπέδες καὶ μὲ ἁγιατράπεζα, σὲ ἄλλον θυσία τοῦ μάταιου κόσμου καὶ βουβὴ κατάνυξη.
Αὐτὰ τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ σταθήκανε πηγὴ καὶ ἔμπνευση καὶ γιὰ τὸ θρηνητικὸ ἀηδόνι τῆς ἔρημος, θέλω νὰ πῶ γιὰ τὸν ἅγιο Ἰωάννη τῆς Κλίμακος, σὲ ὅσα ἔγραψε γιὰ τὸ «Χαροποιὸν πένθος»: «Ὅποιος κλαίγει, λέγει αὐτὸς ὁ ἅγιος, καὶ πικραίνεται γιὰ τὸν Θεό, ἐκεῖνος ἀξιώνεται νὰ δεῖ στὴν ψυχή του τὴν oυράνια καὶ θεία παρηγοριά. Κι᾿ αὐτὴ ἡ οὐράνια παρηγοριὰ εἶναι κάποια ἀνακούφιση καὶ θεϊκὴ ἀλάφρωση, ποὺ παρηγορᾶ τὴν πονεμένη καὶ πικραμένη ψυχή, ὁποῦ θλίβεται γιατὶ χωρίσθηκε ἀπὸ τὸν Θεὸ μὲ τὶς ἁμαρτίες της. Καὶ τούτη ἡ χαριτωμένη βοήθεια ἀλλάζει τὰ πονεμένα δάκρυα τῆς ψυχῆς, ποὺ εἶναι καταφαρμακωμένη, σὲ κάποια παρηγοριὰ θαυμαστή.
Ὅποιος πορεύεται μ᾿ αὐτὴ τὴ λύπη τοῦ Θεοῦ, αὐτὸς ἀκατάπαυστα γιορτάζει κάθε μέρα κι᾿ ἀγάλλεται ἡ ψυχή του. Τοῦτο τὸ ἅγιο καὶ θεάρεστο κλάψιμο εἶναι μία λύπη ἀλησμόνητη τῆς ψυχῆς, μιὰ ὄρεξη πονεμένης καρδιᾶς, ποὺ γυρεύει μὲ μεγάλη θέρμη τὸν Θεὸ ὁποῦ τὸν ἐπιθυμὰ πάντα της.
Κράτα λοιπὸν καλὰ τὴ χαριτωμένη καὶ τὴν ἥμερη καὶ τὴν ἅγια λύπη, ποὺ κάνει τὴν ψυχή σου vα θλiβεται ἀντάμα καὶ νὰ χαίρεται. Ἐγώ, λογιάζοντας καλὰ τὴν ἐνέργεια τούτη τῆς ἅγιας κατάνυξης, ξεσταίνουμαι καὶ θαυμάζω, πὼς ἐτοῦτο ποὺ λέγεται κλάψιμο καὶ λύπη, καὶ ποὺ φαίνεται πολὺ πικρὸ κι᾿ ἀβάσταχτο, ἔχει μέσα του πλεγμένη καὶ σμιγμένη τὴ χαρά, καὶ τὴν εὐφροσύνη, ὅπως εἶναι σμιγμένο τὸ κερὶ μὲ τὸ μέλι στὴν μελόπητα.
Καὶ σέρνει ἐκείνους ποὺ τὴν ἀξιωθήκανε μὲ πόθο μεγάλον καὶ μὲ πολλὴν ἀγάπη, καὶ φοβοῦνται νὰ μὴν τὴν χάσουνε, καὶ τὴν φυλάγουνε περισσότερο ἀπ᾿ ὅσο φυλάγουνε οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι τ᾿ ἀκριβὰ πετράδια καὶ τ᾿ ἀσημοχρύσαφα.
Εἶναι μιὰ ἥμερη χαρὰ κ᾿ ἕνα θεϊκὸ χάρισμα μὲ τὸ ὁποῖο στολίζει ὁ Θεὸς τοὺς φίλους του, καὶ κάνει νὰ ἔχουνε μίαν ἀληθιvὴ χαρὰ καὶ ὄρεξη γιὰ τὸν Θεό, ποὖναι συντροφιασμένη μὲ κάποια θεραπευτικὴ λύπη ὁποῦ δὲν ἔχει μέσα της καμιὰ σαρκικὴ ἀγάπη, παρὰ μονάχα μιὰ παρηγοριὰ ἀγγελικὴ καὶ οὐράνια, μὲ τὴν ὁποία παρηγορᾶ ὁ Θεὸς κρυφὰ ἐκείνους ποὺ συντρίβουνε μὲ πόνο καὶ μὲ ταπείνωση τὴν καρδιά τους.» Ἄμποτε νὰ τὴν ἀξιωθοῦμε κ᾿ ἐμεῖς, μὲ τὴ χάρη τῆς Παναγίας ποὺ γιορτάζουμε σήμερα. Ἀμήν.
Φώτης Κόντογλου
«Ὡς ἐμψύχῳ Θεοῦ κιβωτῷ ψαυέτω μηδαμῶς χεὶρ ἀμυήτων· χείλη δὲ πιστῶν τὴ Θεοτόκῳ ἀσιγήτως φωνὴν τοῦ ἀγγέλου ἀναμέλποντα, ἐν ἀγαλλιάσει βοάτω· Ὄντως ἀνωτέρα πάντων ὑπάρχεις, Παρθένε ἁγνή». «Ἐσένα ποὺ εἶσαι ζωντανὴ κιβωτὸς τοῦ Θεοῦ, ἂς μὴ σὲ ἀγγίζει ὁλότελα χέρι ἄπιστο, ἀλλὰ χείλια πιστὰ ἂς ψάλλουνε δίχως νὰ σωπάσουνε τὴ φωνὴ τοῦ ἀγγέλου (ὁ ὑμνωδὸς θέλει νὰ πεῖ τὴ φωνὴ τοῦ ἀρχαγγέλου Γαβριήλ, ποὺ εἶπε «εὐλογημένη σὺ ἐν γυναιξί») κι ἂς κράζουνε: «Ἀληθινά, εἶσαι ἀνώτερη ἀπ᾿ ὅλα Παρθένε ἁγνή».
Ἀλλοίμονο! Ἀμύητοι, ἄπιστοι, ἀκατάνυχτοι, εἴμαστε οἱ πιὸ πολλοὶ σήμερα, τώρα ποὺ ἔπρεπε νὰ προσπέσουμε μὲ δάκρυα καυτερὰ στὴν Παναγία καὶ νὰ ποῦμε μαζὶ μὲ τὸ Θεόδωρο Δούκα τὸ Λάσκαρη, ποὺ σύνθεσε μὲ συντριμένη καρδιὰ τὸν παρακλητικὸ κανόνα:
«Ἐκύκλωσαν αἱ τοῦ βίου μὲ ζάλαι ὥσπερ μέλισσαι κηρίον, Παρθένε». «Σὰν τὰ μελίσσια ποὺ τριγυρίζουνε γύρω στὴν κερήθρα, ἔτσι κ᾿ ἐμένα μὲ ζώσανε οἱ ζαλάδες τῆς ζωῆς καὶ πέσανε ἀπάνω στὴν καρδιά μου καὶ τὴν κατατρυπᾶνε μὲ τὶς φαρμακερὲς σαγίτες τους. Ἄμποτε, Παναγιά μου, νὰ σὲ βρῶ βοηθό, νὰ μὲ γλύτωσεις ἀπὸ τὰ βάσανα».
Μὰ ποιὸς ἀπό μας γυρεύει βοήθεια ἀπὸ τὴν Παναγία, ἀπὸ τὸν Χριστὸ κι᾿ ἀπὸ τοὺς ἁγίους; Γυρεύουμε βoήθεια ἀπὸ τὸ κάθε τί, παρεκτῶς ἀπὸ τὸ Θεό.
Ἀλλὰ τί βοήθεια μποροῦνε νὰ δώσουνε στὸν ἄνθρωπο τὰ εἴδωλα τὰ λεγόμενα «ἐπιστήμη» καὶ «τέχνη»;
Ὁ ἅγιος Ἰσαὰκ ὁ ἀναχωρητὴς λέγει:
«Σ᾿ ὅλους τοὺς δρόμους ποὺ πορεύονται οἱ ἄνθρωποι σὲ τοῦτον τὸν κόσμο δὲv βρίσκουνε σὲ κανένα τὴν εἰρήνη, ὡς ποὺ vα σιμώσουμε στὴν ἐλπίδα τοῦ Θεοῦ. Μὰ ἀλλοίμονο οἱ πιὸ πολλοὶ ἄvθρωποι εἶναι «οἱ μὴ ἔχοντες ἐλπίδα» ὅπως λέγει ὁ Παῦλος. Ὅποιος δὲν ἔχει τὴν πίστη μέσα στὴν καρδιά του, τί ἐλπίδα μπορεῖ νἄχει; Ὅπου ν᾿ ἀκουμπήσει ὅλα εἶναι σάπια.
Γι᾿ αὐτὸ κι᾿ ὁ ὑμνογράφος ποὺ εἴπαμε, λέγει στὴν Παναγία: «Ἀπορήσας ἐκ πάντων, ὀδυνηρῶς κράζω σοι· πρόφθασον, θερμὴ προστασία, καὶ τὴν βοήθειαν δός μοι τῷ δούλῳ σου τῷ ταπεινῷ καὶ ἀθλίω». «Ὅλα, λέγει τὰ δοκίμασα, μὰ κανένα πράγμα δὲ μπόρεσε vα μὲ ξαλαφρώσει. Γιὰ τοῦτο φωνάζω Ἐσένα μὲ θρῆνο πικρόν, καὶ λέγω: Πρόφταξε καὶ δόσε τὴ βοήθειά σου σὲ μένα τὸν ταπεινὸ κι᾿ ἄθλιο δοῦλο σου».
Ἡ Παναγία εἶναι ἡ ἐλπίδα τῶν ἀπελπισμένων, ἡ χαρὰ τῶν πικραμένων, τὸ ραβδὶ τῶν τυφλῶν, ἡ ἄγκυρα τῶν θαλασσοδαρμένων, ἡ μάνα τῶν ὀρφανεμένων. Ἡ θρησκεία τοῦ Χριστοῦ εἶναι πονεμένη θρησκεία, ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς καρφώθηκε ἀπάνω στὸ ξύλο: κ᾿ ἡ μητέρα του ἡ Παναγία πέρασε κάθε λύπη σὲ τοῦτον τὸν κόσμο.
Γι᾿ αὐτὸ καταφεύγουμε σὲ Κεiνη ποὺ τὴν εἴπανε οἱ πατεράδες μας: «Καταφυγή»,«Σκέπη τοῦ κόσμου», «Γοργοεπήκοο», «Γρηγοροῦσα»,«Ὀξεία ἀντίληψη»,«Ἐλεοῦσα», «Ὁδηγήτρια», «Παρηγορίτισσα» καὶ χίλια ἄλλα ὀνόματα, ποὺ δὲν βγήκανε ἔτσι ἁπλὰ ἀπὸ τὰ στόματα, ἀλλὰ ἀπὸ τὶς καρδιὲς ποὺ πιστεύανε καὶ ποὺ πονούσανε. Μονάχα στὴν Ἑλλάδα προσκυνιέται ἡ Παναγία μὲ τὸν πρεπούμενο τρόπο ἤγουν μὲ δάκρυα μὲ πόνο καὶ μὲ ταπεινὴ ἀγάπη.
Γιατὶ ἡ Ἑλλάδα εἶναι τόπος πονεμένος, χαροκαμένος, βασανισμένος ἀπὸ κάθε λογὴς βάσανο. Κι᾿ ἀπὸ τούτη τὴν αἰτία τὸ ἔθνος μας στὰ σκληρὰ τὰ χρόνια βρίσκει παρηγοριὰ καὶ στήριγμα στὰ ἁγιασμένα μυστήρια της ὀρθόδοξης θρησκείας μας, καὶ παραπάνω ἀπὸ ὅλα στὸ Σταυρωμένο τὸ Χριστὸ καὶ στὴ χαροκαμένη μητέρα του, ποὺ πέρασε τὴν καρδιά της σπαθὶ δίκοπο.
Σὲ ἄλλες χῶρες τραγουδᾶνε τὴν Παναγία μὲ τραγούδια κοσμικά, σὰν νἆναι καμιὰ φιληνάδα τους, μὰ ἐμεῖς τὴν ὑμνολογοῦμε μὲ κατάνυξη βαθειά, θαρρετὰ μὰ μὲ συστολή, μὲ ἀγάπη μὰ καὶ μὲ σέβας,σὰν μητέρα μας μὰ καὶ σὰν μητέρα τοῦ Θεοῦ μας. Ἀνοίγουμε τὴν καρδιά μας νὰ τὴ δεῖ τί ἔχει μέσα καὶ νὰ μᾶς συμπονέσει.
Ἡ Παναγία εἶναι ἡ πικραμένη χαρὰ τῆς Ὀρθοδοξίας, «τὸ χαροποιὸν πένθος», «ἡ χαρμολύπη» μας, «ὁ ποταμὸς ὁ γλυκερὸς τοῦ ἐλέους», «ὁ χρυσοπλοκώτατος πύργος καὶ ἡ δωδεκάτειχος πόλις». Ἡ ὑμνωδία τῆς ἐκκλησίας μας εἶναι ἕνας παράδεισος, ἕνα μυστικὸ περιβόλι ποὺ μοσκοβολᾶ ἀπὸ λογὴς λογὴς μυρίπνοα ἄνθη, καὶ τὰ πιὸ μυρουδικά, τὰ πιὸ ἐξαίσια, εἶναι ἀφιερωμένα στὴν Παναγία. Ὅλος ὁ κόσμος θλίβεται μαζί της καὶ μαζί της χαίρεται μὲ μία χαρὰ πνευματική:
«Ἐπὶ Σοὶ χαίρει, Κεχαριτωμένη, πᾶσα ἡ κτίσις, ἀγγέλων τὸ σύστημα καὶ ἀνθρώπων τὸ γένος, ἡγιασμένε ναὲ καὶ παράδεισε λογικέ, παρθενικὸν καύχημα, ἐξ ἧς Θεὸς ἐσαρκώθη καὶ παιδίον γέγονεν ὁ πρὸ αἰώνων ὑπάρχων Θεὸς ἡμῶν».
Ἀπορεῖς τί νὰ πρωτοδιαλέξεις ἀπ᾿ αὐτὴ τὴν ὑμνολογία τῆς Θεοτόκου! Θαρρεῖς πῶς ὁ ἀγέρας, τὰ βουνά, οἱ θάλασσες τῆς Ἑλλάδας, τὰ χωριὰ οἱ πολιτεῖες, γεμίσαvε εὐωδία πνευματικὴ ἀπ᾿ αὐτὸ «τὸ χρυσοῦν θυμιατήριον», ἀπ᾿ αὐτὴ «τὴν μανναδόχον στάμνον ποὺ ἔχει μέσα «μύρον τὸ ἀκένωτον».
Οἱ γυναῖκες μας εἶναι στολισμένες μὲ τὄνομά της, τὰ βουνά μας, οἱ κάμποι, τὰ νησιά, τ᾿ ἀκροθαλάσσια εἶναι ἁγιασμένα ἀπὸ τὰ ξωκκλήσια της, τὰ καράβια μας ἔχουν γραμμένο ἀπάνω στὴ μάσκα καὶ στὴν πρύμη τὸ γλυκύτατο τ όνομά της.
Ἀληθινὰ στὴν Ἑλλάδα μας «ἐπὶ Σοὶ χαίρει, Κεχαριτωμένη, πᾶσα ἡ κτίσις», «Γιὰ Σένα, χαίρεται ὅλη ἡ πλάση. Σήμερα ποὺ κοιμήθηκες, θαρεῖς πὼς ἡ χαρὰ γίνηκε πιὸ μεγάλη, ἡ θλίψη ἄλλαξε σὲ ἀγαλλίαση, ἡ ἐλπίδα ζωήρεψε ἀντὶ νὰ ἀποσκιάσει καὶ πλημμύρησε τὶς καρδιές μας.
Σήμερα τ᾿ ἀγέρι φυσᾶ γλυκύτερα στὰ κουρασμένα πρόσωπά μας, τὰ δέντρα σὰν νὰ γενήκανε πιὸ χλωρά, τ᾿ αὐγουστιάτικο κύμα σὰν νὰ ἀρμενίζει πιὸ δροσερὸ μέσα στὸ πέλαγο καὶ ἀφρίζει φουσκωμένο ἀπὸ χαρὰ μεγάλη, τὸ κάθε τί πανήγυριζει κι᾿ ἀγάλλεται…
Ὤ! Τί θάνατος λοιπὸν εἶναι αὐτός, ποὺ γέμισε τὴν οἰκουμένη καὶ τὶς καρδές μας μὲ τὴ χαρὰ τῆς ἀθανασίας! Καὶ καλώτατα ψέλνει ὁ ὑμνωδὸς σήμερα:
«Ἐν τῇ γεννήσει τὴν παρθενίαν ἐφύλαξας, ἐν τῇ κοιμήσει τὸν κόσμον οὐ κατέλιπες, Θεοτόκε. Μετέστης πρὸς τὴν ζωήν, μήτηρ ὑπάρχουσα τῆς ζωῆς, καὶ ταῖς πρεσβείαις ταῖς σαῖς λυτρουμένη ἐκ θανάτου τὰς ψυχὰς ἡμῶν». Ἀληθινὰ λέγει καὶ σ᾿ ἕνα ἄλλο τροπάρι: «Τῇ ἀθανάτῳ σου κοιμήσει, Θεοτόκε, μῆτερ τῆς ζωῆς…».
Ἀλλὰ τὸ ξαναλέγω. Τί νὰ πεῖ κανένας πρῶτα καὶ τί ὕστερα, ἀπὸ τὰ τόσα πνευματικὰ ὑμνολογήματα ποὺ προσφέρανε οἱ ὀρθόδοξες καρδιὲς στὴν Παναγία, στὸ «Ῥόδον τὸ ἀμάραντον», ποὺ μοσκοβόλησε καὶ ἅγιασε τὴν καταβασανισμένη τὴν Ἑλλάδα!
Τὴν ὑμνολογήσανε μὲ τὰ λόγια, μὲ τὴν ψαλμωδία, μὲ τὴ ζωγραφική, μὲ τὸ σκαλισμένο ξύλο, μὲ τ᾿ ἀσήμι, μὲ τὸ μάλαμα, μὲ τὸ κηρομάστιχο, μὲ κάθε τίμιο κι᾿ ἁγιασμέvο πράγμα ποὺ μπορεῖ νὰ χρησιμέψει στὸν ἄνθρωπο γιὰ vα μπορέσει vα δείξει τὴν ἀγάπη του, τὸ σέβας του, τὴ χαρά του, τὴν πίκρα του, κι᾿ ὅτι ἄλλο ἁγνὸ αἴσθημα ἔχει μέσα στὰ φύλλα τῆς καρδιᾶς του. Τὸ νὰ πιάσει κανένας νὰ τὰ ἱστορήσει καταλεπτῶς, θὰ ἤτανε σὰν νάθελε vα μετρήσει τὸν ἄμμο τῆς θάλασσας;
Γιὰ τοῦτο ἀνθολογᾶμε λιγοστὰ λουλούδια ἀπὸ τῆς ὑμνωδίας τὸ ἁγιόκλημα «εἰς ὀσμὴν εὐωδίας πνευματικῆς».
Πρῶτα ἀπ᾿ ὅλα ἂς μεταγράψουμε λίγα λόγια ἀπὸ τὶς Καταβασίες τοῦ Ἀκαθίστου ὕμνου «Ἀνοίξω τὸ στόμα μου», ποὺ εἶναι τὸ βυζαντινώτατο, ὅλη ἡ Κωνσταντιούπολη πνευματικὰ πανηγυρίζουσα. Στοχασθεῖτε καλὰ ἐκείνη τὴν ἐξαίσια γ´ ὠδὴ ποὺ λέγει: «Τοὺς σοὺς ὑμνολόγους Θεοτόκε, ὡς ζῶσα καὶ ἄφθονος πηγή, θίασον συγκροτήσαντας πνευματικόν, στερέωσον καὶ ἐν τῇ θείᾳ δόξῃ σου στεφάνων δόξης ἀξίωσον».
Οὐράνια ἀπηχήματα!: «Τοὺς ὑμνολόγους σου, Θεοτόκε, ποὺ συγκροτήσανε ἕναν πνευματικὸ θίασο, στερέωσέ τους, Ἐσὺ ποὺ εἶσαι ζωντανὴ ὡς ἄφθονη πηγή. Καὶ μὲ τὴ θεία δόξα σου, ἀξίωσέ τους νὰ φοσέσουνε τῆς δόξας τὰ στέφανα», Ἀμὴ ἡ θ´ ὠδὴ ποὺ λέγει: «Ἅπας γηγενὴς σκιρτάτω τῷ πνεύματι λαμπαδουχούμενος· πανηγυριζέτω δὲ ἀΰλων νόων φύσις, γεραίρουσα τὰ ἱερὰ θαυμάσια τῆς θεομήτορος, καὶ βοάτω, Χαίροις, παμμακάριστε Θεοτόκε, ἁγνή, ἀειπάρθενε». Ἀμὴ ἐκείvα τὰ πανηγυρικὰ αὐτόμελα ποὺ ψέλνουνε στὸν ἑσπερινὸ τῆς Κοιμήσεως, μὲ μέλος θριαμβευτικὸ καὶ μὲ πνευματικὴ μεγαλοπρέπεια! Ποιὸς χριστιανὸς Πίνδαρος τὰ σύνθεσε, Πίνδαρος ἁγιασμένος!
«Ὢ τοῦ παραδόξου θαύματος! ἡ πηγὴ τῆς ζωῆς ἐν μνημείῳ τίθεται, καὶ κλίμαξ πρὸς oυραvὸv ὁ τάφος γίνεται! Εὐφραίνου Γεθσημανή, τῆς Θεοτόκου τὸ ἅγιον τέμενος. Βοήσωμεν οἱ πιστοί, τὸν Γαβριὴλ κεκτημένοι ταξίαρχον: Κεχαριτωμένη, χαῖρε, μετά σου ὁ Κύριος, ὁ παρέχων τῷ κόσμῳ διά Σου τὸ μέγα ἔλεος.» Ποταμὸς μέγας καὶ βουερὸς ἀναβρύζει καὶ μᾶς δροσίζει, καὶ πίνουνε νερὸ δροσερὸ ψυχὲς ξερὲς καὶ διψασμένες! Κύτταξε πάθος καὶ μεράκι ποὺ ξελοχίζει ἀπὸ καιγόμενη καρδιά!
Ὁ ὑμνωδός, ἀντὶ νὰ κλάψει γιὰ τὴν Παναγία ποὺ εἶναι μπροστά του ξαπλωμένη ἀπάνω στὴν κλίνη της, τυλιγμένη μὲ τὸ μαφόρι της μὲ κλεισμένα τὰ μάτια της ποὺ δίνανε παρηγοριὰ στὴν ἀνθρωπότητα, μὲ σταυρωμένα τὰ ἄχραντα χέρια της, ποὺ βαστάξανε τὸν Χριστὸ καὶ τὸν ἀναθρέψανε, πεθαμένη σὰν τὸν κάθε ἄνθρωπο, ἀντὶς λέγω νὰ κλάψει, ἀφοῦ πρῶτα ἀπορεῖ πῶς ἡ πηγὴ τῆς ζωῆς κείτεται στὸ μνῆμα, μονομιᾶς κράζει μὲ δάκρυα στὰ μάτια, πλὴν δάκρυα χαρᾶς:
«Εὐφραίνου Γεθσημανή, ποὺ ἔχεις θησαυρισμένο τὸ ἅγιο σκήνωμα τῆς Θεοτόκου.» Κ᾿ ὕστερα στρέφει στοὺς χριστιανοὺς ποὺ εἶναι μέσα στὴν ἐκκλησία καὶ τοὺς λέγει μὲ τὸν ἴδιο πνευματικὸ οἶστρο. «Ἂς κράξουμε ὅλοι μαζὶ στὴν Παναγία, ἔχοντας γιὰ πρωτοψάλτη τὸν ἀρχάγγελο Γαβριήλ, ποὺ τὴ χαιρέτισε μὲ τὰ ἴδια λόγια κατὰ τὴ χαρoύμενη, μέρα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ κι᾿ ἂς ποῦμε: «Κεχαριτωμένη, χαῖρε, μαζί σου εἶναι ὁ Κύριος, ποὺ δωρίζει στὸν κόσμο μὲ ἐσένα, τὸ μέγα ἔλεος».
Θάνατος δὲν ὑπάρχει ἐδῶ πέρα ποῦ εἶναι ἡ μητέρα τῆς Ζωῆς; Κι᾿ οὔτε μοιρολόγια καὶ ξόδια θρηνητερά, παρὰ χαρὰ ἀνεκλάλητη, γάμος πνευματικός, τράπεζα ἁγιασμένη ποὺ ἔχει ἀπιθωμένον ἀπάνω της τὸν ἄρτο τῆς ζωῆς καὶ τὸ κρασὶ τῆς ἀθανασίας, καὶ πίνουνὲ οἱ χριστιανοὶ καὶ μεθᾶνε ἕνα μεθύσι ἅγιο, ἁγνό, ἄμωμο καὶ δὲν βρίσκονται πιὰ μπροστὰ σἕνα λείψανο ποὺ τὸ κηδεύουνε, ἀλλὰ βρίσκονται στὴ Ναζαρέτ, στὸ σπίτι τὸ χαρούμενο καὶ τὸ μοσκοβολημένο ἀπὸ τὴν παρθενικὴ εὐωδία τῆς Παναγίας, τότε ποὺ ἤτανε δεκάξη χρονῶν, κατὰ κείνη τὴν ἡμέρα πὤγινε ὁ Εὐαγγελισμός, καὶ κράζουνε γηθόσυνα οἱ λιγόζωοι οἱ ἄνθρωποι σὰ νάναι ἀθάνατοι, μαζὶ μὲ τὸν ἀρχάγγελο Γαβριήλ: «Κεχαριτωμένη, χαῖρε, μετὰ σοῦ ὁ Κύριος!» Ἡ Κοίμησις γίνεται Εὐαγγελισμός, ἡ θλίψη μεταλλάζεται σὲ χαρά!
Ναί, Δὲν ὑπάρχει ἀληθινὴ χαρά, παρὰ μονάχα στὸ Χριστὸ κι᾿ αὐτὴ ἡ χαρὰ εἶναι ἕνα ἀμάραντο λουλούδι, πὤχει τὴ ρίζα του στὸν πόνο. Οἱ ἄλλες οἱ χαρὲς εἶναι χαρὲς ψεύτικες, χωρὶς ρίζα.
«Ἡ γυνὴ ὅταν τίκτῃ, λύπην ἔχει, ὅτι ἦλθεν ἡ ὥρα αὐτῆς. Ὅταν δὲ γεννήσῃ τὸ παιδίον, οὐκέτι μνημονεύει τῆς θλίψεως, διὰ τὴν χαρὰν ὅτι ἐγεννήθη ἄνθρωπος εἰς τὸν κόσμον.
Καὶ ὑμεῖς οὖν λύπην μὲν νῦν ἔχετε· πάλιν δὲ ὄψομαι ὑμᾶς, καὶ χαρήσεται ὑμῶν ἡ καρδία καὶ τὴν χαρὰν ὑμῶν οὐδεὶς αἴρει ἀφ᾿ ὑμῶν». Τὰ μάτια μου εἶναι θολωμένα ἀπὸ τὰ δάκρυα τώρα ποὺ γράφω αὐτὰ τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ μας.
Αὐτὰ τὰ λίγα λόγια τὰ φύλαξε ἡ ἀνθρωπότητα στὴν καρδιά της καὶ μ᾿ αὐτὰ κλαίγει καὶ μ᾿ αὐτὰ χαίρεται. Αὐτὰ τὰ λόγια γενήκανε θεμέλιο τῆς Ὀρθοδοξίας, καὶ μεταλλαχτήκανε σὲ λογῆς-λογῆς ἁγιασμένα αἰσθήματα καὶ βγήκανε ἀπὸ τὶς καιόμενες καρδιὲς τῶν ἁγίων ἀνθρώτων καὶ εὐωδιάσανε τὸν κόσμο. Ἀπὸ τὸν ἕναν γινήκανε ὕμνοι, ἀπὸ τὸν ἄλλον εἰκονίσματα, σὲ ἄλλον γινήκανε προσευχή, σὲ ἄλλον ψαλμός, σὲ ἄλλον ἐκκλησιὰ μὲ κουμπέδες καὶ μὲ ἁγιατράπεζα, σὲ ἄλλον θυσία τοῦ μάταιου κόσμου καὶ βουβὴ κατάνυξη.
Αὐτὰ τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ σταθήκανε πηγὴ καὶ ἔμπνευση καὶ γιὰ τὸ θρηνητικὸ ἀηδόνι τῆς ἔρημος, θέλω νὰ πῶ γιὰ τὸν ἅγιο Ἰωάννη τῆς Κλίμακος, σὲ ὅσα ἔγραψε γιὰ τὸ «Χαροποιὸν πένθος»: «Ὅποιος κλαίγει, λέγει αὐτὸς ὁ ἅγιος, καὶ πικραίνεται γιὰ τὸν Θεό, ἐκεῖνος ἀξιώνεται νὰ δεῖ στὴν ψυχή του τὴν oυράνια καὶ θεία παρηγοριά. Κι᾿ αὐτὴ ἡ οὐράνια παρηγοριὰ εἶναι κάποια ἀνακούφιση καὶ θεϊκὴ ἀλάφρωση, ποὺ παρηγορᾶ τὴν πονεμένη καὶ πικραμένη ψυχή, ὁποῦ θλίβεται γιατὶ χωρίσθηκε ἀπὸ τὸν Θεὸ μὲ τὶς ἁμαρτίες της. Καὶ τούτη ἡ χαριτωμένη βοήθεια ἀλλάζει τὰ πονεμένα δάκρυα τῆς ψυχῆς, ποὺ εἶναι καταφαρμακωμένη, σὲ κάποια παρηγοριὰ θαυμαστή.
Ὅποιος πορεύεται μ᾿ αὐτὴ τὴ λύπη τοῦ Θεοῦ, αὐτὸς ἀκατάπαυστα γιορτάζει κάθε μέρα κι᾿ ἀγάλλεται ἡ ψυχή του. Τοῦτο τὸ ἅγιο καὶ θεάρεστο κλάψιμο εἶναι μία λύπη ἀλησμόνητη τῆς ψυχῆς, μιὰ ὄρεξη πονεμένης καρδιᾶς, ποὺ γυρεύει μὲ μεγάλη θέρμη τὸν Θεὸ ὁποῦ τὸν ἐπιθυμὰ πάντα της.
Κράτα λοιπὸν καλὰ τὴ χαριτωμένη καὶ τὴν ἥμερη καὶ τὴν ἅγια λύπη, ποὺ κάνει τὴν ψυχή σου vα θλiβεται ἀντάμα καὶ νὰ χαίρεται. Ἐγώ, λογιάζοντας καλὰ τὴν ἐνέργεια τούτη τῆς ἅγιας κατάνυξης, ξεσταίνουμαι καὶ θαυμάζω, πὼς ἐτοῦτο ποὺ λέγεται κλάψιμο καὶ λύπη, καὶ ποὺ φαίνεται πολὺ πικρὸ κι᾿ ἀβάσταχτο, ἔχει μέσα του πλεγμένη καὶ σμιγμένη τὴ χαρά, καὶ τὴν εὐφροσύνη, ὅπως εἶναι σμιγμένο τὸ κερὶ μὲ τὸ μέλι στὴν μελόπητα.
Καὶ σέρνει ἐκείνους ποὺ τὴν ἀξιωθήκανε μὲ πόθο μεγάλον καὶ μὲ πολλὴν ἀγάπη, καὶ φοβοῦνται νὰ μὴν τὴν χάσουνε, καὶ τὴν φυλάγουνε περισσότερο ἀπ᾿ ὅσο φυλάγουνε οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι τ᾿ ἀκριβὰ πετράδια καὶ τ᾿ ἀσημοχρύσαφα.
Εἶναι μιὰ ἥμερη χαρὰ κ᾿ ἕνα θεϊκὸ χάρισμα μὲ τὸ ὁποῖο στολίζει ὁ Θεὸς τοὺς φίλους του, καὶ κάνει νὰ ἔχουνε μίαν ἀληθιvὴ χαρὰ καὶ ὄρεξη γιὰ τὸν Θεό, ποὖναι συντροφιασμένη μὲ κάποια θεραπευτικὴ λύπη ὁποῦ δὲν ἔχει μέσα της καμιὰ σαρκικὴ ἀγάπη, παρὰ μονάχα μιὰ παρηγοριὰ ἀγγελικὴ καὶ οὐράνια, μὲ τὴν ὁποία παρηγορᾶ ὁ Θεὸς κρυφὰ ἐκείνους ποὺ συντρίβουνε μὲ πόνο καὶ μὲ ταπείνωση τὴν καρδιά τους.» Ἄμποτε νὰ τὴν ἀξιωθοῦμε κ᾿ ἐμεῖς, μὲ τὴ χάρη τῆς Παναγίας ποὺ γιορτάζουμε σήμερα. Ἀμήν.
Φώτης Κόντογλου
-
toula
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 51512
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
- Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
Καιρός Επανευαγγελισμού
Η προσμονή του Μεσσία από τον Ισραηλιτικό λαό αποτελούσε για πολλά χρόνια, το συνδετικό κρίκο πολλών γενεών, αλλά και την μεγάλη επιθυμία και αγωνία των λαών. Η ιδέα του αναμενόμενου Μεσσία του σωτήρα του κόσμου ξεκινάει από την Παλαιά Διαθήκη μέχρι τον δεσμώτη Προμηθέα του Αισχύλου. Αυτή την ιδέα την ευαγγελιζόταν η μια γενιά μετά την άλλη, ώσπου και έγινε πραγματικότητα.
Με το αυτό πνεύμα και με την αυτή σύζευξη ευαγγελιζόταν την ελευθερία η μια γενιά των Ελλήνων στην επόμενη ελληνική. Ώσπου και αυτή έγινε λαμπρή πραγματικότητα, το αθάνατο 1821.
Το πνεύμα του Ευαγγελισμού, όμως, ανάμεσά μας δεν τελείωσε. Ο καθένας μας έχει ανάγκη ν’ ακούσει και να ζήσει πάλι το Ευαγγέλιο της Εκκλησίας.
Λεγόμαστε, αλλά στην ουσία δεν είμαστε πραγματικοί χριστιανοί. Δεν έχουμε ποτιστεί με το αληθινό πνεύμα του Ευαγγελίου. Ζούμε χωρίς ειλικρίνεια ή λαθεμένα τον χριστιανισμό. Το πνεύμα της ελευθερίας της αγάπης και της αλήθειας παραμένουν μέχρι και σήμερα σχεδόν άγνωστα, στους περισσότερους από μας και ιδιαίτερα στη νέα γενιά. Δεν είμαστε το φως του κόσμου, και ο κόσμος μένει ακόμα στο σκοτάδι; Έχουμε απόλυτη ανάγκη αποδοχής του Ευαγγελίου. Γι’ αυτό, και πολύ σωστά η Εκκλησία μας, κηρύτει συνεχώς: «Ευαγγελίσασθε ημέραν έξ ημέρας το σωτήριον του θεού». Καθημερινά ας δεχόμαστε ειλικρινά το ευαγγελικό μήνυμα προωθώντας τον επανευαγγελισμό της χριστιανικής αλήθειας. Μόνο και όταν δεχθούμε ειλικρινά τον Ευαγγελισμό του Ευαγγελίου θα έχει νόημα για μας όλους τους Έλληνες ορθοδόξους χριστιανούς, τόσο ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου, όσο και ο Ευαγγελισμός της Εθνικής μας απελευθέρωσης. Τότε η θυσία του Χριστού, οι θυσίες των μαρτύρων και οι θυσίες των ηρώων του 1821 που έχυσαν το αίμα τους για την πατρίδα και την θρησκεία και για όλους τους Έλληνες απογόνους δεν θα είναι φρούδες θεωρίες και γεγονότα χαμένα. Αντίθετα μια πραγματικότητα αληθινή που θα μας καθοδηγεί ανά τους αιώνες!
του Αρχιμ. Γρηγορίου Κωνσταντίνου Δρ. Θεολογίας
Η προσμονή του Μεσσία από τον Ισραηλιτικό λαό αποτελούσε για πολλά χρόνια, το συνδετικό κρίκο πολλών γενεών, αλλά και την μεγάλη επιθυμία και αγωνία των λαών. Η ιδέα του αναμενόμενου Μεσσία του σωτήρα του κόσμου ξεκινάει από την Παλαιά Διαθήκη μέχρι τον δεσμώτη Προμηθέα του Αισχύλου. Αυτή την ιδέα την ευαγγελιζόταν η μια γενιά μετά την άλλη, ώσπου και έγινε πραγματικότητα.
Με το αυτό πνεύμα και με την αυτή σύζευξη ευαγγελιζόταν την ελευθερία η μια γενιά των Ελλήνων στην επόμενη ελληνική. Ώσπου και αυτή έγινε λαμπρή πραγματικότητα, το αθάνατο 1821.
Το πνεύμα του Ευαγγελισμού, όμως, ανάμεσά μας δεν τελείωσε. Ο καθένας μας έχει ανάγκη ν’ ακούσει και να ζήσει πάλι το Ευαγγέλιο της Εκκλησίας.
Λεγόμαστε, αλλά στην ουσία δεν είμαστε πραγματικοί χριστιανοί. Δεν έχουμε ποτιστεί με το αληθινό πνεύμα του Ευαγγελίου. Ζούμε χωρίς ειλικρίνεια ή λαθεμένα τον χριστιανισμό. Το πνεύμα της ελευθερίας της αγάπης και της αλήθειας παραμένουν μέχρι και σήμερα σχεδόν άγνωστα, στους περισσότερους από μας και ιδιαίτερα στη νέα γενιά. Δεν είμαστε το φως του κόσμου, και ο κόσμος μένει ακόμα στο σκοτάδι; Έχουμε απόλυτη ανάγκη αποδοχής του Ευαγγελίου. Γι’ αυτό, και πολύ σωστά η Εκκλησία μας, κηρύτει συνεχώς: «Ευαγγελίσασθε ημέραν έξ ημέρας το σωτήριον του θεού». Καθημερινά ας δεχόμαστε ειλικρινά το ευαγγελικό μήνυμα προωθώντας τον επανευαγγελισμό της χριστιανικής αλήθειας. Μόνο και όταν δεχθούμε ειλικρινά τον Ευαγγελισμό του Ευαγγελίου θα έχει νόημα για μας όλους τους Έλληνες ορθοδόξους χριστιανούς, τόσο ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου, όσο και ο Ευαγγελισμός της Εθνικής μας απελευθέρωσης. Τότε η θυσία του Χριστού, οι θυσίες των μαρτύρων και οι θυσίες των ηρώων του 1821 που έχυσαν το αίμα τους για την πατρίδα και την θρησκεία και για όλους τους Έλληνες απογόνους δεν θα είναι φρούδες θεωρίες και γεγονότα χαμένα. Αντίθετα μια πραγματικότητα αληθινή που θα μας καθοδηγεί ανά τους αιώνες!
του Αρχιμ. Γρηγορίου Κωνσταντίνου Δρ. Θεολογίας
-
toula
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 51512
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
- Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
«Ιδού η δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατά το ρήμα σου»
Η μεγάλη θεομητορική εορτή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, αγαπητοί μου αδελφοί, την οποία χαρμοσύνως εορτάζει και πανηγυρίζει η Εκκλησία μας σήμερα, σηματοδοτεί, σύμφωνα με το απολυτίκιο της εορτής, την φανέρωση του «απ’ αιώνος μυστηρίου», δηλαδή του μυστηρίου της ενανθρωπίσεως του Θεού Λόγου, ενώ αποτελεί ταυτόχρονα το «κεφάλαιον» της σωτηρίας μας, δηλαδή την ανακεφαλαίωση, την συμπερίληψη όλης της ενσάρκου θείας οικονομίας.
Πάνω στο κατ’ εξοχήν χαρμόσυνο αυτό γεγονός, στο οποίο ο «υιός του Θεού υιός της παρθένου γίνεται», αναφέρεται το ευαγγελικό ανάγνωσμα, που είναι μια περικοπή από το πρώτο κεφάλαιο του κατά Λουκάν Ευαγγελίου. Αλλά και η ασματική ακολουθία της εορτής ακριβώς γύρω από αυτό το γεγονός, το γεγονός των γεγονότων, περιστρέφεται. Ας προσπαθήσουμε στη συνέχεια να προσεγγίσουμε κάπως μερικές πτυχές του μεγάλου αυτού μυστηρίου με οδηγό τους αγίους Πατέρες και με βάση την σχετική ευαγγελική διήγηση, που έχουν σημασία και για την ιδική μας πνευματική ζωή και πορεία.
Μέσα από τη περιγραφή του διαλόγου που είχε ο αρχάγγελος Γαβριήλ με την Θεοτόκο, έτσι όπως την παραθέτει ο ευαγγελιστής Λουκάς, αναδύονται και αποκαλύπτονται δύο μεγάλες αρετές της Θεοτόκου, το βάθος της ταπεινώσεώς της, αλλά και η πλήρης και τελεία υπακοή της στο θέλημα του Θεού. Πρόκειται για τις δύο βασικές και θεμελιώδεις αρετές που οφείλει να αγωνίζεται να κάνει κτήμα του ο κάθε χριστιανός, χωρίς τις οποίες είναι αδύνατον να επιτύχει τη σωτηρία του.
Σύμφωνα με τη διήγηση του ευαγγελιστού, όταν ο άγγελος ήρθε στη Ναζαρέτ, στο σπίτι όπου κατοικούσε η Παναγία, την προσφώνησε με τον χαρμόσυνο χαιρετισμό: «Χαίρε, κεχαριτωμένη· ο Κύριος μετὰ σου· ευλογημένη συ εν γυναιξίν», (Λουκ. 1,28). Την ονομάζει «κεχαριτωμένη» και «ευλογημένη» περισσότερο από κάθε άλλη γυναίκα στον κόσμο. Κατόπιν επεξηγεί σ’ αυτήν γιατί την προσφώνησε μ’ αυτό τον τρόπο. Είπε: «Μὴ φοβού, Μαριάμ· εύρες γὰρ χάριν παρὰ τω Θεώ»( 1,30). Είναι «κεχαριτωμένη» και «ευλογημένη» και μάλιστα κατά ένα ιδιαίτερο και μοναδικό τρόπο, διότι ο Θεός την επεσκίασε με την Χάρη του, αλλά και για έναν ακόμη λόγο, τον οποίο προσθέτει στη συνέχεια: «Και ιδού συλλήψη εν γαστρί και τέξη υιόν, και καλέσεις το όνομα αυτού Ιησούν. Ούτος έσται μέγας και υιός υψίστου κληθήσεται, και δώσει αυτώ Κύριος ο Θεός τον θρόνον Δαυΐδ του πατρός αυτού, και βασιλεύσει επί τον οίκον Ιακώβ εις τους αιώνας, και της βασιλείας αυτού ουκ έσται τέλος»(1,31-32). Δηλαδή θα μείνεις έγκυος και θα γεννήσεις υιόν και θα τον ονομάσεις Ιησούν. Αυτός θα γίνει μέγας και θα ονομαστεί υιός του υψίστου. Σ’ αυτόν θα δώσει ο Θεός τον θρόνο του Δαυΐδ, του προπάτορά του. Θα βασιλεύσει για πάντα στους απογόνους του Ιακώβ και η βασιλεία του δεν θα έχει τέλος.
Μ’ άλλα λόγια ο υιός που θα γεννηθεί από την Παναγία δεν θα είναι ένας απλός άνθρωπος, αλλά θα είναι ο Μεσσίας, ο σαρκωθείς Θεός Λόγος, εκείνος για τον οποίον ομίλησαν και προανήγγειλαν οι προφήτες. Η δε Παναγία θα είναι η μοναδική γυναίκα στην ιστορία της ανθρωπότητος, η οποία θα αξιωθεί της εξαιρετικής τιμής να γίνει η μητέρα του δημιουργού της. Θα γίνει η σκάλα διά της οποίας θα κατέβει ο Θεός στη γη και θα προσλάβει την ανθρώπινη φύση.
Φοβερά, πρωτάκουστα και συγχρόνως αποκαλυπτικά τα παραπάνω λόγια του αγγέλου, διότι υπερβαίνουν τους νόμους της φύσεως. Λόγια τα οποία σε καμιά άλλη γυναίκα δεν ελέχθηκαν, ούτε θα λεχθούν ποτέ μέχρι συντελείας των αιώνων. Διότι ποτέ καμία γυναίκα δεν συνέβη να γεννήσει άνθρωπο χωρίς μεσολάβηση ανδρός. Αλλά και όσα προσθέτει στη συνέχεια ο άγγελος είναι εξ’ ίσου μεγάλα και θαυμαστά. Το ότι δηλαδή αυτός που θα γεννηθεί θα γίνει μέγας και θα ονομαστεί υιός του υψίστου, η δε βασιλεία του δεν θα έχει τέλος.
Και ενώ ακούει όλα αυτά τα επαινετικά λόγια η Παναγία δεν φουσκώνει, δεν επαίρεται, δεν διατυμπανίζει την εξαιρετική, την μοναδική τιμή που αξιώθηκε από τον Θεό. Οποιαδήποτε άλλη γυναίκα αν ήταν στη θέση της, θα επεδίωκε να προβάλει με κάθε τρόπο και σε κάθε ευκαιρία τον εαυτό της και τον ρόλο της στο έργο της ενσάρκου θείας οικονομίας. Θα έλεγε: «Ξέρετε ποια είμαι εγώ; Εγώ δεν είμαι μια τυχαία γυναίκα. Εγώ είμαι ανώτερη και σπουδαιότερη από κάθε άλλη γυναίκα στον κόσμο, διότι αξιώθηκα να γίνω η μητέρα του Θεού, εξ’ αίτίας των πολλών και μεγάλων αρετών μου. Και αν δεν ήμουν εγώ, αλλοίμονο στο γένος των ανθρώπων! Δεν θα σωζόταν κανείς!».
Τίποτε από όλα αυτά δεν βλέπουμε στα λόγια και στη ζωή της Παναγίας. Απεναντίας μάλιστα η απάντησή της στα εξόχως επαινετικά λόγια του αγγέλου ήταν: «Ιδού η δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατά το ρήμα σου». Δηλαδή εγώ δεν είμαι τίποτε άλλο παρά μια δούλη του Κυρίου, επιβεβαιώνοντας έτσι την βαθιά ταπείνωσή της και εξηγώντας παράλληλα, γιατί ο άγγελος προηγουμένως την ονόμασε «κεχαριτωμένη» και «ευλογημένη». Είναι «κεχαριτωμένη» και «ευλογημένη» διότι είναι βαθιά ταπεινή, σύμφωνα με τον θεόπνευστο λόγο της Γραφής: «Ο Θεός υπερηφάνοις αντιτάσσεται ταπεινοίς δε δίδωσι Χάριν», (Ιακ. 4,6). Εξ’ αιτίας αυτής της βαθιάς ταπεινοφροσύνης της ο Θεός «επέβλεψεν επί την ταπείνωσιν της δούλης αυτού» (Λκ. α 48) και την ανέβασε σε τέτοια δόξα και τιμή, ώστε οι άγιοι και οι άγγελοι να την τιμούν στον ουρανό και κάτω στην γη να την μακαρίζουν «πάσαι αι γενεαί» των ανθρώπων. Το μεγαλείο αυτής της αρετής φαίνεται και από τους λόγους του Κυρίου μας, ο οποίος ομιλών περί του εαυτού του διεκήρυξε: «Μάθετε απ’ εμού ότι πράος ειμί και ταπεινός τη καρδία», (Ματθ.11,29). Αλλά και στην επί του Όρους ομιλία του πρό πάντων τους ταπεινούς εμακάρισε: «Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι ότι αυτών εστίν η βασιλεία των ουρανών», (Ματθ.5,3). Ο άγιος Ισσάκ ο Σύρος αναφερόμενος σ’ αυτή τη βασίλισσα των αρετών λέγει: «η ταπεινοφροσύνη είναι στολή της θεότητος».[1]
Ωστόσο τα παραπάνω λόγια της Θεοτόκου αποκαλύπτουν και μια ακόμη αρετή της Παναγίας, την αρετή της υπακοής στο θέλημα του Θεού. Ζητάει από τον άγγελο να μάθει τον τρόπο της συλλήψεως, επειδή ποτέ μέχρι τότε δεν συνέβη κάποια γυναίκα να γεννήσει τέκνο χωρίς μεσολάβηση ανδρός. Και όταν εκείνος της εξηγεί ότι θα πραγματοποιηθεί με την δύναμη του αγίου Πνεύματος, το οποίο θα την επισκιάσει, εκείνη πείθεται και υποτάσσεται στο θέλημα του Θεού. Δέχεται να προσφέρει τον εαυτό της στα χέρια του Θεού και να γίνει το όργανο διά του οποίου θα φέρει εις πέρας το έργο της σωτηρίας του ανθρώπου. Θα μπορούσε να αρνηθεί και να πεί ότι «εγώ μια τέτοια κυοφορία δεν την δέχομαι». Έτσι η Παναγία, με την πλήρη και τελεία υπακοή της στο θέλημα του Θεού, έρχεται να θεραπεύσει και να εξαλείψει την παρακοή των πρωτοπλάστων μέσα στο παράδεισο. Αν η παρακοή αυτών έφερε σαν αποτέλεσμα την φθορά και τον θάνατο στο ανθρώπινο γένος, η υπακοή της Παναγίας έφερε την αφθαρσία και την αθανασία, την επανοδο της ανθρωπότητος στον παράδεισο και στην αιώνια ζωή.
Το πόσο μεγάλη είναι η αρετή της υπακοής στο θέλημα του Θεού φαίνεται και από το γεγονός ότι και και αυτός ο ίδιος ο Κύριος όταν ήρθε στη γη και φόρεσε την ανθρώπινη φύση, έκανε πλήρη και τελεία υπακοή στο θέλημα του ουρανίου Πατέρα του, αν και ως Θεός είναι ίσος με τον Πατέρα του. Θέλοντας να διδάξει σε όλους μας την αναγκαιότητα της υπακοής στο θέλημα του Θεού έλεγε: «Ου ζητώ το θέλημα το εμόν, αλλά το θέλημα του πέμψαντός με πατρός», (Ιω.5,30). Και σε άλλη περίπτωση: «Εμόν βρώμα εστίν ίνα ποιώ το θέλημα του πέμψαντός με και τελειώσω αυτού το έργον», (Ιω. 4,34).
Αυτές οι δύο μεγάλες αρετές, αγαπητοί μου αδελφοί, δηλαδή το ταπεινό φρόνημα και η υπακοή στο θέλημα του Θεού, αποτελούν τα θεμέλια που βαστάζουν όλο το οικοδόμημα της πνευματικής μας ζωής, χωρίς τα οποία είναι αδύνατη η σωτηρία μας. Και επομένως αυτές προ πάντων καλούμεθα να αγωνιστούμε να κάνουμε κτήμα μας, διά της μετανοίας, ιδιαίτερα αυτή την περίοδο της μεγάλης Τεσσαρακοστής. Πράγμα το οποίο εύχομαι από καρδίας να γίνει σε όλους μας με τη Χάρη και τη φιλανθρωπία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, τις πρεσβείες της Κυρίας Θεοτόκου και όλων των αγίων, αμήν.
Αρχ. Παύλου Δημητρακοπούλου, Θεολόγου – συγγραφέως - Ι. Μ. Κυθήρων και Αντικυθήρων
Εν Κυθήροις τη 25η Μαρτίου 2026
[1] Ἰσαάκ τοῦ Σύρου, Τά σωζόμενα ἀσκητικά, Περί τοῦ πόσην τιμήν κέκτηται ἡ ταπεινοφροσύνη καί πόσον ἀνώτερός ἐστιν ὁ βαθμός αὐτῆς (Λόγος Κ΄), Ἀθήνα 1871, σ. 93.
Η μεγάλη θεομητορική εορτή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, αγαπητοί μου αδελφοί, την οποία χαρμοσύνως εορτάζει και πανηγυρίζει η Εκκλησία μας σήμερα, σηματοδοτεί, σύμφωνα με το απολυτίκιο της εορτής, την φανέρωση του «απ’ αιώνος μυστηρίου», δηλαδή του μυστηρίου της ενανθρωπίσεως του Θεού Λόγου, ενώ αποτελεί ταυτόχρονα το «κεφάλαιον» της σωτηρίας μας, δηλαδή την ανακεφαλαίωση, την συμπερίληψη όλης της ενσάρκου θείας οικονομίας.
Πάνω στο κατ’ εξοχήν χαρμόσυνο αυτό γεγονός, στο οποίο ο «υιός του Θεού υιός της παρθένου γίνεται», αναφέρεται το ευαγγελικό ανάγνωσμα, που είναι μια περικοπή από το πρώτο κεφάλαιο του κατά Λουκάν Ευαγγελίου. Αλλά και η ασματική ακολουθία της εορτής ακριβώς γύρω από αυτό το γεγονός, το γεγονός των γεγονότων, περιστρέφεται. Ας προσπαθήσουμε στη συνέχεια να προσεγγίσουμε κάπως μερικές πτυχές του μεγάλου αυτού μυστηρίου με οδηγό τους αγίους Πατέρες και με βάση την σχετική ευαγγελική διήγηση, που έχουν σημασία και για την ιδική μας πνευματική ζωή και πορεία.
Μέσα από τη περιγραφή του διαλόγου που είχε ο αρχάγγελος Γαβριήλ με την Θεοτόκο, έτσι όπως την παραθέτει ο ευαγγελιστής Λουκάς, αναδύονται και αποκαλύπτονται δύο μεγάλες αρετές της Θεοτόκου, το βάθος της ταπεινώσεώς της, αλλά και η πλήρης και τελεία υπακοή της στο θέλημα του Θεού. Πρόκειται για τις δύο βασικές και θεμελιώδεις αρετές που οφείλει να αγωνίζεται να κάνει κτήμα του ο κάθε χριστιανός, χωρίς τις οποίες είναι αδύνατον να επιτύχει τη σωτηρία του.
Σύμφωνα με τη διήγηση του ευαγγελιστού, όταν ο άγγελος ήρθε στη Ναζαρέτ, στο σπίτι όπου κατοικούσε η Παναγία, την προσφώνησε με τον χαρμόσυνο χαιρετισμό: «Χαίρε, κεχαριτωμένη· ο Κύριος μετὰ σου· ευλογημένη συ εν γυναιξίν», (Λουκ. 1,28). Την ονομάζει «κεχαριτωμένη» και «ευλογημένη» περισσότερο από κάθε άλλη γυναίκα στον κόσμο. Κατόπιν επεξηγεί σ’ αυτήν γιατί την προσφώνησε μ’ αυτό τον τρόπο. Είπε: «Μὴ φοβού, Μαριάμ· εύρες γὰρ χάριν παρὰ τω Θεώ»( 1,30). Είναι «κεχαριτωμένη» και «ευλογημένη» και μάλιστα κατά ένα ιδιαίτερο και μοναδικό τρόπο, διότι ο Θεός την επεσκίασε με την Χάρη του, αλλά και για έναν ακόμη λόγο, τον οποίο προσθέτει στη συνέχεια: «Και ιδού συλλήψη εν γαστρί και τέξη υιόν, και καλέσεις το όνομα αυτού Ιησούν. Ούτος έσται μέγας και υιός υψίστου κληθήσεται, και δώσει αυτώ Κύριος ο Θεός τον θρόνον Δαυΐδ του πατρός αυτού, και βασιλεύσει επί τον οίκον Ιακώβ εις τους αιώνας, και της βασιλείας αυτού ουκ έσται τέλος»(1,31-32). Δηλαδή θα μείνεις έγκυος και θα γεννήσεις υιόν και θα τον ονομάσεις Ιησούν. Αυτός θα γίνει μέγας και θα ονομαστεί υιός του υψίστου. Σ’ αυτόν θα δώσει ο Θεός τον θρόνο του Δαυΐδ, του προπάτορά του. Θα βασιλεύσει για πάντα στους απογόνους του Ιακώβ και η βασιλεία του δεν θα έχει τέλος.
Μ’ άλλα λόγια ο υιός που θα γεννηθεί από την Παναγία δεν θα είναι ένας απλός άνθρωπος, αλλά θα είναι ο Μεσσίας, ο σαρκωθείς Θεός Λόγος, εκείνος για τον οποίον ομίλησαν και προανήγγειλαν οι προφήτες. Η δε Παναγία θα είναι η μοναδική γυναίκα στην ιστορία της ανθρωπότητος, η οποία θα αξιωθεί της εξαιρετικής τιμής να γίνει η μητέρα του δημιουργού της. Θα γίνει η σκάλα διά της οποίας θα κατέβει ο Θεός στη γη και θα προσλάβει την ανθρώπινη φύση.
Φοβερά, πρωτάκουστα και συγχρόνως αποκαλυπτικά τα παραπάνω λόγια του αγγέλου, διότι υπερβαίνουν τους νόμους της φύσεως. Λόγια τα οποία σε καμιά άλλη γυναίκα δεν ελέχθηκαν, ούτε θα λεχθούν ποτέ μέχρι συντελείας των αιώνων. Διότι ποτέ καμία γυναίκα δεν συνέβη να γεννήσει άνθρωπο χωρίς μεσολάβηση ανδρός. Αλλά και όσα προσθέτει στη συνέχεια ο άγγελος είναι εξ’ ίσου μεγάλα και θαυμαστά. Το ότι δηλαδή αυτός που θα γεννηθεί θα γίνει μέγας και θα ονομαστεί υιός του υψίστου, η δε βασιλεία του δεν θα έχει τέλος.
Και ενώ ακούει όλα αυτά τα επαινετικά λόγια η Παναγία δεν φουσκώνει, δεν επαίρεται, δεν διατυμπανίζει την εξαιρετική, την μοναδική τιμή που αξιώθηκε από τον Θεό. Οποιαδήποτε άλλη γυναίκα αν ήταν στη θέση της, θα επεδίωκε να προβάλει με κάθε τρόπο και σε κάθε ευκαιρία τον εαυτό της και τον ρόλο της στο έργο της ενσάρκου θείας οικονομίας. Θα έλεγε: «Ξέρετε ποια είμαι εγώ; Εγώ δεν είμαι μια τυχαία γυναίκα. Εγώ είμαι ανώτερη και σπουδαιότερη από κάθε άλλη γυναίκα στον κόσμο, διότι αξιώθηκα να γίνω η μητέρα του Θεού, εξ’ αίτίας των πολλών και μεγάλων αρετών μου. Και αν δεν ήμουν εγώ, αλλοίμονο στο γένος των ανθρώπων! Δεν θα σωζόταν κανείς!».
Τίποτε από όλα αυτά δεν βλέπουμε στα λόγια και στη ζωή της Παναγίας. Απεναντίας μάλιστα η απάντησή της στα εξόχως επαινετικά λόγια του αγγέλου ήταν: «Ιδού η δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατά το ρήμα σου». Δηλαδή εγώ δεν είμαι τίποτε άλλο παρά μια δούλη του Κυρίου, επιβεβαιώνοντας έτσι την βαθιά ταπείνωσή της και εξηγώντας παράλληλα, γιατί ο άγγελος προηγουμένως την ονόμασε «κεχαριτωμένη» και «ευλογημένη». Είναι «κεχαριτωμένη» και «ευλογημένη» διότι είναι βαθιά ταπεινή, σύμφωνα με τον θεόπνευστο λόγο της Γραφής: «Ο Θεός υπερηφάνοις αντιτάσσεται ταπεινοίς δε δίδωσι Χάριν», (Ιακ. 4,6). Εξ’ αιτίας αυτής της βαθιάς ταπεινοφροσύνης της ο Θεός «επέβλεψεν επί την ταπείνωσιν της δούλης αυτού» (Λκ. α 48) και την ανέβασε σε τέτοια δόξα και τιμή, ώστε οι άγιοι και οι άγγελοι να την τιμούν στον ουρανό και κάτω στην γη να την μακαρίζουν «πάσαι αι γενεαί» των ανθρώπων. Το μεγαλείο αυτής της αρετής φαίνεται και από τους λόγους του Κυρίου μας, ο οποίος ομιλών περί του εαυτού του διεκήρυξε: «Μάθετε απ’ εμού ότι πράος ειμί και ταπεινός τη καρδία», (Ματθ.11,29). Αλλά και στην επί του Όρους ομιλία του πρό πάντων τους ταπεινούς εμακάρισε: «Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι ότι αυτών εστίν η βασιλεία των ουρανών», (Ματθ.5,3). Ο άγιος Ισσάκ ο Σύρος αναφερόμενος σ’ αυτή τη βασίλισσα των αρετών λέγει: «η ταπεινοφροσύνη είναι στολή της θεότητος».[1]
Ωστόσο τα παραπάνω λόγια της Θεοτόκου αποκαλύπτουν και μια ακόμη αρετή της Παναγίας, την αρετή της υπακοής στο θέλημα του Θεού. Ζητάει από τον άγγελο να μάθει τον τρόπο της συλλήψεως, επειδή ποτέ μέχρι τότε δεν συνέβη κάποια γυναίκα να γεννήσει τέκνο χωρίς μεσολάβηση ανδρός. Και όταν εκείνος της εξηγεί ότι θα πραγματοποιηθεί με την δύναμη του αγίου Πνεύματος, το οποίο θα την επισκιάσει, εκείνη πείθεται και υποτάσσεται στο θέλημα του Θεού. Δέχεται να προσφέρει τον εαυτό της στα χέρια του Θεού και να γίνει το όργανο διά του οποίου θα φέρει εις πέρας το έργο της σωτηρίας του ανθρώπου. Θα μπορούσε να αρνηθεί και να πεί ότι «εγώ μια τέτοια κυοφορία δεν την δέχομαι». Έτσι η Παναγία, με την πλήρη και τελεία υπακοή της στο θέλημα του Θεού, έρχεται να θεραπεύσει και να εξαλείψει την παρακοή των πρωτοπλάστων μέσα στο παράδεισο. Αν η παρακοή αυτών έφερε σαν αποτέλεσμα την φθορά και τον θάνατο στο ανθρώπινο γένος, η υπακοή της Παναγίας έφερε την αφθαρσία και την αθανασία, την επανοδο της ανθρωπότητος στον παράδεισο και στην αιώνια ζωή.
Το πόσο μεγάλη είναι η αρετή της υπακοής στο θέλημα του Θεού φαίνεται και από το γεγονός ότι και και αυτός ο ίδιος ο Κύριος όταν ήρθε στη γη και φόρεσε την ανθρώπινη φύση, έκανε πλήρη και τελεία υπακοή στο θέλημα του ουρανίου Πατέρα του, αν και ως Θεός είναι ίσος με τον Πατέρα του. Θέλοντας να διδάξει σε όλους μας την αναγκαιότητα της υπακοής στο θέλημα του Θεού έλεγε: «Ου ζητώ το θέλημα το εμόν, αλλά το θέλημα του πέμψαντός με πατρός», (Ιω.5,30). Και σε άλλη περίπτωση: «Εμόν βρώμα εστίν ίνα ποιώ το θέλημα του πέμψαντός με και τελειώσω αυτού το έργον», (Ιω. 4,34).
Αυτές οι δύο μεγάλες αρετές, αγαπητοί μου αδελφοί, δηλαδή το ταπεινό φρόνημα και η υπακοή στο θέλημα του Θεού, αποτελούν τα θεμέλια που βαστάζουν όλο το οικοδόμημα της πνευματικής μας ζωής, χωρίς τα οποία είναι αδύνατη η σωτηρία μας. Και επομένως αυτές προ πάντων καλούμεθα να αγωνιστούμε να κάνουμε κτήμα μας, διά της μετανοίας, ιδιαίτερα αυτή την περίοδο της μεγάλης Τεσσαρακοστής. Πράγμα το οποίο εύχομαι από καρδίας να γίνει σε όλους μας με τη Χάρη και τη φιλανθρωπία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, τις πρεσβείες της Κυρίας Θεοτόκου και όλων των αγίων, αμήν.
Αρχ. Παύλου Δημητρακοπούλου, Θεολόγου – συγγραφέως - Ι. Μ. Κυθήρων και Αντικυθήρων
Εν Κυθήροις τη 25η Μαρτίου 2026
[1] Ἰσαάκ τοῦ Σύρου, Τά σωζόμενα ἀσκητικά, Περί τοῦ πόσην τιμήν κέκτηται ἡ ταπεινοφροσύνη καί πόσον ἀνώτερός ἐστιν ὁ βαθμός αὐτῆς (Λόγος Κ΄), Ἀθήνα 1871, σ. 93.
-
toula
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 51512
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
- Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
Έλεγε ένας ιερέας , που ήταν πνευματικός καθοδηγός πολλών ψυχών:
« Η μετάνοια είναι σπουδαίο πράγμα, αλλά είναι η αρχή μόνο για την αποκατάσταση της υγείας της ψυχής.
Διότι υπάρχουν πολλά είδη αμαρτιών που λερώνουν την ψυχή, και χρειάζεται διαφορετικός κόπος και χρόνος για να καθαριστεί το καθένα απ’ αυτά και να αναπνεύσει υγιής και πάλι η ψυχή, δίχως τις συνέπειες των λεκέδων της αμαρτίας.Υπάρχουν αμαρτίες που κάθονται σαν απαλή σκόνη πάνω στην επιδερμίδα της ψυχής. Με ένα απαλό τίναγμα, η σκόνη φεύγει και η ψυχή αμέσως καθαρίζει.
Υπάρχουν άλλες αμαρτίες που λερώνουν την επιδερμίδα σαν το κρασί .
Ένα απλό τίναγμα δεν αρκεί. Με λίγο νερό όμως ξεπλένεται αμέσως η επιφάνεια.
Άλλες αμαρτίες λερώνουν σαν το λάδι. Σε αυτή την περίπτωση, ούτε το τίναγμα, ούτε το νερό επαρκούν. Χρειάζεται σαπούνι για να γίνει σωστά ο καθαρισμός.
Άλλες πάλι αμαρτίες είναι σαν το μελάνι. Το σαπούνι δεν αρκεί, χρειάζεται οινόπνευμα.
Τέλος, υπάρχουν αμαρτίες που είναι σαν το τατουάζ. Για να καθαρίσει η επιδερμίδα της ψυχής, απαιτείται επώδυνη εγχείρηση!
Όμως για κάθε λεκέ της ψυχής, η αρχή του καθαρισμού γίνεται με τη μετάνοια.
Όσο πιο ειλικρινής είναι η μετάνοια, τόσο πιο αποδοτική θα είναι και η μέθοδος καθαρισμού που θα επιλέξει ο Θεός να εφαρμόσει στην ψυχή μας…
(Διήγηση από το βιβλίο: Όσο μπορείς – Μικρό γεροντικό πόλεων του Βασίλη Αργυριάδη)
« Η μετάνοια είναι σπουδαίο πράγμα, αλλά είναι η αρχή μόνο για την αποκατάσταση της υγείας της ψυχής.
Διότι υπάρχουν πολλά είδη αμαρτιών που λερώνουν την ψυχή, και χρειάζεται διαφορετικός κόπος και χρόνος για να καθαριστεί το καθένα απ’ αυτά και να αναπνεύσει υγιής και πάλι η ψυχή, δίχως τις συνέπειες των λεκέδων της αμαρτίας.Υπάρχουν αμαρτίες που κάθονται σαν απαλή σκόνη πάνω στην επιδερμίδα της ψυχής. Με ένα απαλό τίναγμα, η σκόνη φεύγει και η ψυχή αμέσως καθαρίζει.
Υπάρχουν άλλες αμαρτίες που λερώνουν την επιδερμίδα σαν το κρασί .
Ένα απλό τίναγμα δεν αρκεί. Με λίγο νερό όμως ξεπλένεται αμέσως η επιφάνεια.
Άλλες αμαρτίες λερώνουν σαν το λάδι. Σε αυτή την περίπτωση, ούτε το τίναγμα, ούτε το νερό επαρκούν. Χρειάζεται σαπούνι για να γίνει σωστά ο καθαρισμός.
Άλλες πάλι αμαρτίες είναι σαν το μελάνι. Το σαπούνι δεν αρκεί, χρειάζεται οινόπνευμα.
Τέλος, υπάρχουν αμαρτίες που είναι σαν το τατουάζ. Για να καθαρίσει η επιδερμίδα της ψυχής, απαιτείται επώδυνη εγχείρηση!
Όμως για κάθε λεκέ της ψυχής, η αρχή του καθαρισμού γίνεται με τη μετάνοια.
Όσο πιο ειλικρινής είναι η μετάνοια, τόσο πιο αποδοτική θα είναι και η μέθοδος καθαρισμού που θα επιλέξει ο Θεός να εφαρμόσει στην ψυχή μας…
(Διήγηση από το βιβλίο: Όσο μπορείς – Μικρό γεροντικό πόλεων του Βασίλη Αργυριάδη)
-
toula
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 51512
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
- Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
Η Θεία Κοινωνία μας βοηθά στην τελείωση ή στην κατά χάριν θέωσή μας, είναι το Σώμα και το Αίμα του Χριστού που, τρώγοντάς το και πίνοντάς το, ενωνόμαστε πραγματικά με τον Θεάνθρωπο Κύριο μας.
«Θεουργόν Αἶμα φρίξον, ἂνθρωπε, βλέπων∙
ἂνθραξ γάρ ἐστι τούς ἀναξίους φλέγων∙
Θεοῦ τό Σῶμα καί οἱ θεοί με καί τρέφει∙
θεοῖ τό πνεῦμα, τόν δέ νοῦν τρέφει ξένως.»Κατά την βραδινή μας προσευχή, εφόσον πρόκειται την επόμενη ημέρα να μεταλάβουμε, διαβάζουμε οι χριστιανοί την Ακολουθία της Θείας Μεταλήψεως, στην οποία περιέχονται και τα παραπάνω προσευχητικά λόγια. Αν πράγματι κατανοούμε αυτά που διαβάζουμε, συνειδητοποιούμε τη μεγάλη αξία του υπερφυούς και φρικτού Μυστηρίου:
Η Θεία Κοινωνία μας βοηθά στην τελείωση ή στην κατά χάριν θέωσή μας, είναι το Σώμα και το Αίμα του Χριστού που, τρώγοντάς το και πίνοντάς το, ενωνόμαστε πραγματικά με τον Θεάνθρωπο Κύριο μας(Μαρκ. 14, 22-24, Ματθ. 26, 26-28, Ιωάν. 6, 53-56, Α΄ Κορινθ. 11, 27).
Η Θεία Κοινωνία είναι πραγματική και όχι συμβολική κοινωνία, είναι ένωση των χριστιανών με τον Σωτήρα μας Ιησού Χριστό, επειδή, ακριβώς, κατά την Ορθόδοξη Πίστη μας, ο άρτος και ο οίνος μεταβάλλονται πραγματικά, με την παντοδύναμη ενέργεια του Αγίου Πνεύματος, σε Σώμα και Αίμα Ιησού Χριστού.
Ο άρτος και ο οίνος της Θείας Ευχαριστίας δεν συμβολίζουν το Κυριακό Σώμα και Αίμα, όπως κακόδοξα φρονούν οι Προτεστάντες, αλλά είναι το πραγματικό Σώμα και Αίμα του Χριστού.
Στο μέγα και υπερφυές αυτό Μυστήριο, μεταλαμβάνοντας Σώμα και Αίμα Χριστού, μεταλαμβάνουμε τον ίδιο τον Θεάνθρωπο Ιησού Χριστό, καθότι, στο πρόσωπό Του, η ανθρώπινη φύση Του, η σάρκα Του και το αίμα Του είναι ενωμένη υποστατικά με την θεότητά Του.
Επομένως, κοινωνώντας οι πιστοί το άχραντο Σώμα Του και το τίμιο Αίμα Του, κοινωνούμε ταυτόχρονα και την Θεία φύση του Κυρίου μας και γινόμαστε στ’ αλήθεια κατά χάριν θεοί.
Και επειδή στις μέρες μας ηγέρθη λόγος βέβηλος και θρασύς από επιστήμονες και μάλιστα ιατρούς, που πολεμούν το θεοσύστατο και θεοποιόν τους χριστιανούς Μέγα αυτό Μυστήριο, διασπείροντας στον κόσμο την ψευδή είδηση ότι από την Θεία Κοινωνία είναι πολύ πιθανό να μεταδοθούν ιοί και μικρόβια θανατηφόρα, είναι αναγκαίο να απαντηθεί και να αποκρουσθεί άμεσα αυτή η βαριά ύβρις και συκοφαντία εναντίον της πίστεώς μας.
Η Θεία Κοινωνία καθώς προείπαμε, αποτελεί τη μετάληψη από τους πιστούς του Σώματος και του Αίματος του Χριστού.
Η Ορθόδοξη Θεολογία τονίζει ότι, λόγω της ενώσεως στο ένα πρόσωπο του Θεανθρώπου της Θείας με την ανθρώπινη φύση Του, η Θεία φύση του Κυρίου προσδίδει ή κοινοποιεί (αντίδοση) στην ανθρώπινη φύση Του τα χαρακτηριστικά («τις τελειότητες») της, την απάθεια, την αθανασία, την μακαριότητα και όλες τις Θεϊκές της ιδιότητες.
Κατά τον ίδιο τρόπο, όταν εμείς οι χριστιανοί κοινωνούμε Σώμα και Αίμα Κυρίου, πραγματικά θεωνόμαστε κατά χάριν και μετέχουμε στις Θεϊκές ιδιότητες («τελειότητες»), χωρίς όμως επ’ ουδενί να παύουμε να είμαστε άνθρωποι.
Πως είναι λοιπόν δυνατόν το υπέρτατο αυτό Μυστήριο, που μας κάνει κατά χάριν θεούς, μας ζωοποιεί και με την χάρη του Θεού μας αφθαρτίζει, αυτό το ίδιο να μας μεταδίδει ιούς θανατηφόρους;
Μόνον όσοι είναι άπιστοι ή αιρετικοί (Προτεστάντες) αρνούνται την πραγματική μεταβολή των Ευχαριστιακών Δώρων σε Σώμα και Αίμα Χριστού και αφήνουν να εμφιλοχωρήσει στο μυαλό τους η άτοπη και βέβηλη αυτή σκέψη.
Η Θεία Κοινωνία μπορεί όντως να μας βλάψει, να γίνει η Θεία Μετάληψη «άνθραξ τους αναξίως φλέγων», πραγματική φλόγα που καίει τους ανάξιους, δηλαδή τους αμετανόητα αμαρτωλούς, η βλάβη αυτή, όμως, δεν προξενείται από μικρόβια και ιούς αλλά από την προσέλευσή μας στο μέγα Μυστήριο, χωρίς Εξομολόγηση – μετάνοια και συγχώρεση των αμαρτιών μας από τον Πνευματικό (Εξομολόγο).
Στην περίπτωση αυτή, η Θεία Μετάληψη, αντί να γίνεται πρόξενος ζωής αιώνιας και αθάνατης, γίνεται αιτία ασθενειών ή ακόμη και σωματικού θανάτου, όπως αδιάψευστα μας πληροφορεί ο ουρανοβάμων Απόστολος Παύλος (Α΄ Κορινθ. 11, 27-30). Η αιτία λοιπόν της όποιας τυχόν βλάβης είναι σαφώς η δική μας αμετανοησία, ψυχική πώρωση και αναισθησία και όχι φυσικά τα μικρόβια!
Η Θεία Ευχαριστία (Θεία Λειτουργία) και όλα τα χριστιανικά Μυστήρια τελούνται από τους ιερείς μας εντός των ιερών ναών, με τη φυσική παρουσία και την προσωπική συμμετοχή των πιστών.
Η Θεία Λειτουργία επ’ ουδενί δεν αντικαθίσταται από την ατομική κατ’ οίκον προσευχή, η οποία είναι μεν απαραίτητη, όμως, δεν αναπληρώνει τη Θεία Λειτουργία (Θεία Κοινωνία). Γι’ αυτό και σε περιόδους σκληρών διωγμών της Εκκλησίας (Ρωμαιοκρατία, Τουρκοκρατία, άθεος Κομμουνισμός), οι χριστιανοί κατέφευγαν κρυφά στις κατακόμβες ή με κίνδυνο της ζωής τους πήγαιναν στις λιγοστές εκκλησίες, που απέμεναν ανοικτές, για να μετάσχουν στη Θεία Λειτουργία και να μεταλάβουν των Αχράντων Μυστηρίων.
Η Θεία Ευχαριστία είναι το κεντρικό μυστήριο της Εκκλησίας μας, που συγκροτεί το Σώμα του Χριστού, δηλαδή την Εκκλησία, διότι μας ενώνει με τον Χριστό, καθιστώντας μας «Θείας φύσεως κοινωνούς» (Β΄ Πέτρ. 1,4).
Μας συγκροτεί ταυτόχρονα και μεταξύ μας, σε μια ενότητα, στο Πανάγιο Σώμα του Θεανθρώπου, την Εκκλησία ολοκληρώνοντάς μας ως αληθινούς εν Χριστώ αδελφούς. Στην Ορθόδοξη Εκκλησία, η σχέση, η κοινωνία μας με τον Θεό δεν είναι μόνο πνευματική –μυστική– ατομική, όπως στην προσευχή, αλλά είναι και ορατή –σωματική– δια μέσου όλων των πιστών, όπως στη Θεία Λειτουργία (Θεία Κοινωνία).
Γι’ αυτό η Εκκλησία, χωρίς τη Θεία Λειτουργία (Θεία Κοινωνία) και τα άλλα ιερά Μυστήρια, παύει να επιτελεί το αγιαστικό και θεοποιό έργο της για τους ανθρώπους.
Εμείς οι χριστιανοί, σε κάθε εποχή εκκλησιαζόμαστε και, προετοιμασμένοι και εξομολογημένοι, κοινωνούμε του Μυστικού Δείπνου του Κυρίου, δηλαδή της Θείας Ευχαριστίας.
Το κάνουμε, ιδιαίτερα κάτω από τις σημερινές συνθήκες, κατά τις οποίες κάποιοι από τους κρατικούς λειτουργούς και από τα ΜΜΕ κάνουν προσπάθειες, παρεμβάσεις και κηρύγματα, προκειμένου να ενσπείρουν τον ανθρώπινο φόβο στους Έλληνες πολίτες, ισχυριζόμενοι ότι, με τη συμμετοχή τους στη Θεία Κοινωνία υπάρχει κίνδυνος μολύνσεώς τους από τον Κορωναϊό.
Όσοι αποδέχονται και ασπάζονται αυτή την κακόβουλη προπαγάνδα εναντίον του Αγίου Ποτηρίου της Θείας Ευχαριστίας, υπονομεύουν την πνευματική τους ζωή και το αιώνιο μέλλον τους.
Και τούτο διότι μη υπακούοντας στον Χριστό, που έδωσε οδηγία να τελούμε τη Θεία Ευχαριστία και να κοινωνούμε, κλείνουν την πόρτα εισόδου στην Αιώνια ζωή, που άνοιξε στους ανθρώπους ο Ιησούς Χριστός, φοβούμενοι ότι, αντί της δωρεάς του αγιασμού και της αθανασίας, μέσω του Τιμίου Σώματος και Αίματος του Κυρίου μπορεί να τους μεταδοθεί μόλυνση και θάνατος.
Καλούμε λοιπόν όλους, όσους επιθυμούν να ζούνε τη συνέχεια της αγιοπνευματικής εμπειρίας των Αγίων της Εκκλησίας μας, να προσέρχονται στους Ιερούς Ναούς και να κοινωνούν με φόβο (σεβασμό) Θεού, πίστη και αγάπη και αφοβία έναντι των ανθρωπίνων φόβων, προσευχόμενοι με τα λόγια της παρακάτω γνωστής προσευχής
«Τοῦ Δείπνου σου τοῦ µυστικοῦ,
σήµερον Υἱὲ Θεοῦ, κοινωνόν µε παράλαβε·
οὐ µὴ γὰρ τοῖς ἐχθροῖς σου τὸ Μυστήριον εἴπω,
οὐ φίληµά σοι δώσω, καθάπερ ὁ Ἰούδας,
ἀλλ’ ὡς ὁ Λῃστὴς ὁµολογῶ σοι.
Μνήσθητί µου Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ Βασιλείᾳ σου».
«Θεουργόν Αἶμα φρίξον, ἂνθρωπε, βλέπων∙
ἂνθραξ γάρ ἐστι τούς ἀναξίους φλέγων∙
Θεοῦ τό Σῶμα καί οἱ θεοί με καί τρέφει∙
θεοῖ τό πνεῦμα, τόν δέ νοῦν τρέφει ξένως.»Κατά την βραδινή μας προσευχή, εφόσον πρόκειται την επόμενη ημέρα να μεταλάβουμε, διαβάζουμε οι χριστιανοί την Ακολουθία της Θείας Μεταλήψεως, στην οποία περιέχονται και τα παραπάνω προσευχητικά λόγια. Αν πράγματι κατανοούμε αυτά που διαβάζουμε, συνειδητοποιούμε τη μεγάλη αξία του υπερφυούς και φρικτού Μυστηρίου:
Η Θεία Κοινωνία μας βοηθά στην τελείωση ή στην κατά χάριν θέωσή μας, είναι το Σώμα και το Αίμα του Χριστού που, τρώγοντάς το και πίνοντάς το, ενωνόμαστε πραγματικά με τον Θεάνθρωπο Κύριο μας(Μαρκ. 14, 22-24, Ματθ. 26, 26-28, Ιωάν. 6, 53-56, Α΄ Κορινθ. 11, 27).
Η Θεία Κοινωνία είναι πραγματική και όχι συμβολική κοινωνία, είναι ένωση των χριστιανών με τον Σωτήρα μας Ιησού Χριστό, επειδή, ακριβώς, κατά την Ορθόδοξη Πίστη μας, ο άρτος και ο οίνος μεταβάλλονται πραγματικά, με την παντοδύναμη ενέργεια του Αγίου Πνεύματος, σε Σώμα και Αίμα Ιησού Χριστού.
Ο άρτος και ο οίνος της Θείας Ευχαριστίας δεν συμβολίζουν το Κυριακό Σώμα και Αίμα, όπως κακόδοξα φρονούν οι Προτεστάντες, αλλά είναι το πραγματικό Σώμα και Αίμα του Χριστού.
Στο μέγα και υπερφυές αυτό Μυστήριο, μεταλαμβάνοντας Σώμα και Αίμα Χριστού, μεταλαμβάνουμε τον ίδιο τον Θεάνθρωπο Ιησού Χριστό, καθότι, στο πρόσωπό Του, η ανθρώπινη φύση Του, η σάρκα Του και το αίμα Του είναι ενωμένη υποστατικά με την θεότητά Του.
Επομένως, κοινωνώντας οι πιστοί το άχραντο Σώμα Του και το τίμιο Αίμα Του, κοινωνούμε ταυτόχρονα και την Θεία φύση του Κυρίου μας και γινόμαστε στ’ αλήθεια κατά χάριν θεοί.
Και επειδή στις μέρες μας ηγέρθη λόγος βέβηλος και θρασύς από επιστήμονες και μάλιστα ιατρούς, που πολεμούν το θεοσύστατο και θεοποιόν τους χριστιανούς Μέγα αυτό Μυστήριο, διασπείροντας στον κόσμο την ψευδή είδηση ότι από την Θεία Κοινωνία είναι πολύ πιθανό να μεταδοθούν ιοί και μικρόβια θανατηφόρα, είναι αναγκαίο να απαντηθεί και να αποκρουσθεί άμεσα αυτή η βαριά ύβρις και συκοφαντία εναντίον της πίστεώς μας.
Η Θεία Κοινωνία καθώς προείπαμε, αποτελεί τη μετάληψη από τους πιστούς του Σώματος και του Αίματος του Χριστού.
Η Ορθόδοξη Θεολογία τονίζει ότι, λόγω της ενώσεως στο ένα πρόσωπο του Θεανθρώπου της Θείας με την ανθρώπινη φύση Του, η Θεία φύση του Κυρίου προσδίδει ή κοινοποιεί (αντίδοση) στην ανθρώπινη φύση Του τα χαρακτηριστικά («τις τελειότητες») της, την απάθεια, την αθανασία, την μακαριότητα και όλες τις Θεϊκές της ιδιότητες.
Κατά τον ίδιο τρόπο, όταν εμείς οι χριστιανοί κοινωνούμε Σώμα και Αίμα Κυρίου, πραγματικά θεωνόμαστε κατά χάριν και μετέχουμε στις Θεϊκές ιδιότητες («τελειότητες»), χωρίς όμως επ’ ουδενί να παύουμε να είμαστε άνθρωποι.
Πως είναι λοιπόν δυνατόν το υπέρτατο αυτό Μυστήριο, που μας κάνει κατά χάριν θεούς, μας ζωοποιεί και με την χάρη του Θεού μας αφθαρτίζει, αυτό το ίδιο να μας μεταδίδει ιούς θανατηφόρους;
Μόνον όσοι είναι άπιστοι ή αιρετικοί (Προτεστάντες) αρνούνται την πραγματική μεταβολή των Ευχαριστιακών Δώρων σε Σώμα και Αίμα Χριστού και αφήνουν να εμφιλοχωρήσει στο μυαλό τους η άτοπη και βέβηλη αυτή σκέψη.
Η Θεία Κοινωνία μπορεί όντως να μας βλάψει, να γίνει η Θεία Μετάληψη «άνθραξ τους αναξίως φλέγων», πραγματική φλόγα που καίει τους ανάξιους, δηλαδή τους αμετανόητα αμαρτωλούς, η βλάβη αυτή, όμως, δεν προξενείται από μικρόβια και ιούς αλλά από την προσέλευσή μας στο μέγα Μυστήριο, χωρίς Εξομολόγηση – μετάνοια και συγχώρεση των αμαρτιών μας από τον Πνευματικό (Εξομολόγο).
Στην περίπτωση αυτή, η Θεία Μετάληψη, αντί να γίνεται πρόξενος ζωής αιώνιας και αθάνατης, γίνεται αιτία ασθενειών ή ακόμη και σωματικού θανάτου, όπως αδιάψευστα μας πληροφορεί ο ουρανοβάμων Απόστολος Παύλος (Α΄ Κορινθ. 11, 27-30). Η αιτία λοιπόν της όποιας τυχόν βλάβης είναι σαφώς η δική μας αμετανοησία, ψυχική πώρωση και αναισθησία και όχι φυσικά τα μικρόβια!
Η Θεία Ευχαριστία (Θεία Λειτουργία) και όλα τα χριστιανικά Μυστήρια τελούνται από τους ιερείς μας εντός των ιερών ναών, με τη φυσική παρουσία και την προσωπική συμμετοχή των πιστών.
Η Θεία Λειτουργία επ’ ουδενί δεν αντικαθίσταται από την ατομική κατ’ οίκον προσευχή, η οποία είναι μεν απαραίτητη, όμως, δεν αναπληρώνει τη Θεία Λειτουργία (Θεία Κοινωνία). Γι’ αυτό και σε περιόδους σκληρών διωγμών της Εκκλησίας (Ρωμαιοκρατία, Τουρκοκρατία, άθεος Κομμουνισμός), οι χριστιανοί κατέφευγαν κρυφά στις κατακόμβες ή με κίνδυνο της ζωής τους πήγαιναν στις λιγοστές εκκλησίες, που απέμεναν ανοικτές, για να μετάσχουν στη Θεία Λειτουργία και να μεταλάβουν των Αχράντων Μυστηρίων.
Η Θεία Ευχαριστία είναι το κεντρικό μυστήριο της Εκκλησίας μας, που συγκροτεί το Σώμα του Χριστού, δηλαδή την Εκκλησία, διότι μας ενώνει με τον Χριστό, καθιστώντας μας «Θείας φύσεως κοινωνούς» (Β΄ Πέτρ. 1,4).
Μας συγκροτεί ταυτόχρονα και μεταξύ μας, σε μια ενότητα, στο Πανάγιο Σώμα του Θεανθρώπου, την Εκκλησία ολοκληρώνοντάς μας ως αληθινούς εν Χριστώ αδελφούς. Στην Ορθόδοξη Εκκλησία, η σχέση, η κοινωνία μας με τον Θεό δεν είναι μόνο πνευματική –μυστική– ατομική, όπως στην προσευχή, αλλά είναι και ορατή –σωματική– δια μέσου όλων των πιστών, όπως στη Θεία Λειτουργία (Θεία Κοινωνία).
Γι’ αυτό η Εκκλησία, χωρίς τη Θεία Λειτουργία (Θεία Κοινωνία) και τα άλλα ιερά Μυστήρια, παύει να επιτελεί το αγιαστικό και θεοποιό έργο της για τους ανθρώπους.
Εμείς οι χριστιανοί, σε κάθε εποχή εκκλησιαζόμαστε και, προετοιμασμένοι και εξομολογημένοι, κοινωνούμε του Μυστικού Δείπνου του Κυρίου, δηλαδή της Θείας Ευχαριστίας.
Το κάνουμε, ιδιαίτερα κάτω από τις σημερινές συνθήκες, κατά τις οποίες κάποιοι από τους κρατικούς λειτουργούς και από τα ΜΜΕ κάνουν προσπάθειες, παρεμβάσεις και κηρύγματα, προκειμένου να ενσπείρουν τον ανθρώπινο φόβο στους Έλληνες πολίτες, ισχυριζόμενοι ότι, με τη συμμετοχή τους στη Θεία Κοινωνία υπάρχει κίνδυνος μολύνσεώς τους από τον Κορωναϊό.
Όσοι αποδέχονται και ασπάζονται αυτή την κακόβουλη προπαγάνδα εναντίον του Αγίου Ποτηρίου της Θείας Ευχαριστίας, υπονομεύουν την πνευματική τους ζωή και το αιώνιο μέλλον τους.
Και τούτο διότι μη υπακούοντας στον Χριστό, που έδωσε οδηγία να τελούμε τη Θεία Ευχαριστία και να κοινωνούμε, κλείνουν την πόρτα εισόδου στην Αιώνια ζωή, που άνοιξε στους ανθρώπους ο Ιησούς Χριστός, φοβούμενοι ότι, αντί της δωρεάς του αγιασμού και της αθανασίας, μέσω του Τιμίου Σώματος και Αίματος του Κυρίου μπορεί να τους μεταδοθεί μόλυνση και θάνατος.
Καλούμε λοιπόν όλους, όσους επιθυμούν να ζούνε τη συνέχεια της αγιοπνευματικής εμπειρίας των Αγίων της Εκκλησίας μας, να προσέρχονται στους Ιερούς Ναούς και να κοινωνούν με φόβο (σεβασμό) Θεού, πίστη και αγάπη και αφοβία έναντι των ανθρωπίνων φόβων, προσευχόμενοι με τα λόγια της παρακάτω γνωστής προσευχής
«Τοῦ Δείπνου σου τοῦ µυστικοῦ,
σήµερον Υἱὲ Θεοῦ, κοινωνόν µε παράλαβε·
οὐ µὴ γὰρ τοῖς ἐχθροῖς σου τὸ Μυστήριον εἴπω,
οὐ φίληµά σοι δώσω, καθάπερ ὁ Ἰούδας,
ἀλλ’ ὡς ὁ Λῃστὴς ὁµολογῶ σοι.
Μνήσθητί µου Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ Βασιλείᾳ σου».
-
toula
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 51512
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
- Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
“Πρέπει να αγωνιζόμεθα, μνημονεύοντας το Πανάγιον όνομα του Κυρίου μας Ιησού «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με», «Παναγία Θεοτόκε βοήθει μοι».
Γέροντας Εφραίμ Αριζόνας
Γέροντας Εφραίμ Αριζόνας
-
toula
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 51512
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
- Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
“Τα θεία λόγια όταν στρέφονται μέσα στην ψυχή,
τρέφουν και κατευφραίνουν τη διάνοια…”
Άγιος Θεόληπτος Φιλαδελφίας
τρέφουν και κατευφραίνουν τη διάνοια…”
Άγιος Θεόληπτος Φιλαδελφίας
-
toula
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 51512
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
- Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
Πώς μπορεί κάποιος να απαλλαγή από τους λογισμούς;
Οι άγιοι και οι Πατέρες της «Εκκλησίας μας, μας έχουν υποδείξει διάφορους τρόπους αντιμετωπίσεως των λογισμών.
Ο άγ. Ιωάννης ο Χρυσόστομος μας συμβούλευε να μη τους εκφράζουμε, αλλά να τους πνίγουμε με τη σιωπή. Διότι και τα θηρία και τα ερπετά όταν πέφτουν μέσα στο λάκκο, αν βρουν κάποια διέξοδο προς τα πάνω, ανεβαίνουν και συνήθως γίνονται αγριώτερα. Αν, όμως. μένουν συνέχεια κλεισμένα μέσα, εύκολα χάνονται και εξαφανίζονται.
Το ίδιο συμβαίνει και με τους ρυπαρούς λογισμούς. Αν βρουν κάποια διέξοδο με το στόμα δια μέσου των λόγων, ανάβουν την εσωτερική φλόγα. Αν, όμως, αποκλεισθούν με τη σιωπή, αδυνατίζουν, λειώνουν σαν από πείνα και γρήγορα εξαφανίζονται.
Το γραφικό χωρίο «πως ποιήσω το πονηρόν τούτο ρήμα εναντίον του Θεού» (Γεν. 39,9). Όταν μας ταράσση οποιοσδήποτε παράλογος λογισμός, ας σκεπτώμαστε ότι από τον Θεό δεν μπορεί να κρυφθούν και οι πιο μικρές και παράλογες σκέψεις.
Η μελέτη του νόμου του Θεού, η μνήμη των μελλόντων και τα όσα έκανε ο Θεός για μας, μειώνουν τους πονηρούς λογισμούς και δεν βρίσκουν τόπο μέσα μας.
Η εξαγόρευσή τους. Όπως το φίδι, όταν βγαίνει από την φωλιά του, τρέχει να εξαφανισθεί, έτσι και οι πονηροί λογισμοί, όταν εξαγορευθούν, φεύγουν από τον άνθρωπο. Πρέπει να γνωρίζουμε ότι τίποτε δε χαροποιεί τόσο τους δαίμονες, όσο η απόκρυψις των λογισμών.
Η εξουθένωσις της ψυχής και ο σωματικός κόπος «εν παντί καιρώ και τόπω και πράγματι», βοηθεί τον άνθρωπο στο να μην έχει αισχρούς λογισμούς.
Φρόντισε να απαλλαγής από τα πάθη και αμέσως θα διώξεις τους λογισμούς από το νου σου», τονίζει ο αγ. Μάξιμος ο Ομολογητής. Δηλαδή: Για να απαλλαγή κάποιος από την πορνεία, πρέπει να κοπιάσει σωματικά και να νηστέψει. Για να απαλλαγή από την οργή και τη λύπη, πρέπει να καταφρονεί την δόξα και την ατιμία και για να απαλλαγή από τη μνησικακία, πρέπει να προσεύχεται για εκείνον που τον λύπησε.
Δεν μπορούμε να εμποδίσουμε τους λογισμούς να μην έλθουν, μπορούμε, όμως, να μη τους δεχθούμε. Όπως δεν μπορούμε να εμποδίσουμε τα κοράκια να μην πετάνε από πάνω μας, μπορούμε, όμως, να τα εμποδίσουμε να χτίσουν φωλιά πάνω στα κεφάλια μας.
Ας παρακολουθήσουμε, όμως, για λίγο και τον Μ. Βασίλειο στο θέμα του πολέμου αυτού:
«Πρέπει τις επιθέσεις αυτές να τις αντιμετωπίζουμε με εντατική προσοχή και εγρήγορση, όπως ο αθλητής που αποφεύγει τις λαβές των αντιπάλων με τη ακριβή προφύλαξη και την ευελιξία του σώματος και να αναθέσουμε το τέλος του πολέμου και την αποφυγή των βελών στην προσευχή και την άνωθεν βοήθεια.
Και αν ακόμη ο πονηρός εχθρός κατά την ώρα της προσευχής υποβάλει τις πονηρές φαντασίες, η ψυχή ας μη διακόψει την προσευχή της και ας μη νομίζει ότι ευθύνεται για τις πονηρές επιθέσεις του εχθρού, καθώς και για τις φαντασίες του παραδόξου θαυματοποιού. Αντίθετα ας σκεφθεί ότι οι σκέψεις αυτές οφείλονται στην αναίδεια του εφευρέτου της κακίας και ας επιτείνει τη γονυκλισία και ας ικετεύει τον Θεό να διαλυθεί το πονηρό διάφραγμα των παραλόγων σκέψεων, ώστε χωρίς εμπόδια να πλησίαση τον Θεό.
Εάν, όμως, η βλαβερή επίδρασις του λογισμού γίνει πιο έντονη εξ αιτίας της αναίδειας του εχθρού, δεν πρέπει να δειλιάζουμε, ούτε να αφήνουμε τον αγώνα μας στη μέση, αλλά να υπομένουμε μέχρι τότε που ο Θεός θα δη την επιμονή μας και θα μας φώτιση με τη χάρη του Αγ. Πνεύματος, η οποία τον μεν εχθρό τρέπει σε φυγή, τον δε νου μας τον γεμίζει με θειο φως, ώστε ο λογισμός να λατρεύσει τον Θεό με αδιατάρακτη γαλήνη και ευφροσύνη».
Γενικά οι πατέρες έχουν τρεις τρόπους αντιμετωπίσεως των αισχρών λογισμών: α) Την προσευχή, β) την αντίρρηση και γ) την περιφρόνηση.
α) Ή προσευχή. Είναι αδύνατον ο αρχάριος να δίωξη μόνος του τους λογισμούς. Αυτό είναι γνώρισμα των τελείων.
Η νοερά προσευχή, η μονολόγιστος ευχή, το «Κύριε, Ιησού Χριστέ, ελέησόν με», είναι το πιο δυνατό όπλο για να μπόρεση κάποιος να νικήσει τους λογισμούς. «Ιησού ονόματι μάστιζε πολεμίους’ ου γαρ εστίν εν γη και ουρανώ δυνατώτερον όπλον», τονίζει ο αγ. Ιωάννης της Κλίμακος.
«Το γλυκύτατον Όνομα του Ιησού, συνεχώς και κατανυκτικώς και μετά πόθου και πίστεως εν τω βάθει της καρδίας μελετώμενον, αποκοιμίζει μεν όλους τους κακούς λογισμούς, εξυπνίζει δε όλους τους αγαθούς και πνευματικούς. Και όπου πρότερον εξήρχοντο εκ της καρδίας διαλογισμοί πονηροί, φόνοι, μοιχείαι (Ματθ. 15,19), καθώς είπεν ο Κύριος, εκείθεν ύστερον εξέρχονται λογισμοί αγαθοί, λόγοι σοφίας και χάριτος».
β) Η αντίρρησις. Η προσευχή είναι για τους αρχαρίους και τους αδυνάτους. Εκείνοι που μπορούν να πολεμήσουν ας χρησιμοποιήσουν την αντίρρηση, η οποία συνηθίζει να φιμώνει τους δαίμονες. Ο Κύριός μας με αυτό τον τρόπο νίκησε τους τρεις μεγάλους πολέμους που του προέβαλε ο διάβολος πάνω στο ορός. «Την φιληδονίαν με το ουκ επ’ άρτω μόνον ζήσεται άνθρωπος, την φιλοδοξίαν με το ουκ εκπειράσεις Κύριον τον Θεόν σου, και την φιλαργυρίαν με το Κύριον μόνον τον Θεόν σου προσκυνήσεις και αυτώ μόνω λατρεύσεις (Ματθ. 4,10)».
Ο ιερομάρτυς Πέτρος ο Δαμασκηνός μας αναφέρει τα εξής σχετικά:
«Όταν οι δαίμονες υποβάλουν κάποιο λογισμό υπερηφάνειας, τότε να θυμάσαι τους αισχρούς λογισμούς που σου έλεγαν και να ταπεινώνεσαι. Όταν πάλι υποβάλουν τους αισχρούς, να θυμάσαι εκείνους τους υπερήφανους λογισμούς και να τους νικάς με τον τρόπο αυτό, ώστε ούτε να απελπίζεσαι από τους αισχρούς λογισμούς, ούτε να υπερηφανευθείς από τους καλούς».
Έτσι όταν κάποιος γέροντας επολεμείτο από τους λογισμούς της υπερηφάνειας, έλεγε στο λογισμό του: «Γέρον, βλέπε τας πορνείας σου»‘ και ο πόλεμος σταματούσε.
Υπάρχουν περιπτώσεις που επιστρατεύει κανείς όλες τις πνευματικές του δυνάμεις, όλους τους αγαθούς λογισμούς και δεν μπορεί να δίωξη έναν κακό λογισμό. Ποια είναι ή αίτια; «Επειδή πρώτον δεχόμεθα του κατακρίναι τον πλησίον». Κατακρίναμε τον αδελφό μας και ο λογισμός μας έχασε την δύναμη που είχε προηγουμένως.
Μερικές φορές είμαστε ανόητοι γι’ αυτό και μας κυριεύουν οι λογισμοί.
Πολλές φορές, όμως, δεν έχουμε την δύναμη να πολεμήσουμε τους λογισμούς, με αποτέλεσμα να δεχθούμε τέτοιες πνευματικές πληγές που δεν θεραπεύονται ακόμη και με την πάροδο μεγάλου χρονικού διαστήματος.
Γι’ αυτό καλλίτερα είναι να καταφεύγει κανείς στην δύναμη της προσευχής και των δακρύων, διότι α) ή ψυχή δεν έχει πάντοτε την ίδια δύναμη, β) ο διάβολος έχει πείρα αρκετών χιλιάδων ετών, ενώ η δική μας είναι πολύ περιωρισμένη, με αποτέλεσμα να φύγουμε νικημένοι και πληγωμένοι, αφού ο νους μας πάλι μολύνεται με τις αισχρές φαντασίες, και γ) διώχνει την υπερηφάνεια και δείχνει ταπείνωση όποιος καταφεύγει στον Θεό την ώρα του πολέμου των λογισμών «και ομολογεί τον μεν εαυτόν του ανάξιον και ταπεινόν και αδύνατον εις το να πολεμεί, τον δε Ιησού Χριστόν μόνον δυνατόν και κραταιόν εν πολεμώ, διότι Αυτός μας είπε: «Θαρσείτε, εγώ νενίκηκα τον κόσμον» (Ίωάν. 16,33), δηλαδή, τα πάθη, τους λογισμούς και τον διάβολον».
γ) Η καταφρόνησις. «Εάν ανασχώμεθα σχολάζειν τοις λογισμοίς του εχθρού, ουδέποτε έχομεν αγαθόν τι πράξαι, όπερ εκείνος πραγματεύεται». Δηλαδή αν ασχολούμαστε με τους λογισμούς που μας υποβάλλει ο εχθρός, ποτέ δε θα μπορέσουμε να κάνουμε κάποιο καλό, από εκείνα που αυτός πολεμεί.
Η καταφρόνησις και το να μην ασχολήται κανείς με τους λογισμούς του εχθρού, είναι το μεγαλύτερο όπλο και αποτελεί το πιο δυνατό κτύπημα στον διάβολο.
Πρέπει να θεωρούμε τους λογισμούς του σαν ζωύφια, σαν γαυγίσματα από σκυλάκια, σαν κουνούπια και στη χειρότερη περίπτωση, σαν την βοή του αεροπλάνου και σαν τίποτε, διότι: α) Πιστεύουμε στην δύναμη του Αρχιστρατήγου μας Ιησού Χριστού και β) Πιστεύουμε ότι μετά το Σταυρό και τον θάνατο του Κυρίου μας ο διάβολος δεν έχει καμία ισχύ εναντίον μας, αλλά μένει ανίσχυρος και αδύναμος κατά το γεγραμμένον «του εχθρού εξέλιπον αι ρομφαίαι εις τέλος» (Ψαλμ. 9,6).
Μεγαλύτερη νίκη και εντροπή των δαιμόνων δεν υπάρχει από αυτήν την καταφρόνηση, διότι αυτός που έφθασε σ’ αυτό το σημείο, είναι οπλισμένος με την χάρη του Θεού και μένει ασύλληπτος από τους λογισμούς και τους δαίμονες.
Αυτοί είναι οι τρεις τρόποι αντιμετωπίσεως των λογισμών που προέρχονται κυρίως από τον διάβολο.
Από το βιβλίο «Οι λογισμοί και η αντιμετώπισή τους» ΕΚΔΟΣΙΣ ΣΥΝΟΔΙΑ ΣΠΥΡΙΔΩΝΟΣ ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ ΝΕΑ ΣΚΗΤΗ – ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ 1997.
Οι άγιοι και οι Πατέρες της «Εκκλησίας μας, μας έχουν υποδείξει διάφορους τρόπους αντιμετωπίσεως των λογισμών.
Ο άγ. Ιωάννης ο Χρυσόστομος μας συμβούλευε να μη τους εκφράζουμε, αλλά να τους πνίγουμε με τη σιωπή. Διότι και τα θηρία και τα ερπετά όταν πέφτουν μέσα στο λάκκο, αν βρουν κάποια διέξοδο προς τα πάνω, ανεβαίνουν και συνήθως γίνονται αγριώτερα. Αν, όμως. μένουν συνέχεια κλεισμένα μέσα, εύκολα χάνονται και εξαφανίζονται.
Το ίδιο συμβαίνει και με τους ρυπαρούς λογισμούς. Αν βρουν κάποια διέξοδο με το στόμα δια μέσου των λόγων, ανάβουν την εσωτερική φλόγα. Αν, όμως, αποκλεισθούν με τη σιωπή, αδυνατίζουν, λειώνουν σαν από πείνα και γρήγορα εξαφανίζονται.
Το γραφικό χωρίο «πως ποιήσω το πονηρόν τούτο ρήμα εναντίον του Θεού» (Γεν. 39,9). Όταν μας ταράσση οποιοσδήποτε παράλογος λογισμός, ας σκεπτώμαστε ότι από τον Θεό δεν μπορεί να κρυφθούν και οι πιο μικρές και παράλογες σκέψεις.
Η μελέτη του νόμου του Θεού, η μνήμη των μελλόντων και τα όσα έκανε ο Θεός για μας, μειώνουν τους πονηρούς λογισμούς και δεν βρίσκουν τόπο μέσα μας.
Η εξαγόρευσή τους. Όπως το φίδι, όταν βγαίνει από την φωλιά του, τρέχει να εξαφανισθεί, έτσι και οι πονηροί λογισμοί, όταν εξαγορευθούν, φεύγουν από τον άνθρωπο. Πρέπει να γνωρίζουμε ότι τίποτε δε χαροποιεί τόσο τους δαίμονες, όσο η απόκρυψις των λογισμών.
Η εξουθένωσις της ψυχής και ο σωματικός κόπος «εν παντί καιρώ και τόπω και πράγματι», βοηθεί τον άνθρωπο στο να μην έχει αισχρούς λογισμούς.
Φρόντισε να απαλλαγής από τα πάθη και αμέσως θα διώξεις τους λογισμούς από το νου σου», τονίζει ο αγ. Μάξιμος ο Ομολογητής. Δηλαδή: Για να απαλλαγή κάποιος από την πορνεία, πρέπει να κοπιάσει σωματικά και να νηστέψει. Για να απαλλαγή από την οργή και τη λύπη, πρέπει να καταφρονεί την δόξα και την ατιμία και για να απαλλαγή από τη μνησικακία, πρέπει να προσεύχεται για εκείνον που τον λύπησε.
Δεν μπορούμε να εμποδίσουμε τους λογισμούς να μην έλθουν, μπορούμε, όμως, να μη τους δεχθούμε. Όπως δεν μπορούμε να εμποδίσουμε τα κοράκια να μην πετάνε από πάνω μας, μπορούμε, όμως, να τα εμποδίσουμε να χτίσουν φωλιά πάνω στα κεφάλια μας.
Ας παρακολουθήσουμε, όμως, για λίγο και τον Μ. Βασίλειο στο θέμα του πολέμου αυτού:
«Πρέπει τις επιθέσεις αυτές να τις αντιμετωπίζουμε με εντατική προσοχή και εγρήγορση, όπως ο αθλητής που αποφεύγει τις λαβές των αντιπάλων με τη ακριβή προφύλαξη και την ευελιξία του σώματος και να αναθέσουμε το τέλος του πολέμου και την αποφυγή των βελών στην προσευχή και την άνωθεν βοήθεια.
Και αν ακόμη ο πονηρός εχθρός κατά την ώρα της προσευχής υποβάλει τις πονηρές φαντασίες, η ψυχή ας μη διακόψει την προσευχή της και ας μη νομίζει ότι ευθύνεται για τις πονηρές επιθέσεις του εχθρού, καθώς και για τις φαντασίες του παραδόξου θαυματοποιού. Αντίθετα ας σκεφθεί ότι οι σκέψεις αυτές οφείλονται στην αναίδεια του εφευρέτου της κακίας και ας επιτείνει τη γονυκλισία και ας ικετεύει τον Θεό να διαλυθεί το πονηρό διάφραγμα των παραλόγων σκέψεων, ώστε χωρίς εμπόδια να πλησίαση τον Θεό.
Εάν, όμως, η βλαβερή επίδρασις του λογισμού γίνει πιο έντονη εξ αιτίας της αναίδειας του εχθρού, δεν πρέπει να δειλιάζουμε, ούτε να αφήνουμε τον αγώνα μας στη μέση, αλλά να υπομένουμε μέχρι τότε που ο Θεός θα δη την επιμονή μας και θα μας φώτιση με τη χάρη του Αγ. Πνεύματος, η οποία τον μεν εχθρό τρέπει σε φυγή, τον δε νου μας τον γεμίζει με θειο φως, ώστε ο λογισμός να λατρεύσει τον Θεό με αδιατάρακτη γαλήνη και ευφροσύνη».
Γενικά οι πατέρες έχουν τρεις τρόπους αντιμετωπίσεως των αισχρών λογισμών: α) Την προσευχή, β) την αντίρρηση και γ) την περιφρόνηση.
α) Ή προσευχή. Είναι αδύνατον ο αρχάριος να δίωξη μόνος του τους λογισμούς. Αυτό είναι γνώρισμα των τελείων.
Η νοερά προσευχή, η μονολόγιστος ευχή, το «Κύριε, Ιησού Χριστέ, ελέησόν με», είναι το πιο δυνατό όπλο για να μπόρεση κάποιος να νικήσει τους λογισμούς. «Ιησού ονόματι μάστιζε πολεμίους’ ου γαρ εστίν εν γη και ουρανώ δυνατώτερον όπλον», τονίζει ο αγ. Ιωάννης της Κλίμακος.
«Το γλυκύτατον Όνομα του Ιησού, συνεχώς και κατανυκτικώς και μετά πόθου και πίστεως εν τω βάθει της καρδίας μελετώμενον, αποκοιμίζει μεν όλους τους κακούς λογισμούς, εξυπνίζει δε όλους τους αγαθούς και πνευματικούς. Και όπου πρότερον εξήρχοντο εκ της καρδίας διαλογισμοί πονηροί, φόνοι, μοιχείαι (Ματθ. 15,19), καθώς είπεν ο Κύριος, εκείθεν ύστερον εξέρχονται λογισμοί αγαθοί, λόγοι σοφίας και χάριτος».
β) Η αντίρρησις. Η προσευχή είναι για τους αρχαρίους και τους αδυνάτους. Εκείνοι που μπορούν να πολεμήσουν ας χρησιμοποιήσουν την αντίρρηση, η οποία συνηθίζει να φιμώνει τους δαίμονες. Ο Κύριός μας με αυτό τον τρόπο νίκησε τους τρεις μεγάλους πολέμους που του προέβαλε ο διάβολος πάνω στο ορός. «Την φιληδονίαν με το ουκ επ’ άρτω μόνον ζήσεται άνθρωπος, την φιλοδοξίαν με το ουκ εκπειράσεις Κύριον τον Θεόν σου, και την φιλαργυρίαν με το Κύριον μόνον τον Θεόν σου προσκυνήσεις και αυτώ μόνω λατρεύσεις (Ματθ. 4,10)».
Ο ιερομάρτυς Πέτρος ο Δαμασκηνός μας αναφέρει τα εξής σχετικά:
«Όταν οι δαίμονες υποβάλουν κάποιο λογισμό υπερηφάνειας, τότε να θυμάσαι τους αισχρούς λογισμούς που σου έλεγαν και να ταπεινώνεσαι. Όταν πάλι υποβάλουν τους αισχρούς, να θυμάσαι εκείνους τους υπερήφανους λογισμούς και να τους νικάς με τον τρόπο αυτό, ώστε ούτε να απελπίζεσαι από τους αισχρούς λογισμούς, ούτε να υπερηφανευθείς από τους καλούς».
Έτσι όταν κάποιος γέροντας επολεμείτο από τους λογισμούς της υπερηφάνειας, έλεγε στο λογισμό του: «Γέρον, βλέπε τας πορνείας σου»‘ και ο πόλεμος σταματούσε.
Υπάρχουν περιπτώσεις που επιστρατεύει κανείς όλες τις πνευματικές του δυνάμεις, όλους τους αγαθούς λογισμούς και δεν μπορεί να δίωξη έναν κακό λογισμό. Ποια είναι ή αίτια; «Επειδή πρώτον δεχόμεθα του κατακρίναι τον πλησίον». Κατακρίναμε τον αδελφό μας και ο λογισμός μας έχασε την δύναμη που είχε προηγουμένως.
Μερικές φορές είμαστε ανόητοι γι’ αυτό και μας κυριεύουν οι λογισμοί.
Πολλές φορές, όμως, δεν έχουμε την δύναμη να πολεμήσουμε τους λογισμούς, με αποτέλεσμα να δεχθούμε τέτοιες πνευματικές πληγές που δεν θεραπεύονται ακόμη και με την πάροδο μεγάλου χρονικού διαστήματος.
Γι’ αυτό καλλίτερα είναι να καταφεύγει κανείς στην δύναμη της προσευχής και των δακρύων, διότι α) ή ψυχή δεν έχει πάντοτε την ίδια δύναμη, β) ο διάβολος έχει πείρα αρκετών χιλιάδων ετών, ενώ η δική μας είναι πολύ περιωρισμένη, με αποτέλεσμα να φύγουμε νικημένοι και πληγωμένοι, αφού ο νους μας πάλι μολύνεται με τις αισχρές φαντασίες, και γ) διώχνει την υπερηφάνεια και δείχνει ταπείνωση όποιος καταφεύγει στον Θεό την ώρα του πολέμου των λογισμών «και ομολογεί τον μεν εαυτόν του ανάξιον και ταπεινόν και αδύνατον εις το να πολεμεί, τον δε Ιησού Χριστόν μόνον δυνατόν και κραταιόν εν πολεμώ, διότι Αυτός μας είπε: «Θαρσείτε, εγώ νενίκηκα τον κόσμον» (Ίωάν. 16,33), δηλαδή, τα πάθη, τους λογισμούς και τον διάβολον».
γ) Η καταφρόνησις. «Εάν ανασχώμεθα σχολάζειν τοις λογισμοίς του εχθρού, ουδέποτε έχομεν αγαθόν τι πράξαι, όπερ εκείνος πραγματεύεται». Δηλαδή αν ασχολούμαστε με τους λογισμούς που μας υποβάλλει ο εχθρός, ποτέ δε θα μπορέσουμε να κάνουμε κάποιο καλό, από εκείνα που αυτός πολεμεί.
Η καταφρόνησις και το να μην ασχολήται κανείς με τους λογισμούς του εχθρού, είναι το μεγαλύτερο όπλο και αποτελεί το πιο δυνατό κτύπημα στον διάβολο.
Πρέπει να θεωρούμε τους λογισμούς του σαν ζωύφια, σαν γαυγίσματα από σκυλάκια, σαν κουνούπια και στη χειρότερη περίπτωση, σαν την βοή του αεροπλάνου και σαν τίποτε, διότι: α) Πιστεύουμε στην δύναμη του Αρχιστρατήγου μας Ιησού Χριστού και β) Πιστεύουμε ότι μετά το Σταυρό και τον θάνατο του Κυρίου μας ο διάβολος δεν έχει καμία ισχύ εναντίον μας, αλλά μένει ανίσχυρος και αδύναμος κατά το γεγραμμένον «του εχθρού εξέλιπον αι ρομφαίαι εις τέλος» (Ψαλμ. 9,6).
Μεγαλύτερη νίκη και εντροπή των δαιμόνων δεν υπάρχει από αυτήν την καταφρόνηση, διότι αυτός που έφθασε σ’ αυτό το σημείο, είναι οπλισμένος με την χάρη του Θεού και μένει ασύλληπτος από τους λογισμούς και τους δαίμονες.
Αυτοί είναι οι τρεις τρόποι αντιμετωπίσεως των λογισμών που προέρχονται κυρίως από τον διάβολο.
Από το βιβλίο «Οι λογισμοί και η αντιμετώπισή τους» ΕΚΔΟΣΙΣ ΣΥΝΟΔΙΑ ΣΠΥΡΙΔΩΝΟΣ ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ ΝΕΑ ΣΚΗΤΗ – ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ 1997.
-
toula
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 51512
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
- Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
ΓΕΡΟΝΤΑ ΠΑΪΣΙΕ ΠΩΣ ΝΑ ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΖΟΜΑΙ ΓΙΑ ΤΗ ΘΕΙΑ ΚΟΙΝΩΝΙΑ;
-Πάντοτε πρέπει να είναι έτοιμος κανείς, αλλά, όταν πρόκειται να κοινωνήσει, καλά είναι να κάνει κάτι περισσότερο από τα πνευματικά που κάνει συνήθως, για να ετοιμασθεί καλύτερα. Πολύ θα σε βοηθήσει να διαβάζεις την Ακολουθία της Θείας Μεταλήψεως και στο κελλί σου. Έτσι θα την καταλαβαίνεις καλύτερα και θα νιώθεις περισσότερο την αμαρτωλότητά σου.
Τι να κάνω, Γέροντα, την ώρα της Θείας Λειτουργίας, όταν δενμπορώ να ετοιμασθώ για να κοινωνήσω;– Καλά, εκείνη την ώρα θα ετοιμασθείς; Αλλά και πάλι ο Χριστός δεν είναι άδικος· αν πράγματι κάτι σε εμπόδισε και δεν μπόρεσες να ετοιμασθείς, Εκείνος το ξέρει. Δεν λέω να μην κάνεις τίποτε, αλλά να μην είναι ο εαυτός σου εμπόδιο, όταν δεν κάνεις. Καμιά φορά ούτε τη Θεία Μετάληψη δεν προλαβαίνει να διαβάσει κανείς και πάει να κοινωνήσει σαν κοσμικός. Τότε να έχει ταπεινούς λογισμούς. «Θεέ μου, να πει, βρίσκομαι σε μια κοσμική κατάσταση· συγχώρεσέ με». Ο Θεός βλέπει την καρδιά. Πολλές φορές νομίζει κανείς ότι είναι έτοιμος και δεν είναι, και άλλοτε νομίζει ότι δεν είναι έτοιμος και τότε είναι. Η καλύτερη ετοιμασία είναι η ταπεινή αντιμετώπιση, η συντριβή, το φιλότιμο.
Για τη Θεία Κοινωνία δεν προετοιμάζεται κανείς αλλάζοντας τα ρούχα και πλένοντας τα δόντια. Το κυριότερο είναι να εξετάσει τον εαυτό του· να δει: Αισθάνεται τη Θεία Κοινωνία ως ανάγκη; Είναι τακτοποιημένος; Μήπως υπάρχει κάτι που τον εμποδίζει από τη Θεία Κοινωνία και δεν το έχει εξομολογηθεί; Για να νιώσουμε τη Θεία Κοινωνία, πρέπει να υπάρχουν προϋποθέσεις. Η καλύτερη προϋπόθεση είναι η ταπεινή προσπάθεια να κόψουμε τα πάθη μας, για να μείνει στην καρδιά μας ο Χριστός. Αλλιώς ο Χριστός έρχεται με τη Θεία Κοινωνία μέσα μας, αλλά φεύγει αμέσως και δεν αισθανόμαστε τίποτε. Όταν παραμένει ο Χριστός, γίνεται μία αλλοίωση στον άνθρωπο. Υπάρχουν άνθρωποι που νιώθουν μέσα τους τον Χριστό από τη μία Θεία Κοινωνία μέχρι την άλλη χωρίς διακοπή.
– Γέροντα, πολλές φορές, όταν ο ιερέας λέει: «Μετά φόβου Θεού, πίστεως και αγάπης προσέλθετε», νιώθω ότι δεν είμαι έτοιμη να κοινωνήσω.
– Στα νοσοκομεία, μια ορισμένη ώρα, περνούν οι για¬τροί, και οι νοσοκόμοι φωνάζουν: «Νοσηλεία!». Τότε όλοι οι επισκέπτες βγαίνουν από τους θαλάμους και οι άρρωστοι πηγαίνουν στα κρεβάτια τους και περιμέ¬νουν τον γιατρό, για να τον ενημερώσουν για την κα¬τάστασή τους και να τους δώσει την ανάλογη θεραπεία. Έτσι κι εσύ, όταν ο ιερέας λέει: «Μετά φόβου Θεού», να σκέφτεσαι ότι γίνεται νοσηλεία και να προσέρχεσαι στη Θεία Κοινωνία με συναίσθηση της αμαρτωλότη¬τός σου, ζητώντας ταπεινά το έλεος του Θεού.
Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου, Λόγοι, Περί Προσευχής.
-Πάντοτε πρέπει να είναι έτοιμος κανείς, αλλά, όταν πρόκειται να κοινωνήσει, καλά είναι να κάνει κάτι περισσότερο από τα πνευματικά που κάνει συνήθως, για να ετοιμασθεί καλύτερα. Πολύ θα σε βοηθήσει να διαβάζεις την Ακολουθία της Θείας Μεταλήψεως και στο κελλί σου. Έτσι θα την καταλαβαίνεις καλύτερα και θα νιώθεις περισσότερο την αμαρτωλότητά σου.
Τι να κάνω, Γέροντα, την ώρα της Θείας Λειτουργίας, όταν δενμπορώ να ετοιμασθώ για να κοινωνήσω;– Καλά, εκείνη την ώρα θα ετοιμασθείς; Αλλά και πάλι ο Χριστός δεν είναι άδικος· αν πράγματι κάτι σε εμπόδισε και δεν μπόρεσες να ετοιμασθείς, Εκείνος το ξέρει. Δεν λέω να μην κάνεις τίποτε, αλλά να μην είναι ο εαυτός σου εμπόδιο, όταν δεν κάνεις. Καμιά φορά ούτε τη Θεία Μετάληψη δεν προλαβαίνει να διαβάσει κανείς και πάει να κοινωνήσει σαν κοσμικός. Τότε να έχει ταπεινούς λογισμούς. «Θεέ μου, να πει, βρίσκομαι σε μια κοσμική κατάσταση· συγχώρεσέ με». Ο Θεός βλέπει την καρδιά. Πολλές φορές νομίζει κανείς ότι είναι έτοιμος και δεν είναι, και άλλοτε νομίζει ότι δεν είναι έτοιμος και τότε είναι. Η καλύτερη ετοιμασία είναι η ταπεινή αντιμετώπιση, η συντριβή, το φιλότιμο.
Για τη Θεία Κοινωνία δεν προετοιμάζεται κανείς αλλάζοντας τα ρούχα και πλένοντας τα δόντια. Το κυριότερο είναι να εξετάσει τον εαυτό του· να δει: Αισθάνεται τη Θεία Κοινωνία ως ανάγκη; Είναι τακτοποιημένος; Μήπως υπάρχει κάτι που τον εμποδίζει από τη Θεία Κοινωνία και δεν το έχει εξομολογηθεί; Για να νιώσουμε τη Θεία Κοινωνία, πρέπει να υπάρχουν προϋποθέσεις. Η καλύτερη προϋπόθεση είναι η ταπεινή προσπάθεια να κόψουμε τα πάθη μας, για να μείνει στην καρδιά μας ο Χριστός. Αλλιώς ο Χριστός έρχεται με τη Θεία Κοινωνία μέσα μας, αλλά φεύγει αμέσως και δεν αισθανόμαστε τίποτε. Όταν παραμένει ο Χριστός, γίνεται μία αλλοίωση στον άνθρωπο. Υπάρχουν άνθρωποι που νιώθουν μέσα τους τον Χριστό από τη μία Θεία Κοινωνία μέχρι την άλλη χωρίς διακοπή.
– Γέροντα, πολλές φορές, όταν ο ιερέας λέει: «Μετά φόβου Θεού, πίστεως και αγάπης προσέλθετε», νιώθω ότι δεν είμαι έτοιμη να κοινωνήσω.
– Στα νοσοκομεία, μια ορισμένη ώρα, περνούν οι για¬τροί, και οι νοσοκόμοι φωνάζουν: «Νοσηλεία!». Τότε όλοι οι επισκέπτες βγαίνουν από τους θαλάμους και οι άρρωστοι πηγαίνουν στα κρεβάτια τους και περιμέ¬νουν τον γιατρό, για να τον ενημερώσουν για την κα¬τάστασή τους και να τους δώσει την ανάλογη θεραπεία. Έτσι κι εσύ, όταν ο ιερέας λέει: «Μετά φόβου Θεού», να σκέφτεσαι ότι γίνεται νοσηλεία και να προσέρχεσαι στη Θεία Κοινωνία με συναίσθηση της αμαρτωλότη¬τός σου, ζητώντας ταπεινά το έλεος του Θεού.
Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου, Λόγοι, Περί Προσευχής.
-
toula
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 51512
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
- Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
Όταν θέλει ο Θεός…
Υπήρχε μια φτωχή γυναίκα, η οποία όλη την ώρα, ό,τι καλό και να συνέβαινε, κοίταζε τον ουρανό και έλεγε: «δόξα τω Θεώ».
Αισθανόταν πολύ ευγνώμων για το οτιδήποτε.
Κάπου εκεί κοντά έμενε ένας πλούσιος άνθρωπος. Κάθε φορά, λοιπόν, που περνούσε μπροστά από το σπίτι της γυναίκας, την άκουγε να λέει «δόξα τω Θεώ. Ευχαριστώ, Κύριε». Στην αρχή δεν έδινε σημασία, αλλά κάποια στιγμή αυτό άρχισε να τον εκνευρίζει.
«Πώς μπορεί αυτή η γυναίκα, τόσο φτωχή, να ευχαριστεί συνέχεια το Θεό;» σκεφτόταν.
Μια μέρα, λοιπόν, όταν ξαναπέρασε μπροστά από το σπίτι της και την άκουσε να λέει πάλι «δόξα τω Θεώ», νευρίασε τόσο πολύ, που είπε στον υπηρέτη του: «Πήγαινε στο παντοπωλείο και γέμισε δυό τσάντες τρόφιμα. Πήγαινέ τα σ’ αυτή τη γυναίκα και όταν σε ρωτήσει ποιος τα στέλλει, να της πεις ότι ο διάβολος τα στέλνει».
Έτσι, λοιπόν, έκανε ο υπηρέτης. Την επόμενη μέρα πήγε στο παντοπωλείο, γέμισε δύο τσάντες με τρόφιμα και τα πήγε στη γυναίκα αυτή. Έφτασε στο σπίτι της και χτύπησε την πόρτα.
Εκείνη μόλις βγήκε έξω και αντίκρισε τις δύο τσάντες γεμάτε τρόφιμα, αναφώνησε: «Δόξα τω Θεώ! Ευχαριστώ, Κύριε». Ο υπηρέτης τη ρώτησε ανυπόμονα:
– «Δεν θέλετε να μάθετε ποιος σας έστειλε τα τρόφιμα;».
– «Όχι, παιδί μου, δεν έχει σημασία. Όταν θέλει ο Θεός και ο διάβολος τον υπηρετεί» και παίρνοντας τα τρόφιμα μπήκε μέσα ευχαριστημένη.
Του Γεωργίου Δ. Κούβελα, από το περιοδικό ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ.
Υπήρχε μια φτωχή γυναίκα, η οποία όλη την ώρα, ό,τι καλό και να συνέβαινε, κοίταζε τον ουρανό και έλεγε: «δόξα τω Θεώ».
Αισθανόταν πολύ ευγνώμων για το οτιδήποτε.
Κάπου εκεί κοντά έμενε ένας πλούσιος άνθρωπος. Κάθε φορά, λοιπόν, που περνούσε μπροστά από το σπίτι της γυναίκας, την άκουγε να λέει «δόξα τω Θεώ. Ευχαριστώ, Κύριε». Στην αρχή δεν έδινε σημασία, αλλά κάποια στιγμή αυτό άρχισε να τον εκνευρίζει.
«Πώς μπορεί αυτή η γυναίκα, τόσο φτωχή, να ευχαριστεί συνέχεια το Θεό;» σκεφτόταν.
Μια μέρα, λοιπόν, όταν ξαναπέρασε μπροστά από το σπίτι της και την άκουσε να λέει πάλι «δόξα τω Θεώ», νευρίασε τόσο πολύ, που είπε στον υπηρέτη του: «Πήγαινε στο παντοπωλείο και γέμισε δυό τσάντες τρόφιμα. Πήγαινέ τα σ’ αυτή τη γυναίκα και όταν σε ρωτήσει ποιος τα στέλλει, να της πεις ότι ο διάβολος τα στέλνει».
Έτσι, λοιπόν, έκανε ο υπηρέτης. Την επόμενη μέρα πήγε στο παντοπωλείο, γέμισε δύο τσάντες με τρόφιμα και τα πήγε στη γυναίκα αυτή. Έφτασε στο σπίτι της και χτύπησε την πόρτα.
Εκείνη μόλις βγήκε έξω και αντίκρισε τις δύο τσάντες γεμάτε τρόφιμα, αναφώνησε: «Δόξα τω Θεώ! Ευχαριστώ, Κύριε». Ο υπηρέτης τη ρώτησε ανυπόμονα:
– «Δεν θέλετε να μάθετε ποιος σας έστειλε τα τρόφιμα;».
– «Όχι, παιδί μου, δεν έχει σημασία. Όταν θέλει ο Θεός και ο διάβολος τον υπηρετεί» και παίρνοντας τα τρόφιμα μπήκε μέσα ευχαριστημένη.
Του Γεωργίου Δ. Κούβελα, από το περιοδικό ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ.