Καταλαλιά

Πνευματικά άρθρα και Αναγνώσματα.Αποσπάσματα από διάφορα βιβλία.

Συντονιστές: ntinoula, Συντονιστές

NIKOSZ
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 6135
Εγγραφή: Τετ Οκτ 04, 2006 5:00 am
Τοποθεσία: Αθηνα

Καταλαλιά

Δημοσίευση από NIKOSZ »

Καταλαλιά καί κατάκρισις

Ήλθαν κάποτε μερικοί αίρετικοί πρός τόν άββάν Ποιμένα καί ήρχισαν νά καταλαλούν έναντίον τού άρχιεπισκόπου ʽΑλεξανδρείας, ότι έχειροτονήθη άπό πρεσβυτέρους.

ʽΟ Ποιμήν τότε, έφώναξεν Ιδιαιτέρως τόν άδελφόν ό όποίος ήτο μαζί του καί τού λέγει. «Στρώσε τό τραπέζι, βάλε εις αύτούς νά φάγουν καί στείλε τους νά φύγουν μέ ήσυχίαν».


Ήρώτησαν Γέροντα, τί διαφέρει ή καταλαλιά άπό τήν κατάκρισιν; καί ό Γέρων άπεκρίθη: «ʽΗ καταλαλιά λέγεται εις τά ʽιδιώματα τής ψυχής, καθώς οταν λέγηςʼ ό δείνα είναι καλός, άλλά πεισματάρης ή άδιάκριτος. ʽΗ δέ κατάκρισις λέγεται εις τάς πράξεις όπως παραδείγματος χάριν όταν λέγης: εκείνος έκαμεν άπάτην ή άρπαγήν. Καί βέβαια, έννοεϊται, ότι ή κατάκρισις είναι χειρότερη άπό τήν καταλαλιάν».

Είπε Γέρων: ʽΕάν καταλαλήσης τού άδελφού σου καί σέ τύπτει ή συνείδησίς σου, πήγαινε βάλε μετάνοιαν είς αύτόν καί είπε Του: «Σέ κατηγόρησα». Καί φυλάξου εις τό έξής νά μή ξαναγελαστής διότι ή καταλαλιά είναι θάνατος τής ψυχής.

ʽΕάν καταλαλήση άδελφός άδελφόν έμπροσθέν σου, πρόσεξε μήν παρασυρθής καί είπής, ναί, έτσι είναιʼ άλλά ή σώπασε, ή πές του: «ʽΕγώ, άδελφέ, είμαι κολασμένος καί δέν ήμπορώ νά κρίνω άλλον». Κιʼ έτσι θά σωθήτε καί σύ καί έκείνος.

“Ας άποφύγωμεν, άδελφοί, τόν ψιθυρισμόν, διά νά μή στερήση ήμάς τού Παραδείσου καί μάς ρίξη μέσα εΙς τήν γέενναν τού πυρός. Διότι ό όφις ψιθυρίσας, έδιωξε τήν Εύαν άπό τόν Παράδεισον.


Δέν ύπάρχει ποτέ καταλαλιά ή οποία νά γίνεται άπό εύθύτητα καρδίας. Διότι δέν είναι άνάγκη νά κρημνίσης τό Ιδικόν σου σπίτι διά νά κτίσης τού άλλου.

Είπε Γέρων: «Καθώς έκείνος πού δέχεται μέσα εις τόν κόλπον του φωτιάν, καίεται άπό αύτήν, έτσι καί όποιος δέχεται τάς συναναστροφάς τών πολλών, δέν θά άποφύγη τήν καταλαλιάν».
Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον με τον αμαρτωλό
NIKOSZ
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 6135
Εγγραφή: Τετ Οκτ 04, 2006 5:00 am
Τοποθεσία: Αθηνα

Δημοσίευση από NIKOSZ »

Η ΚΑΤΑΛΑΛΙΑ ΜΑΣ ΣΚΟΤΩΝΕΙ

<<'Οποιος εμποδίζει τό στόμα του νά μή φτάση στήν καταλαλιά, φυλάγει τήν απάθεια στήν καρδιά του καί τήν πάσαν ώρα βλέπει τόν Κύριον, επειδή η μελέτη του είναι πάντοτε πρός τόν Θεόν. Αποδιώχνει όμως καί τούς δαίμονες από τόν εαυτόν του καί ξεριζώνει από τήν καρδιά του τό σπέρμα τής κακίας τους. 'Οποιος φροντίζει τήν ψυχή του συνεχώς, ευφραίνεται η καρδιά του από τίς αποκαλύψεις τού Αγίου Πνεύματος. Καί όποιος συνάγει τήν θεωρία τού νού του μέσα του, βλέπει τήν λάμψη τού Αγίου Πνεύματος. 'Οποιος αποστρέφεται κάθε διασκορπισμό τού νού, αυτός βλέπει τόν Δεσπότη του μέσα στήν καρδιά του. Εάν αγαπάς τήν καθαρότητα τής καρδιάς, μέ τήν οποία βλέπεται ο Δεσπότης τών όλων Χριστός, μή καταλαλήσης κανέναν, μήτε νά ακούσης κάποιον νά καταλαλή τόν εν Κυρίω αδελφόν σου. Καί άν δής μερικούς νά φιλονικούν μπροστά σου, κλείσε τά αυτιά σου καί φύγε από εκεί, γιά νά μή ακούσης λόγια θυμού καί αποθάνη η ψυχή σου από τήν ζωή. Διότι καρδιά θυμώδης είναι άδεια από θεία μυστήρια, ο δέ πράος καί ταπεινόφρων είναι πηγή τών μυστηρίων τού νέου αιώνος>>.

(Λόγος ΜΓ').
Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον με τον αμαρτωλό
NIKOSZ
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 6135
Εγγραφή: Τετ Οκτ 04, 2006 5:00 am
Τοποθεσία: Αθηνα

Δημοσίευση από NIKOSZ »

Από το Βίο της αγίας Συγκλητικής

Η ΜΑΚΑΡΙΑ Συγκλητική έλεγε (στις αδελφές):

- Ή καταλαλιά είναι πολύ βαρύ και ολέθριο (αμάρτημα). Ωστόσο μερικοί άνθρωποι την έχουν σαν τροφή και ξεκούραση. Εσύ όμως, πιστή (στον Κύριο αδελφή), να μη δεχθείς μέσα σου τα ξένα κακά, αλλά να διατηρείς την ψυχή σου αμόλυντη. Γιατί αν δεχθείς τα βρωμερά λόγια εκείνου πού καταλαλεί, θα προξενήσεις στην προσευχή σου, με τους λογισμούς, κηλίδες ακαθαρσίας, και θα μισήσεις αδικαιολόγητα αυτούς πού σε συναναστρέφονται. Γιατί όταν τ' αυτιά σου θα γεμίσουν άπ' την απανθρωπιά αυτών πού καταλαλούν, τότε όλους θα τους υποτιμάς και όλους θα τους θεωρείς το ίδιο ακάθαρτους· όπως ακριβώς και το μάτι, όταν θαμπωθεί από δυνατό έγχρωμο φως, δεν μπορεί να διακρίνει καθαρά το σχήμα των αντικειμένων πού βλέπει.
Πρέπει λοιπόν να φυλάμε τη γλώσσα μας και τ' αυτιά μας, ώστε μήτε να λέμε (τίποτα κακό για τον πλησίον μας) μήτε ν' ανεχόμαστε καν ν' ακούμε κάτι τέτοιο. Γιατί έχει γραφτεί: "Ου παραδέξη] άκοήν ματαίαν" (Εξ. 23:1). και άλλου: "Τον καταλαλούντα λάθρα τον πλησίον αυτόν, τούτον έξεδίωκον" (Ψαλμ. 100:5). και σ' άλλο σημείο πάλι: "Όπως αν μη λαλήση το στόμα μου τα έργα των ανθρώπων...(Ψαλμ 16.4). Εμείς όμως μιλάμε ακόμα και για τα έργα των ανθρώπων..." (Ψαλμ. 16:4). Εμείς όμως μιλάμε ακόμα και για έργα πού δεν έκαναν οι άνθρωποι! Γι' αυτό πρέπει όχι μόνο να μην πιστεύουμε όσα μας λένε και να μην τα παραδεχόμαστε καθόλου, αλλά και να ενεργούμε και να μιλάμε σύμφωνα με το παράδειγμα του προφήτη: "Εγώ δέ... έγενόμην ωσεί άνθρωπος ουκ άκούων και ουκ έχων εν τω στόματι αυτόν έλεγμούς" (Ψαλμ. 37:15).

Του αββα Ησαΐα

"Αν κάποιος αδελφός διαστεί να κατηγορήσει (μπροστά σου) τον αδελφό του, εσύ να μη συμφωνήσεις μαζί του από ντροπή και αμαρτήσεις έτσι στο Θεό, αλλά να του πεις με ταπείνωση: "Συγχώρεσέ με, αδελφέ, είμαι ένας ταλαίπωρος· και αυτά πού λες δικά μου είναι και δεν μπορώ να τα σηκώσω". "Αν πάλι εσύ πολεμείσαι (από το διάβολο) να κατηγορήσεις τον αδελφό σου, σκέψου ότι, αν το μάθει, θα λυπηθεί. Αυτό θα σε συγκρατήσει και δεν θ' απαντήσεις σ' αυτόν (πού τον κατηγορεί). "Έτσι θα είσαι αναπαυμένος.

Του αββά Ισαάκ

Να επιμένεις από το στόμα σου να βγαίνει πάντα ο καλός λόγος, και δεν θα κακολογηθείς. Γιατί ή κακολογία γεννάει την κακολογία και ο έπαινος τον έπαινο.
Τη μέρα πού θ' ανοίξεις το στόμα σου και θα μιλήσεις εναντίον κάποιου, λογάριασε πώς είσαι νεκρός και πώς πηγαίνουν χαμένα όλα τα (καλά) έργα πού κάνεις, έστω κι αν νομίζεις ότι μίλησες με καθαρή καρδιά, αποσκοπώντας στην (πνευματική) οικοδομή.
Γιατί δεν είναι ανάγκη να γκρεμίσει κανείς το σπίτι του για να χτίσει το σπίτι του άλλου.
"Αν πάλι κάποιος αρχίσει να κατηγορεί τον αδελφό του μπροστά σου, δείξε με την έκφραση του προσώπου σου ότι δυσφορείς, κι έτσι θα φυλαχτείς και άπ' αυτόν και από το Θεό.
Δεν μπορείς να κλείσεις το στόμα εκείνου πού κατηγορεί τον πλησίον του; Προφυλάξου, τουλάχιστον, να μη συμφωνήσεις μαζί του. Μάθε, πώς αν 6γεΐ φωτιά από μέσα σου και κάψει τους άλλους, ο Θεός θα ζητήσει άπ' τα χέρια σου τις ψυχές πού κάηκαν στη φωτιά σου. "Αν πάλι δεν βάλεις εσύ τη φωτιά, αλλά συμφωνείς μ' εκείνον πού την άναψε και ευχαριστιέσαι μ' αυτό, τότε θα κριθείς (στη Δευτέρα Παρουσία) σαν συνένοχος του.

Του αγίου Μαξίμου

Μην παραδώσεις την ακοή σου στη γλώσσα εκείνου πού καταλαλεί, ούτε τη δική σου γλώσσα στην ακοή του φιλοκατήγορου, ακούγοντας (ή μιλώντας) μ' ευχαρίστηση εναντίον του πλησίον σου, για να μη χάσεις τη θεία αγάπη και βρεθείς απόκληρος της αιώνιας ζωής.
Κλείνε το στόμα εκείνου πού κατηγορεί (τον άλλον) μπροστά σου, για να μην πέφτεις μαζί του σε διπλή αμαρτία· και με το να συνηθίζεις ο ίδιος σε καταστροφικό πάθος, και με το να μη σταματάς εκείνον πού φλυαρεί εναντίον του πλησίον.
Εκείνος πού λέει χωρίς εμπάθεια το αμάρτημα κάποιου αδελφού, το κάνει για δύο αιτίες: ή για να τον διορθώσει ή για να ωφελήσει άλλον. "Αν όμως δεν το λέει - είτε στον ίδιο τον αδελφό είτε σε άλλον - για καμιά από τις δυο αυτές αιτίες, τότε το λέει ή για να τον προσβάλει ή για να τον εξευτελίσει. και δεν θ' αποφύγει την εγκατάλειψη του Θεού, αλλά θα πέσει οπωσδήποτε ή στο Ίδιο ή σε άλλο παράπτωμα και, αφού ελεγχθεί και προσβληθεί από άλλους, θα καταντροπιαστεί.
Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον με τον αμαρτωλό
NIKOSZ
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 6135
Εγγραφή: Τετ Οκτ 04, 2006 5:00 am
Τοποθεσία: Αθηνα

Δημοσίευση από NIKOSZ »

Ο ΑΒΒΑΣ Υπερέχιος δίνει την ακόλουθη συμβουλή στούς εγκρατείς και νηστευτάς:

- Φαγε κρέας και πιές κρασί και μη κατατρώγης με την καταλαλιά τις σάρκες του αδελφού σου.

Και πάλι:

- Καταλαλώντας ο όφις τον Θεο, επέτυχε να βγάλη τούς πρωτοπλάστους από τον Παράδεισο. Το ίδιο κάνει κιʼ εκείνος που καταλαλεί τον πλησίον του· βαραίνει την ψυχή του και παρασύρει στο κακό εκείνον που τον ακούει.

ΕΝΑΣ ΑΓΙΟΣ Γέροντας είδε μια μέρα με τα μάτια του κάποιον αδελφό να πέφτη σε βαρύ αμάρτημα, κιʼ όχι μόνο δεν τον κατέκρινε, αλλά έκλαψε και είπε: "Αυτός έπεσε σήμερα κιʼ εγώ εξάπαντος αύριο. Κιʼ αυτός μεν χωρίς άλλο θα μετανοήση, ενώ εγώ δεν είμαι βέβαιος γιʼ αυτό".



ΕΝΑΣ μοναχός σʼ ένα Κοινόβιο, αμελής στα πνευματικά, έπεσε βαρειά άρρωστος κιʼ ήλθε η ώρα του να πεθάνη. Ο Ηγούμενος κιʼ όλοι οι αδελφοί τον περικυκλώσανε για να του δώσουν θάρρος στις τελευταίες του στιγμές. Παρατήρησαν όμως έκπληκτοι, πως ο αδελφός αντίκρυζε τον θάνατο με μεγάλη αταραξία και ψυχική γαλήνη.

- Παιδί μου, του είπε τότε ο Ηγούμενος, όλοι εδώ ξεύρομε πως δεν ήσουν και τόσο επιμελής στα καθήκοντά σου. Πως πηγαίνεις με τόσο θάρρος στην άλλη ζωη;

- Είναι αλήθεια, Αββά, ψιθύρισε ο ετοιμοθάνατος, πως δεν ήμουν καλός μοναχός. Ένα πράγμα όμως ετήρησα με ακρίβεια στη ζωη μου: Δεν κατέκρινα ποτέ μου άνθρωπο. Γιʼ αυτό σκοπεύω να ειπώ στο Δεσπότη Χριστό, όταν παρουσιαστώ ενώπιόν Του: "Συ, Κυριε, είπες, μη κρίνετε, ίνα μη κριθήτε", κιʼ ελπίζω ότι δε θα με κρίνη αυστηρά.

- Πηγαινε ειρηνικά στο αιώνιο ταξίδι σου, παιδί μου, του είπε με θαυμασμό ο Ηγούμενος. Εσύ κατώρθωσες, χωρίς κόπο να σωθής.

ΠΗΓΕ κάποτε ένας αδελφός από τη σκήτη σε κάποιο Γεροντα αναχωρητή και του είπε για κάποιον άλλον αδελφό πως είχε πέσει σε μεγάλο σφάλμα.

-Ω, πολύ άσχημα έκανε, είπε στενοχωρημένος ο Γεροντας.

Ύστερα από λίγες ημέρες συνέβη να πεθάνη ο μοναχός που έσφαλε. Άγγελος Κυρίου τότε πήγε στον αναχωρητή, κρατώντας την ψυχή του.

-Αυτός που κατέκρινες, του είπε, πέθανε. Που ορίζεις να τον κατατάξω;

- Ήμαρτον, εφώναξε με δάκρυα ο Γεροντας. Κιʼ από τότε παρακαλούσε κάθε μέρα τον Θεο να του συγχωρήση εκείνη την αμαρτία και δεν τόλμησε μέχρι τέλους της ζωής του να κατακρίνη άνθρωπο.

Αδελφός ηρώτησε τον Αββάν Ιωσήφ· τι να κάνω, διότι ούτε να κακοπαθήσω δια την αγάπη του Χριστού ημπορώ, αλλʼ ούτε και να εργασθώ και να δώσω ελεημοσύνην. Εις απάντησιν ο Γερων του λέγει· "Εαν δεν ημπορής να κάνης τίποτε από αυτά τουλάχιστον διατήρησον την συνείδησίν σου καθαράν από λογισμούς κατακρίσεως εναντίον του αδελφού σου και απόφευγε να τον ταπεινώνης. Τοιουτοτρόπως ασφαλώς θα σωθής ".

Ένας από τούς Γεροντας διηγήθη, ότι έζη κάποτε ένας καλόγηρος μέθυσος· όλην την ημέραν έπλεκε την ψάθαν εις το κελλί του και το βράδυ επώλει το εργόχειρόν του εις το χωρίον και όσα εισέπραττε τα έπινε κρασί. Μετά καιρόν ήλθε κοντά του, ως υποτακτικός, ένας αδελφός και παρέμεινε μαζί του· έπλεκε δε και αυτός όλην την ημέραν ψάθαν και την επώλει και αυτήν ο καλόγηρος και όσα εισέπραττε και από τα δύο εργόχειρα τα έπινε κρασί· εις τον υποτακτικό του έφερε μόνον ολίγον άρτον αργά το βράδυ. Επί τρία έτη συνέβαινε αυτό, χωρίς ο υποτακτικός να του αντιμιλήση καθόλου η να διαμαρτυρηθή.

Μιαν ημέραν λέγει μέσα του ο υποτακτικός· είμαι γυμνός και τρώγω το ψωμί μου με μεγάλην στέρησιν· θα σηκωθώ λοιπόν να φύγω απʼ εδώ· αλλά και πάλιν εσκέφθη· που ημπορώ να υπάγω; ας μείνω εδώ, διότι εγώ χάριν του Θεού κοινοβιάζω. Μολις εσκέφθη αυτά εμφανίζεται ενώπιόν του Άγγελος Κυρίου και του λέγει:

- Πουθενά να μη αναχωρήσης, διότι αύριον θα σε επισκεφθώ. Την επομένην λοιπόν, είπεν ο υποτακτικός εις τον Γεροντα·

- Πατερ, σε παρακαλώ, να μη φύγης πουθενά σήμερα, διότι έρχονται τώρα οι ιδικοί μου να με πάρουν.

Όταν όμως ήλθεν η ώρα, που εσυνήθιζεν ο καλόγηρος να φεύγη δια το χωρίον, λέγει εις τον υποτακτικόν·

- Τεκνον, όπως φαίνεται, δεν θα έλθουν σήμερον, διότι άργησαν,

- Ναι, Γεροντα μου, οπωσδήποτε έρχονται· ενώ δε συνωμίλει με τον Αββάν, εκοιμήθει εν Κυρίω.

Μολις είδεν αυτό το πράγμα ο γέρων ήρχισε να κλαίη και να λέγη:

- Αλλοίμονον, τέκνον μου, ότι πολλά χρόνια είναι που ζω εις την αμέλειαν· ενώ συ μέσα εις ολίγον διάστημα έσωσες την ψυχήν σου, δια της υπομονής. Και από τότε εσωφρονίσθη και αυτός και έγινε δόκιμος.

ΣΧΟΛΙΟ

Όντας πολύ διαδεδομένα σήμερα τα πάθη της κατακρίσεως και της καταλαλιάς, δεν θεωρούνται η δεν κατανοούνται από πολλούς ως πάθη, αλλά βαπτίζονται με διάφορα άλλα ονόματα.

Προβαίνουμε με ευκολία σε δυσμενείς κρίσεις ωσάν δίκαιοι και αμερόληπτοι Κριτές. Εκείνη την στιγμή ξεχνούμε τελείως (σαν την γνωστή καμήλα της ιστορίας που βλέπει μόνο την "καμπούρα" της μπροστινής της και όχι την ιδική της) ότι έχουμε και εμείς στο ενεργητικό μας πολλά σφάλματα και αμαρτίες, σαν αμαρτωλοί και αδύναμοι άνθρωποι που είμαστε, και επικεντρώνουμε την "δικαιοκριτική" μας ικανότητα στο σφάλμα του συνεργάτη, του διπλανού, του πλησίον, του αδελφού μας, ενώ θα έπρεπε να κοιτάζουμε πρώτα το δοκάρι που έχουμε εμείς στα μάτια μας και ύστερα το ξυλαράκι που έχει ο αδελφός μας στο δικό του μάτι, όπως μας τονίζει πολύ ορθά ο Κυριος μας στο ιερό Ευαγγέλιο. "Υποκριτά έκβαλε πρώτον την δοκόν εκ του οφθαλμού σου, και τότε διαβλέψεις εκβαλείν το κάρφος εκ του οφθαλμού τοτ αδελφού σου." (Ματθ. ζ, 5).

Την επιθυμία μας όμως για διόρθωση της αδικίας, την επικράτηση της "αληθείας", της αρετής, της σωστής χριστιανικής συμπεριφοράς, την εξαντλούμε, με το πάθος της ΚΑΤΑΚΡΙΣΕΩΣ, στον έλεγχο του άλλου και όχι του εαυτού μας!

Ίσως εάν εκείνη την στιγμή, ερχόταν στο μυαλό μας, ο λόγος του Κυρίου· "Μη κρίνετε ίνα μη κριθήτε..." καθώς και τα λόγια του Προφητάνακτος Δαϋίδ· "Τον καταλαλούντα λάθρα(κρυφά) τον πλησίον τούτον εξεδίωκα" να πράτταμε διαφορετικά.

Γράφει χαρακτηριστικά ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΞΙΜΟΣ Ο ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ· "Δεν είναι, αλήθεια, νʼ απορή και να εξίσταται ο άνθρωπος και να χάνη κυριολεκτικά το νου του όταν σκέπτεται πως ο μεν Θεός και Πατήρ δεν κρίνει κανένα, όλη δε την κρίσι έχει παραδώσει στον Υιόν Του (Ιωάν. εʼ, 27), ο δε Υιός διδάσκει "μη κρίνετε, ίνα μη κριθήτε" (Ματθ. ζʼ, 1) και ο Απόστολος Παύλος επίσης, "μη προ καιρού κρίνετε, έως αν έλθη ο Κυριος"(Αʼ Κορ. δʼ, 5), και "εν ω γαρ κρίνεις τον έτερον, σεαυτόν κατακρίνεις", οι δε άνθρωποι, αφήνοντας κατά μέρος τις δικές τους αμαρτίες, αφαιρούν το δικαίωμα του Υιού να κρίνη και, σαν αναμάρτητοι, κρίνουν οι ίδιοι και καταδικάζουν ο ένας τον άλλον; Ο ουρανός εξίσταται γιʼ αυτό κιʼ η γη φρίττει, ενώ αυτοί, σαν αναίσθητοι, δε νοιώθουν καμμιά ντροπή.

Το λυπηρό είναι ότι η πτωτική εποχή μας προβάλλει τόσο έντονα τον εγωκεντρικό άνθρωπο ο οποίος, μη έχοντας το θάρρος της αυτοκριτικής και αυτομεμψίας και στερημένος από την αρετή της ταπεινώσεως και της αγάπης επιδίδεται στο νʼ ασχολείται με τις πράξεις των άλλων, κρίνοντας, επικρίνοντας, κατακρίνοντας και καταδικάζοντας όχι μόνον τις πράξεις, αλλά και τούς πράξαντας, χωρίς μάλιστα τις περισσότερες φορές να γνωρίζει τα πρόσωπα αυτά, η να έχει προσωπική και αντικειμενική εικόνα όλων των πραγμάτων και των γεγονότων, ξεχνώντας το τόσο γνωστό αρχαίο γνωμικό· "Μηδεμίαν δίκην δικάσης πριν αμφοίν μύθον ακούσης" . Δηλαδή, καμμία δίκη να μην δικάσης πριν ακούσης και τις δύο πλευρές.

Έτσι, συνήθως, πέφτει "έξω" και κρίνει άδικα, διότι κρίνει επιφανειακά και επιπόλαια, πολλές φορές μάλιστα και με αυστηρότητα και χωρίς να έχει την αγάπη και την υπομονή να ψάξει σε βάθος την συμπεριφορά του άλλου, πολλώ μάλλον να την δικαιολογήσει. "Μη κρίνεται κατʼ όψιν, αλλά την δικαίαν κρίσιν κρίνεται." (Ιωάν. ζ, 24),

Είμαστε δε όλοι παρατηρητές του ότι "διαπρέπουμε" στο μοντέλο αυτό συμπεριφοράς παιδιόθεν. Τα παιδιά με την οξεία αντίληψη και ευφράδεια που διαθέτουν σήμερα, μη διδασκόμενα από την οικογένεια και το σχολείο, την αρετή της ταπεινώσεως και της συγκαταβάσεως, είναι διαποτισμένα με ένα πνεύμα ατομικισμού, αυθάδειας, προπέτειας,
αντιλογίας, ανυπακοής και εύκολης κρίσεως και κατακρίσεως των πράξεων των άλλων, ακόμη και αυτών των γονέων τους! Βεβαια δε μιλάμε για το σύνολο των παιδιών, αλλά για την κυρίαρχη κατάσταση και την οποία δυστυχώς, είχε προφητέψει ο Απ. Παύλος στην Βʼ προς Τιμόθεον επιστολήν του, κεφ. γʼ εδάφια 1-5.

Πρέπει όμως να προσέξουμε πάρα πολύ, διότι με το πάθος της κατακρίσεως, που στην ουσία της δεν είναι τίποτε άλλο, παρά η έλλειψη αγάπης, απογυμνωνόμαστε από την Χαρη του Θεού και η εξέλιξη μας είναι η βέβαιη απώλεια, εάν δεν μπορέσουμε η δεν προλάβουμε να μετανοήσουμε ειλικρινώς.

Είναι πολύ εντυπωσιακό το περιστατικό του γεροντικού, που προαναφέραμε, όπου ο αμελής στα πνευματικά Μοναχός, περιμένει με χαρακτηριστική ηρεμία το τέλος της επίγειας ζωής του, με την πεποίθηση ότι θα τον κρίνει ευνοϊκά ο Θεός, γιατί ΟΥΔΕΠΟΤΕ είχε κατακρίνει και κατηγορήσει άνθρωπο. Βλέπουμε λοιπόν, πολύ καθαρά από το γεγονός αυτό, ότι η αρετή μας, του να μην κατακρίνουμε τον πλησίον, μπορεί να μας οδηγήσει με βεβαιότητα στον Παράδεισο.

Να σημειώσουμε ακόμη, ότι μία διαστάση του φοβερού αυτού πάθους είναι και η κατάκριση που διαπράτουμε εσωτερικά. Όπως και όταν εμπιστευόμαστε υπόνοιες και κατακρίνουμε κάποιους, κινούμενοι απʼ αυτές.

Τα λόγια, εν προκειμένω , του Αγίου Μαξίμου του Ομολογητού είναι αποκαλυπτικά:

" Ο τας των άλλων αμαρτίας περιεργαζόμενος, η εξ υπονοίας τον αδελφόν κατακρίνων, ούπω έβαλεν αρχήν μετανοίας, ουδέ ερευνά του γνώναι τας εαυτού αμαρτίας, εν αληθεία βαρυτέρας ούσας μολύβδου πολυταλάντου, ουδέ έγνω πόθεν γίνεται ο άνθρωπος βαρυκάρδιος, αγαπών ματαιότητα, και ζητών ψεύδος· δια τούτο ως άφρων και εν σκότει διαπορευόμενος, αφείς τας εαυτού αμαρτίας τας των άλλων φαντάζεται, η ούσας, η νομιζομένας εξ υπονοίας ". Δηλαδή, " Εκείνος ο οποίος εκ περιεργείας ασχολείται με τας αμαρτίας των άλλων και κατακρίνει τον αδελφό του, διότι τον υποψιάζεται, ακόμη δεν ήρχισε το έργον της μετανοίας, αλλʼ ούτε και απεφάσισε να ελέγξη τα ιδικάς του αμαρτίας, αι οποίαι πραγματικώς είναι βαρύτεραι και από την μεγαλυτέραν ποσότητα μολύβδου· ούτε αντελήφθη ο άνθρωπος αυτός από ποίαν αιτίαν καθίσταται ο άνθρωπος βαρυκάρδιος, αγαπών την ματαιότητα και ζητών το ψεύδος. Εξ αφορμής δε αυτών, ως απερίσκεπτος και προχωρών δια μέσου πνευματικού σκότους, εγκαταλείπει την φροντίδα δια τας ιδικάς του αμαρτίας, ώστε να απαλλαγή αυτών, και ασχολείται

δια της φαντασίας του με τας αμαρτίας των άλλων, ανεξαρτήτως εάν έχουν γίνει πραγματικώς η νομίζη αυτός, εξ υπονοίας, ότι έχουν γίνει".

Αυτά όμως όλα που αναφέραμε ανωτέρω, ισχύουν, όσον αφορά την προσωπική ζωη, τα λάθη, τα σφάλματα, τις αδικίες και τις αμαρτίες των αδελφών μας.

Γιατί από την άλλη μεριά, όταν δημόσια διαπράττονται κοινωνικές αδικίες και ανισότητες η όταν κινδυνεύει κυρίως η Πιστις μας, δεν πρέπει να παραμένουμε αδιάφοροι και χλιαροί, αλλά είμαστε υποχρεωμένοι ως συνειδητοί χριστιανοί αλλά και ενεργοί πολίτες, αναλόγως βέβαια της θέσεως ενός εκάστου, να στηλιτεύουμε και να ελέγχουμε με παρρησία αυτούς που προσπαθούν να αλλοιώσουν η να προδώσουν την Πιστιν μας -όπως άλλωστε έπραταν όλοι οι Άγιοί μας- καταδικάζοντας στεντορεία τη φωνή πράξεις και συμπεριφορές, πλάνες και αιρέσεις, αντίχριστους νόμους και συνθήκες, που προσβάλλουν και απειλούν τα ιερά και τα όσια της Πιστεως και της Πατρίδος μας.

Κλείνοντας, ας ευχηθούμε όλοι μας με την βοήθεια του Πανάγαθου και Πολυεύσπλαχνου Θεού, να καταφέρουμε να απομακρύνουμε από επάνω μας αυτό το ψυχοφθόρο και καταραμένο πάθος της καταλαλιάς και κατακρίσεως, κοιτάζοντας μόνο τα δικά μας πταίσματα και καλύπτοντας με αγάπη, συμπόνια και κατανόηση τα σφάλματα των αδελφών μας, όπως πολύ σοφά αναφέρει και η ευχή του Αγ. Εφραίμ του Συρρου, κατά την περίοδο της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής : " Κυριε και Δεσποτα της ζωής μου πνεύμα αργίας περιεργείας φιλαρχίας και αργολογίας μη μοι δως. Πνεύμα δε ταπεινοφροσύνης υπομονής και αγάπης χάρισαί μοι τω σω δούλω. Ναι Κυριε χάρισαί μοι του οράν τα εμά πταίσματα και μη κατακρίνειν τον αδελφόν μου, ότι ευλογητός ει πάντοτε νυν και αεί και εις τούς αιώνας των αιώνων αμήν."



ΣΗΜΕΙΩΣΗ:

Χρησιμοποιήθηκαν αποσπάσματα :

α) Από το ΓΕΡΟΝΤΙΚΟ της Καθηγουμένης της Ι.Μονής Οσίου Θεοδοσίου, Θεοδώρας Χαμπάκη,

β) Από τον ΕΥΕΡΓΕΤΙΝΟ, Αʼ & Γʼ Τομος, εκδόσεως Ματθαίου Λαγγή, 1988.
Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον με τον αμαρτωλό
NIKOSZ
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 6135
Εγγραφή: Τετ Οκτ 04, 2006 5:00 am
Τοποθεσία: Αθηνα

Δημοσίευση από NIKOSZ »

ΠΕΡΙ ΚΑΤΑΛΑΛΙΑΣ

Εικόνα

1. Κανείς από όσους σκέπτονται ορθά δεν θα έχει, νομίζω αντίρρηση ότι η καταλαλιά γεννάται από το μίσος και την μνησικακία. Γι΄ αυτό και την ετοποθετήσαμε στην σειρά της μετά τους προγόνους της. Καταλαλιά σημαίνει, γέννημα του μίσους, ασθένεια λεπτή, αλλά και παχιά, παχιά βδέλλα, κρυμμένη και αφανής, που απορροφά και εξαφανίζει το αίμα της αγάπης. Σημαίνει υπόκρισις αγάπης, αιτία της ακαθαρσίας, αιτία του βάρους της καρδιάς, εξαφάνισις της αγνότητος.

2. Υπάρχουν κόρες που διαπράττουν αίσχη, χωρίς να κοκκινίζουν. Υπάρχουν και άλλες οι οποίες φαίνονται εντροπαλές, και όμως διαπράττουν, κρυφά, χειρότερα αίσχη από τις προηγούμενες. Κάτι παρόμοιο παρατηρούμε και στα πάθη της ατιμίας. Τέτοιες κόρες είναι η υποκρισία, η πονηρία, η λύπη, η μνησικακία, η εσωτερική καταλαλιά της καρδιάς. Άλλη εντύπωση δημιουργούν εξωτερικά και άλλος είναι ο στόχος τους.

3. Άκουσα μερικούς να καταλαλούν και τους επέπληξα. Και για να δικαιολογηθούν οι εργάτες αυτοί του κακού μου απάντησαν, ότι το έκαναν από αγάπη και ενδιαφέρον προς αυτόν που κατέκριναν. Εγώ τότε τους είπα, να την αφήσουν αυτού του είδους την αγάπη, για να μη διαψευσθεί εκείνος που είπε: «Τον καταλαλούντα λάθρα τον πλησίον αυτού τούτον εξεδίωκον» (Ψαλμ. ρ΄5). Εάν ισχυρίζεσαι ότι αγαπάς τον άλλον, ας προσεύχεσαι μυστικά γι΄ αυτόν και ας μη τον κακολογείς. Διότι αυτός ο τρόπος της αγάπης είναι ευπρόσδεκτος από τον Κύριον.

4.Επί πλέον ας μη λησμονείς και τούτο , και έτσι οπωσδήποτε θα συνέλθεις και θα παύσεις να κρίνεις αυτόν που έσφαλε: Ο Ιούδας ανήκε στην χορεία των μαθητών, ενώ ο ληστής στην χορεία των φονέων . Και είναι άξιο θαυμασμού πως μέσα σε μία στιγμή ο ένας πήρε τη θέση του άλλου!

5. ΄Οποιος θέλει να νικήσει το πνεύμα της καταλαλιάς, ας επιρρίπτει την κατηγορία όχι στον άνθρωπο που αμάρτησε, αλλά στον δαίμονα που τον έσπρωξε στην αμαρτία. Διότι κανείς δεν θέλει να αμαρτήσει στον Θεόν, μολονότι όλοι αυτοπροαίρερα αμαρτάνουμε.

6. Είδα άνθρωπο που φανερά αμάρτησε, αλλά μυστικά μετανόησε. Και αυτόν που εγώ τον κατέκρινα ως ανήθικο, ο Θεός τον θεωρούσε αγνό, διότι με τη μετάνοιά του Τον είχε πλήρως εξευμενίσει.

7. Αυτόν που σου κατακρίνει τον πλησίον, ποτέ μη τον σεβασθείς, αλλά μάλλον να του ειπείς: « Σταμάτησε, αδερφέ. Εγώ καθημερινώς σφάλλω σε χειρότερα, και πως μπορώ να κατακρίνω τον άλλον»; Έτσι θα έχεις δυο ωφέλειες με ένα φάρμακο θα θεραπεύσεις και τον εαυτό σου και τον πλησίον.

8. Μία οδός, και μάλιστα από τις σύντομες, που οδηγούν στην άφεση των πταισμάτων είναι το να μη κρίνομε, εφ΄ όσον είναι αληθινός ο λόγος του Κυρίου « μη κρίνετε, και ου μη κριθήτε» (Λουκ. στ΄ 37). Όπως δεν συμβιβάζεται η φωτιά με το νερό, έτσι και η κατάκρισις με εκείνον που αγαπά την μετάνοια.

9. Ακόμη και την ώρα του θανάτου του, αν δεις κάποιον να αμαρτάνει, μήτε τότε να τον κατακρίνεις. Διότι η απόφασις του Θεού είναι άγνωστη στους ανθρώπους. Μερικοί έπεσαν φανερά σε μεγάλα αμαρτήματα, κρυφά όμως έπραξαν πολύ μεγαλύτερα καλά. Έτσι εξαπατήθηκαν οι φιλοκατήγοροι, και εκείνο που κρατούσαν στα χέρια τους ήταν καπνός και όχι ήλιος.

10. Ας με ακούσετε, ας με ακούσετε όλοι εσείς οι κακοί κριταί των ξένων αμαρτιών. Εάν είναι αλήθεια, όπως και πράγματι είναι, ότι «εν ω κρίματι κρίνετε, κριθήσεσθε» (Ματθ. ζ ΄2), τότε ας είσθε βέβαιοι, ότι όσα αμαρτήματα καρηγορήσαμε τον πλησίον είτε ψυχικά είτε σωματικά, θα περιπέσομε σ΄ αυτά. Και δεν είναι δυνατόν να γίνει διαφορετικά.

11.Όσοι είναι αυστηροί και σχολαστικοί κριταί των σφαλμάτων του άλλου, νικώνται από αυτό το πάθος επειδή δεν απέκτησαν ακόμη για τα ιδικά τους αμαρτήματα ολοκληρωτική φροντίδα, (γνώση) και μνήμη. Διότι όποιος αφαιρέσει «το περικάλυμμα της φιλαυτίας και ιδεί με ακρίβεια τα ιδικά του κακά, για τίποτε άλλο δεν θα φροντίσει πλέον στην ζωή του , αναλογιζόμενος ότι ο χρόνος της ζωής του δεν του επαρκεί για να πενθήσει τις ιδικές του αμαρτίες, έστω και αν θα ζούσε εκατό έτη και αν θα έβλεπε ολόκληρο τον Ιορδάνη ποταμό να βγαίνει από τους οφθαλμούς του ως δάκρυ.

12. Περιεργάσθηκα καλά την κατάσταση του πένθους και δεν ευρήκα σ΄ αυτήν ίχνος καταλαλιάς ή κατακρίσεως.

13. Οι δαίμονες μας σπρώχνουν πιεστικά ή στο να αμαρτήσομε ή, αν δεν αμαρτήσομε, στο να κατακρίνομε όσους ανάρτησαν, ώστε με το δεύτερο να μολύνουν οι κακούργοι το πρώτο. Ας γνωρίζεις ότι γνώρισμα των μνησίκακων και φθονερών ανθρώπων είναι και τούτο: Τις διδασκαλίες, τα πράγματα ή τα κατορθώματα του άλλου τα κατηγορούν και τα διαβάλλουν με ευχαρίστηση και ευκολία, (νικημένοι και) καταποντισμένοι άθλια από το πνεύμα του μίσους.

14. Είδα μερικούς οι οποίοι μυστικά και κρυφά διαπράττουν σοβαρότατα αμαρτήματα, και στηριζόμενοι στην υποκριτική καθαρότητα τους, επιτιμούν με αυστηρότητα αυτούς που υποπίπτουν σε μικρά σφάλματα, τα οποία και φανερώνουν.

15. Η κρίσις είναι αναιδής αρπαγή του δικαιώματος του Θεού, ενώ η κατάκρισις όλεθρος της ψυχής αυτού, ο οποίος κατακρίνει.

16. Όπως η «οίησις» και χωρίς να υπάρχει άλλο πάθος, μπορεί να καταστρέψει τον άνθρωπο, έτσι και η κατάκρισις, εάν και μόνη υπάρχει μέσα μας, μπορεί να μας καταστρέψει ολοσχερώς, αφού άλλωστε και ο Φαρισαίος εκείνος της παραβολής εξ αιτίας αυτής κατεδικάσθη.

17. Ο καλός «ραγολόγος» τρώγει τις ώριμες ρώγες των σταφυλιών και δεν πειράζει καθόλου τις άγουρες. Παρόμοια ο καλόγνωμος και συνετός άνθρωπος, όσες αρετές βλέπει στους άλλους τις σημειώνει με επιμέλεια ενώ ο ανόητος αναζητεί τα ελαττώματα και τις κατηγορίες. Γιʼ αυτόν μάλιστα έχει λεχθεί: «Εξηρεύνησαν ανομίαν, εξέλιπον εξερευνώντες εξερευνήσεις» ( Ψαλμ. ξγ΄ 7).

18. Μη κατακρίνεις και όταν ακόμη βλέπεις κάτι με τους ίδιους τους οφθαλμούς σου, διότι και αυτοί πολλές φορές εξαπατώνται.

ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΗ ΤΗΣ ΚΛΙΜΑΚΟΣ
Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον με τον αμαρτωλό
lovethink
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 5014
Εγγραφή: Πέμ Μαρ 09, 2006 6:00 am

Δημοσίευση από lovethink »

Ο Άγιος Ισαάκ ο Σύρος ζητά, όχι μόνο να μην κατακρίνουμε τους άλλους αλλά και να σκεπάζουμε τα αμαρτήματα αυτών.

“Γίνε κοινωνός στα παθήματα όλων, αλλά στάσου με το σώμα σου μακριά από όλους. Κανένα να μη ελέγχεις και κανένα να μη κατηγορείς για τη συμπεριφορά του, ούτε και τον πιο κακό. Άπλωσε τον χιτώνα σου πάνω σ[ αυτόν που έφταιξε, και σκέπασέ τον. Κι αν δεν μπορείς να φορτωθείς επάνω σου το φταίξιμό του και να δεχτείς για λόγου του την τιμωρία και την ντροπή, τουλάχιστον δείξε υπομονή και μη τον περιφρονήσεις.”3 “Σκέπασε αυτόν που φταίει, όταν βέβαια δεν πρόκειται να σε ζημιώσει. Με τον τρόπο αυτό του δίνεις θάρρος, αλλά και συ κρατάς το έλεος του Θεού.”4

Πολλές φορές βλέπουμε ένα αμάρτημα και εύκολα το κατακρίνουμε αλλά η θέση διαφόρων ασκητών είναι διαφορετική και φερόντουσαν με αγάπη.

“Κάποιοι από τους πατέρες ρώτησαν τον αββά Ποιμένα: αν δούμε ένα αδελφό να αμαρτάνει, θέλεις να του κάνουμε παρατηρήσεις; και ο γέροντας απάντησε: Εγώ μέχρι τώρα, αν κάποιος λόγος με αναγκάζει να περάσω από κείνο το μέρος και δω τον αδελφό να αμαρτάνει, τον προσπερνώ και δεν τον ελέγχω.”5

Το γεροντικό αναφέρει ότι: “Ένας από τους πατέρες, βλέποντας κάποιον να αμαρτάνει, έκλαψε πικρά και είπε: Αυτός σήμερα, εγώ αύριο.”6

Για τον αββά Μωσή αναφέρουν το παρακάτω γεγονός: “Κάποιος έπεσε σε ένα αμάρτημα με τη σκέψη του. Αργότερα, όταν έγινε η σύναξη των μοναχών για το θέμα αυτό, έστειλαν να φωνάξουν τον αββά Μωσή, αλλά αυτός δεν ήθελε να πάει. Τότε ο πρεσβύτερος έστειλε κάποιον να του πει: Έλα, γιατί ο λαός σε περιμένει. Τότε ο γέροντας επήρε ένα παλιό καλάθι, το γέμισε με άμμο και τράβηξε για τη σύναξη. Καθώς βγήκαν όλοι να τον προϋπαντήσουν, τον ρώτησαν: Γιατί, πάτερ, κουβαλάς αυτό το καλάθι; Κι ο γέροντας απάντησε: οι αμαρτίες μου πέφτουν, όπως και η άμμος από πίσω μου και δεν τις βλέπω. Τι γυρεύω, λοιπόν, εδώ για να κρίνω αμαρτήματα άλλου; Οι αδελφοί που άκουσαν τα λόγια του όχι μόνο δεν είπαν τίποτα στον αδελφό που αμάρτησε αλλά και τον συγχώρησαν.”7

Οι Άγιοι είχαν συναίσθηση της αμαρτωλότητάς των και γνώριζαν το βάρος της κατάκρισης και θεωρούσαν αυτήν βαρύ αμάρτημα. Ο Άγιος Δωρόθεος Γάζης λέγει: “Είδες πόσο βαρύ αμάρτημα είναι το να κρίνει κανείς τον διπλανό του; Υπάρχει βαρύτερο απ΄ αυτό; Υπάρχει άλλο που μισεί και απεχθάνεται ο Θεός περισσότερο; σύμφωνα με αυτά που είπαν οι πατέρες, ότι δεν υπάρχει χειρότερο αμάρτημα από το να κρίνει κανείς;”8 Και παρακάτω: “Τίποτα άλλο δεν οργίζει τον Θεό περισσότερο· όσο το να καταλαλεί κανείς ή να κατακρίνει ή να εξευτελίζει τον πλησίον.”9

Ο όσιος Αντίοχος της μονής του Αγίου Σάββα γράφει: “Η κατάκριση είναι το χειρότερο από όλα.”10

Ο ίδιος εισδύοντας στη βλάβη που δημιουργεί στη ψυχή του ανθρώπου γράφει: “Αυτός που καταλαλεί ζημιώνει και τον εαυτό του και αυτούς που τον ακούνε. Με την καταλαλιά θέλει να δημιουργήσει σύγχυση και σε άλλους, έτσι που τους κάνει να μετάσχουν στη δική του ανοησία. Με τον τρόπο αυτό σωριάζει πάνω του διπλό χρέος αμαρτίας και γίνεται υπεύθυνος τόσο για τον εαυτό του, όσο και γι΄ αυτούς που πιστεύουν στα λεγόμενά του.”11

Η καταλαλιά αποξενώνει τον άνθρωπο από τον Θεό και “τίποτα άλλο δεν γυμνώνει τον άνθρωπο και δεν τον οδηγεί στην εγκατάλειψη όσο η καταλαλιά ή η κατάκριση ή ο εξευτελισμός του αδελφού.”12

Η κατάκριση αφανίζεται μόνο με την ταπείνωση, όπως τονίζει ο Ησαΐας ο Θηβαίος χαρακτηριστικά: “Είπε για την ταπεινοφροσύνη, ότι δεν έχει γλώσσα να κατηγορήσει κανένα για αμέλεια ή να μιλήσει σε άλλον περιφρονητικά. Ο ταπεινός δεν έχει μάτια να προσέξει τα ελαττώματα ενός τρίτου, ούτε αυτιά για να ακούσει όσα δεν ωφελούν την ψυχή, ούτε τέλος έχει παραμικρή διαφορά με κανένα. Τίποτα άλλο δεν φροντίζει από το να σκέπτεται τις αμαρτίες του. Προς όλους τους ανθρώπους είναι ειρηνικός, σύμφωνα με την εντολή του Θεού και όχι από λόγους ανθρώπινης φιλίας. Αν κάποιος νηστεύει, τρώγοντας μόνο μια φορά την εβδομάδα, και δίνεται σε μεγάλους ασκητικούς αγώνες, έξω όμως από τον παραπάνω τρόπο ζωής, όλοι του οι κόποι πάνε χαμένοι.”13

Πολλές φορές να θεωρούμε το αμάρτημα του πλησίον μας δικό μας, για να ταπεινωνόμαστε ειλικρινά, όπως συμπεριφέρθηκε ο αββάς Βησσαρίων.”Κάποτε ο πρεσβύτερος ενός κοινοβίου έδιωχνε από την εκκλησία έναν αδελφό, που έπεσε σε κάποιο αμάρτημα. Τότε ο αββάς Βησσαρίων σηκώθηκε και βγήκε μαζί με τον τιμωρημένο αδελφό, λέγοντας: κι εγώ είμαι αμαρτωλός.”14

Η κατάκριση είναι καταδίκη του πλησίον μας χωρίς να νιώθουμε αγάπη και ευσπλαχνία για τον αδεφλό μας, αποκόβοντάς τον από το σώμα της εκκλησίας, όπως ο όσιος Δωρόθεος γράφει: “Και εμείς αδελφοί μου, πρέπει να αποχτήσουμε αγάπη και ευσπλαχνία για τον διπλανό μας, ώστε να μπορέσουμε να φυλακτούμε από τη φοβερή καταλαλιά ή από την κατάκριση και τον εξευτελισμό των άλλων. Να βοηθούμαστε αναμεταξύ μας, ωσάν ο ένας να είναι μέλος του άλλου. Ποιος είναι εκείνος, που όταν έχει κάποιο τραύμα στο χέρι ή στο πόδι ή σ[ ένα από τα μέλη του, αηδιάζει τον εαυτό του, ή κόβει το μέλος του, έστω κι αν δημιουργηθεί σήψη; Αντίθετα μάλιστα το καθαρίζει, το πλένει, του βάζει φάρμακα, το σταυρώνει, το ραντίζει με αγίασμα, προσεύχεται και παρακαλεί τους αγίους να προσευχηθούν γι΄ αυτόν· Με λίγα λόγια δεν εγκαταλείπει το μέλος του, ούτε αποστρέφεται τη δυσωδία του, αλλά κάνει τα πάντα για να το κάνει καλά.”15

Η κρίση μας για τους άλλους είναι εύκολη χωρίς ενδοιασμούς, χωρίς να σκεφτόμαστε σε τι κινδύνους πνευματικούς πέφτει η ψυχή μας. Ο Άγιος Ιωάννης ο Ελεήμονας τονίζει: “Μην έχετε τόσο εύκολη τη γλώσσα σας για να πείτε κάτι εναντίον άλλου, γιατί κινδυνεύετε να πέσετε σε δύο κακά. Το πρώτο είναι να κρίνετε πριν από την ώρα που ορίστηκε για την κρίση, και να γίνετε έτσι παραβάτες της εντολής. Το δεύτερο είναι ότι, ενώ δεν ξέρετε τι έχει στο μεταξύ μεσολαβήσει, γίνεστε με πολλή ευκολία κριτές άλλου.”16

Συνήθως κρίνουμε τους άλλους χωρίς να γνωρίζουμε τον εσωτερικό τους αγώνα, και τι προηγήθηκε πριν το αμάρτημά τους. Ο Άγιος Κασσιανός γράφει: “Το να κρίνουμε τους άλλους, είναι επικίνδυνο και για έναν πρόσθετο λόγο. Επειδή δεν ξέρουμε την ανάγκη ή την αιτία που τους σπρώχνει να κάνουν αυτό που μας ενοχλεί και που στα μάτια του Θεού μπορεί να είναι καλό ή και να συγχωρείται, γινόμαστε αυστηροί κριτές. Έτσι όμως πέφτουμε σε βαρύ αμάρτημα γιατί νιώθουμε γι΄ αυτούς συναισθήματα, που δεν ταιριάζουν.”17

Όταν ο άνθρωπος συνηθίζει να κατακρίνει τον πλησίον του, πέφτει και σε άλλα αμαρτήματα και γίνεται πρόξενος άσχημων καταστάσεων. Ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος γράφει: “Οι διάφορες πτώσεις στους αρχαρίους έχουν συνήθως σαν αφορμή την απόλαυσή τους, χωρίς απ΄ αυτό να εξαιρέσουμε και τους αρχαρίους, αφορμή είναι η υπερηφάνεια. Σε αυτούς όμως που πλησιάζουν την τελειότητα, η αφορμή για τη πτώση δημιουργείται μόνο και μόνο από την κατάκριση του πλησίον.”18

Για το πόσο άσχημο είναι να κοροϊδεύεις ή να εξευτελίζεις κάποιον από κάποιο παράπτωμά του, ο αββάς Ησαΐας γράφει: “Είπε πάλι, αν δεις κανένα να πέφτει σε κάποιο παράπτωμα, μην τον κοροϊδεψεις, ούτε πάλι να τον εξευτελίσεις με το να ειρωνεύεσαι ή να λες απερίσκεπτα, αυτά που δεν πρέπει. Αν εσύ, που έχεις γνώση και είσαι μορφωμένος, καταγελάς και κατακρίνεις τον απλό άνθρωπο, θα έρθει και για σένα η σειρά που θα γίνεις αντικείμενο καταλαλιάς και κατάκρισης, όχι μόνο από σοφούς και γραμματισμένους, αλλά και από απλούς ανθρώπους και γυναίκες και παιδιά. Θα επαληθεύσει και σε σένα το ρητό “ο δ[ {αν σπείρη {ανθρωπος το~υτο καί θερίσει” (Γαλ. 6,7)19

Ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, θεωρεί εκείνον που κατακρίνει ότι δεν είναι άνθρωπος της μετανοίας, γιατί δεν ερευνά ώστε να ανακαλύψει τις δικές του αμαρτίες και του αρέσει να περιεργάζεται των άλλων τις αμαρτίες. “Εκείνος που περιεργάζεται τις αμαρτίες των άλλων ή κρίνει τον αδελφό του από υποψίες του, αυτός δεν έλαβε ακόμη αρχή μετανοίας, αλλά ούτε ερευνά να ανακλύψει τις αμαρτίες του, που είναι βαρύτερες στην πραγμ
ατικότητα από το βάρος του μολύβδινου όγκου, αλλά και δεν έμαθε από τι γίνεται ο άνθρωπος “βαρυκάρδιος, [αγαπ~ων ματαιότητα καί ζητ~ων ψε~υδος” (Ψαλμός 81, 5). Διά τούτο διαπορεύεται σαν άφρων στο σκοτάδι, αφήσας τις αμαρτίες του, φαντάζεται τις αμαρτίες των άλλων ή πραγματικές ή νομιζόμενες εξ υπονοίας” (εκατοντάς τρίτη περί αγάπης, παρ. 55). Επίσης αναφέρει τον τρόπο πως να αποφεύγουμε αυτό το πάθος. “Μη προσφέρεσαι ν΄ ακούς τους λόγους του κατάλαλου, ούτε να ομιλείς προς εκείνο που από εμπάθεια κατηγορεί τους πάντες. Ούτε να ομιλείς, ούτε να ακούς με πάθος κατά του πλησίον, για να μην εκπέσεις από τη θεία αγάπη και έτσι αλλοτριωθείς από την αιώνια ζωή” (εκατοντάς Α΄, παρ. 5. Παρακάτω, τονίζει ότι ο τοιούτος άνθρωπος απομακρύνεται από την οδό της ειρήνης και χάνει τη χάρη του Θεού. “Μην ανέχεσαι τις υπόνοιές σου ή καταγγελίες από ανθρώπους για σκάνδαλα ορισμένων αδελφών. Γιατί εκείνοι που δέχονται ευχαρίστως να ακούν τα διάφορα σκάνδαλα αδελφών, που γίνονται με την προαίρεσή τους ή παρά την προαίρεσή τους, δεν γνωρίζουν την οδόν της ειρήνης, η οποία δια της αγάπης φέρνει στη γνώση του Θεού τους εραστές της θείας γνώσης” (εκατοντάς Α΄, παρ. 69).

Μέχρι τώρα οι αββάδες ετόνισαν πόσο ολέθριο κακό είναι η κατάκριση και πως ο Θεός απομακρύνεται από ανθρώπους που έχουν τη συνήθεια της κατάκρισης και της καταλαλιάς. Αλλά ζώντας ο άνθρωπος μέσα στον κόσμο είναι αναγκασμένος να κρίνει και να παίρνει αποφάσεις για τις σχέσεις του με τον κόσμο και τον πλησίον του. Οι Άγιοι ήταν πάντοτε προσεκτικοί για την κρίση κάποιου θέματος ή προσώπου χωρίς να ξεχνούν τις εντολές του Θεού. Δηλαδή, “μή κρίνετε ινα μή κριθ~ητε· [εν #?ω γάρ κρίματι κρίνετε κριθήσεσθε, καί [εν #?ω μέτρ?ω μετρε~ιτε μετρηθήσεται ]υμ~ιν” (Ματθ. ζ, 1), καί “τήν δικαίαν κρίσιν κρίνειν”. Πολλές φορές βρισκόμαστε στο δίλημμα αν η κρίση μας είναι δικαία και γίνεται χωρίς πάθος, όπου παρασυρώμεθα σε άλλα αμαρτήματα. Είναι ανάγκη να εξετάσουμε πότε επιτρέπεται η κρίση και πότε όχι. Ο Μέγας Βασίλειος τονίζει, να κρίνουμε τον πλησίον μας όταν δεν τηρεί το θέλημα του Θεού και όταν δεν έχουμε πέσει στα ίδια σφάλματα με αυτόν, γιατί ο Κύριος λέγει “{εκβαλε πρ~ωτον τήν δοκόν [εκ το~υ [οφθαλμο~υ σου, καί τότε διαβλέψεις, [εκβαλε~ιν τό κάρφος [εκ το~υ [οφθαλμο~υ το~υ [αδελφο~υ σου”20

Σε άλλο του λόγου αναφέρει άλλες δύο περιπτώσεις για το πότε να διατυπώνουμε την κρίση μας. Η πρώτη, όταν γνωρίζει το αμάρτημα του αδελφού του, να το συζητεί με ανθρώπους που έχουν διάκριση, για να τον βοηθήσει να διορθωθεί απ΄ το παράπτωμά του. Σε αυτή την περίπτωση χρειάζεται να γνωρίζουμε τον άνθρωπο που έχει δικαίαν κρίση και η γνώμη του είναι σεβαστή από πολλούς. Η δεύτερη, όταν πρόκειται να βοηθήσουμε κάποιον αδελφό που έχει παρασυρθεί στο κακό από κακή συναναστροφή, είναι ανάγκη να τον προφυλάξουμε από αυτή, κρίνοντας τις σχέσεις του με τέτοιους ανθρώπους που τον καταστρέφουν ηθικά. Είναι δική μας αμαρτία, το να αδιαφορήσουμε για τον κίνδυνο που διατρέχει ηθικά.21

Ο Μέγας Βασίλειος αναφέρει άλλη μία περίπτωση δογματικού περιεχομένου σε κείμενα πίστης. Σε αυτή την περίπτωση, είναι ανάγκη να ασχολούνται άτομα με θεολογική γνώση, και ο κρίνων να έχει την ίδια μόρφωση με τον κρινόμενο για να αποφευχθεί κάθε λαθεμένη κρίση, και να έχει πνεύμα διάκρισης και σοφίας.22

Όλα αυτά μας διδάσκουν να είμαστε προσεκτικοί στην κρίση μας, ελέγχοντας τα κίνητρα ενός γεγονότος και αποφεύγοντας να κρίνουμε εύκολα. Ο ίδιος ο Κύριός μας λέγει: “Εγώ ο[υ κρίνω ο[υδένα” (Ιωάν. η΄15). Και οι Άγιοι ήσαν πολύ επιφυλακτικοί σε αυτό το θέμα, και μας δίδαξαν να ελέγχουμε τον εαυτό μας και την κρίση μας.

Κατά την γνώμη των ασκητών, η διόρθωση από το πάθος της κατάκρισης και καταλαλιάς γίνεται με την απομάκρυνση από τους κατάλαλους γιατί προφυλασσώμεθα να μην παρασυρθούμε σε αυτό το πάθος. Ο Άγιος Ισαάκ ο Σύρος γράφει: “Αν αγαπάς την καθαρότητα, με τη βοήθεια της οποίας βλέπει κανείς τον Δεσπότη του σύμπαντος, να μην καταλαλείς, αλλά ούτε να ακούσεις κανένα, που να καταλαλεί τον αδελφό. Κι αν κάποιοι τσακώνονται μπροστά σου, κλείσε τα αυτιά σου και φεύγα από κει, για να μην ακούσεις λόγια οργής και πεθάνει η ψυχή σου.”23

Ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος είναι πιο αυστηρός: “Ποτέ να μη ντραπείς αυτόν που σου καταλαλεί τον πλησίον του. Αντίθετα μάλιστα να του λες, πάψε αδελφέ. Τα παραπτώματα που κάνω καθημερινά είναι χειρότερα από αυτά. Πώς λοιπόν μπορώ εγώ να τον κατακρίνω;”24

Άλλος τρόπος είναι να προσέχουμε τον εαυτό μας σε κάθε τι, να μην πέφτουμε σε αμαρτίες. Ο Άγιος Δωρόθεος λέγει: “Όσοι θέλουν να σωθούν δεν προσέχουν ούτε ένα ελάττωμα του διπλανού τους αλλά κοιτούν τα δικά τους και έτσι προοδεύουν.”25 Ο ίδιος τονίζει, ότι το χειρότερο είναι να κατακρίνουμε τον πλησίον μας γιατί ο άνθρωπος ξεχνά τις δικές του αμαρτίες και ασχολείται με τον πλησίον του, που τον ωθεί στην κατάκριση, στην καταλαλιά και στον εξευτελισμό του άλλου.26

Όπως έχουμε τονίσει το βασικό αίτιο αυτού του πάθους είναι η υπερηφάνεια αλλά και όλων των παθών. Η καταπολέμηση αυτών είναι η αγία αρετή της ταπείνωσης. Η ταπείνωση είναι το φάρμακο που θεραπεύει όλα τα πάθη και ιδίως την κατάκριση, που τόσο ύπουλα εισδύει στο λογισμό του ανθρώπου μέχρι να φθάσει στο έργο. Ο Ευάγριος του Πόντου, γράφει: “Αν ο άνθρωπος από όλα δεν ταπεινώνεται, δεν μπορεί να επιτύχει στην άσκηση, γιατί περιφρονεί τη χάρη και ότι πετυχαίνει το θεωρεί σαν δικό του κατόρθωμα.”27

Ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, λέγει: “Ταπεινοφροσύνη είναι η συνεχής προσευχή με δάκρυα και ασκητική προσπάθεια. Η ταπεινοφροσύνη, επειδή πάντοτε επικαλείται τον Θεό σε βοήθεια, δεν αφήνεται να πιστεύει αφρόνως στη δύναμη και τη σοφία της, αλλά ούτε να ταπεινώνει τους άλλους, γιατί αυτά είναι δυσίατα νοσήματα του πάθους της υπερηφανείας.” (εκατοντάς τρίτη, περί αγάπης, παρ. 86). Ένας άλλος τρόπος είναι για τους προχωρημένους στην πνευματική άσκηση είναι η προσευχή. Η οσία Θεοδώρα λέγει: “Να μη περιγελάσεις την πτώση του διπλανού σου, αλλά να κλάψεις και να παρηγορηθείς. Αν ακούς μερικούς να ζουν άσχημα, να προσεύχεσαι γι΄ αυτούς.”28

Συμπερασματικά όλων των παραπάνω λόγων των αγίων πατέρων και αββάδων, πρέπει να τονίσουμε ότι αν συνεχώς έχουμε στη μνήμη μας τα λόγια τους, δύσκολα θα πέφτουμε σε αμαρτήματα και δεν θα αμελούσαμε τον εαυτό μας να παρασύρεται σε πάθη που καταστρέφουν την ψυχή μας.

Ως επίλογο θα αναφέρουμε ένα κείμενο του οσίου Ισιδώρου του Πηλουσιώτη: “Μου κάνει πραγματικά μεγάλη εντύπωση, ότι ενώ για τις αταξίες και τα αμαρτήματα των άλλων γινόμαστε ανάλγητοι δικαστές, παραβλέπουμε τα δικά μας παραπτώματα, που συχνά χρειάζονται μεγαλύτερη συγχώρηση. Για τα δικά μας αμαρτήματα είμαστε τυφλοί, για των διπλανών μας όμως, έχουμε οξυτάτη όραση. Το αντίθετο ωστόσο συμβαίνει με τα κατορθώματα. Τα δικά μας, έστω κι αν είναι μικρά και δεύτερα, φαίνονται μεγάλα. Των διπλανών μας, έστω κι αν είναι μεγάλα και θαυμαστά, τα νομίζουμε μικρά και τιποτένια.”29
Καλή Σαρακοστή
NIKOSZ
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 6135
Εγγραφή: Τετ Οκτ 04, 2006 5:00 am
Τοποθεσία: Αθηνα

Δημοσίευση από NIKOSZ »

ΙΩΒ ιγ.5

Είθε να εσιωπάτε παντάπασι! τούτο ήθελεν είσθαι εις εσάς σοφία

ΨΑΛΜ λθ.1

ΕΙΠΑ, θέλω προσέχει εις τας οδούς μου, διά να μη αμαρτάνω διά της γλώσσης μου· θέλω φυλάττει το στόμα μου με χαλινόν...

ΨΑΛΜ νθ.7

Ιδού αυτοί εκχέουσι λόγους δια του στόματος αυτών· ρομφαίαι είναι τα χείλη αυτών, επειδή λέγουσι, τίς ακούει;

ΨΑΛΜ ξδ.3

οίτινες ακονώσιν, ως ρομφαίαν, την γλώσσαν αυτών· ετοιμάζουσιν ως βέλη, λόγους πικρούς,

4 δια να τοξεύωσι τον άμεμπτον· εξαίφνης τοξεύουσιν αυτόν, και δεν φοβούνται.

ΨΑΛΜ ρμα.3

Βάλε Κύριε, φυλακήν εις το στόμα μου, φύλαττε την θύραν των χειλέων μου.

ΠΑΡ ι.19

Εν τη πολυλογία δεν λείπει αμαρτία· αλλ'όστις κρατεί τα χείλη αυτού, είναι συνετός.

20 Η γλώσσα του δικαίου αργύριον εκλεκτόν· η καρδία των ασεβών πράγμα μηδαμινόν.

21 Τα χείλη του δικαίου βόσκουσι πολλούς· οι δε άφρονες αποθνήσκουσι δι'έλλειψιν φρενών.

ΠΑΡ ιβ.18

Ο φλύαρος είναι ως τραύματα μαχαίρας· η δε γλώσσα των σοφών, ίασις.

19 Τα χείλη της αληθείας θέλουσιν είσθαι σταθερά διαπαντός· η δε ψευδής γλώσσα, μόνον στιγμιαία.

ΠΑΡ ιγ.2

Εκ των καρπών του στόματος αυτού ο άνθρωπος θέλει φάγει αγαθά· η δε ψυχή των ανόμων αδικίαν.

3 Ο φυλάττων το στόμα αυτού διαφυλάττει την ζωήν αυτού· ο δε ανοίγων προπετώς τα χείλη αυτού θέλει απολεσθή.

ΠΑΡ ιε.2

Η γλώσσα των σοφών καλλωπίζει την γνώσιν· το στόμα δε των αφρόνων εξερεύγεται μωρίαν. ...

4 Η υγιαίνουσα γλώσσα είναι δένδρον ζωής· η δε διεστραμμένη, σύντριψις εις το πνεύμα.

ΠΑΡ ιζ.27

Ο κρατών τους λόγους αυτού, είναι γνωστικός· ...

28 Και αυτός ο άφρων, όταν σιωπά, λογίζεται σοφός· και ο κλείων τα χείλη αυτού, συνετός.

ΠΑΡ ιη.21

Θάνατος και ζωή είναι εις την χείρα της γλώσσης· και οι αγαπώντες αυτήν, θέλουσι φάγει τους καρούς αυτής.

ΠΑΡ κ.19

Ο σπερμολόγος περιερχόμεος αποκαλύπτει τα μυστικά· διά τούτο μη σμίγου μετά του πλατύνοντος τα χείλη αυτού.

EKKΛ ε.1

Φύλαττε τον πόδα σου, όταν υπάγης εις τον οίκον του Θεού· και

προθυμού μάλλον να ακούης, παρά να προσφέρης θυσίαν αφρόνων, οίτινες δεν αισθάνονται ότι πράττουσι κακώς.

2 Μή σπεύδε δια του στόματός σου, και η καρδία σου ας μη επιταχύνη να προφέρη λόγον ενώπιον του Θεού· διότι ο Θεός είναι εν τω ουρανώ, σύ δε επί της γής· όθεν οι λόγοι σου ας είναι ολίγοι.

3 Επειδή το μέν όνιρον έρχεται εν τω πλήθει των περισπασμών· η δε φωνή του άφρωνος εν τω πλήθει των λόγων. ...

6 Μή συγχωρήσης εις το στόμα σου να φέρη επί σε αμαρτίαν· μηδέ είπης ενώπιον του αγγέλου, ότι ήτο εξ αγνοίας· δια τι να οργισθή ο Θεός εις την φωνήν σου, και να αφανίση τα έργα των χειρών σου;

7 Διότι εν τω πλήθει των ονείρων και εν τω πλήθει των λόγων, είναι ματαιότητες· συ δε φοβού τον Θεόν.

ΗΣΑ ς.5

Τότε είπα, Ώ τάλας εγώ! Διότι εχάθην· επειδή είμαι άνθρωπος ακαθάρτων χειλέων, και κατοικώ εν μέσω λαού ακαθάρτων χειλέων·

ΜΑΤΘ ς.7

Οταν δε προσεύχεσθε, μη βαττολογήσητε, ως οι εθνικοί· διότι νομίζουσι ότι με την πολυλογίαν αυτών θέλουσιν εισακουσθή.

ΜΑΤΘ ιβ.34

Γεννήματα εχιδνών, πώς δύνασθε να λαλείτε καλά, όντες πονηροί; διότι εκ του περισσεύματος της καρδίας λαλεί το στόμα.

35 Ο καλός άνθρωπος, εκ του καλού θυσαυρού της καρδίας αυτού εκβάλ λει τα καλά· και ο πονηρός άνθρωπος εκ του πονηρού θησαυρού εκβάλλει τα πονηρά.

36 σας λέγω δε, ότι διά πάντα αργόν λόγον τον οποίον ήθελον λαλήσει οι άνθρωποι, θέλουσιν αποδώσει λόγον δι'αυτόν εν ημέρα κρίσεως.

37 Διότι εκ των λόγων σου θέλεις δικαιωθή, και εκ των λόγων σου θέλεις καταδικασθή.

ΜΑΤΘ ιε.8

Ο λαός ούτος με πλησιάζει με το στόμα αυτών, και με τα χείλη με τιμά· η δε καρδία αυτών, μακράν απέχει απ'εμού·

ΜΑΤΘ ιε.11

Δεν μολύνει τον άμθρωπον το εισερχόμενον εις το στόμα, αλλά το εξερχόμενον εκ του στόματος, τούτο μολύνει τον άνθρωπον.

ΙΑΚ α.19

Λοιπόν αδελφοί μου αγαπητοί, ας είναι πάς άνθρωπος ταχύς εις το να ακούη, βραδύς εις το να λαλή.

ΙΑΚ α.26

Εάν τις μεταξύ σας νομίζη ότι είναι θρήσκος, και δεν χαλινόνη την γλώσσαν αυτού, αλλ'απατά την καρδίαν αυτού, τούτου η θρησκεία είναι ματαία.

ΙΑΚ γ.2

Εάν τις δεν πταίη εις λόγον, ούτος είναι τέλειος ανήρ, δυνατός να χαλιναγωγήση και όλον το σώμα. Ιδού τους χαλινούς βάλλομεν εις τα στόματα των ίππων, διά να πείθονται εις ημάς, και μεταφέρομεν όλον το σώμα αυτών.

4 Ιδού και τα πλοία, όντα τόσον μεγάλα, και υπό σφοδρών ανέμων ελαυνόμενα, μεταφέρονται υπό ελαχίστου πηδαλίου, όπου αν θέλει η επιθυμία του κυβερνώντος.

5 ούτω και η γλώσσα είναι μικρόν μέλος, όμως μεγαλαυχεί. Ιδού ολίγον πύρ πόσον μεγάλην ύλην ανάπτει·

6 και η γλώσσα πύρ είναι, ο κόσμος της αδικίας. Ούτω μεταξύ των μελών ημών η γλώσσα είναι η μολύνουσα όλον το σώμα, και φλογίζουσα τον τροχόν του βίου, και φλογιζομένη υπό της γεέννης.

7 Διότι πάν είδος θηρίων και πτηνών, ερπετών και θαλασσίων, δαμάζεται, και εδαμάσθη υπό της ανθρωπίνης φύσεως·

8 την γλώσσαν όμως ουδείς των ανθρώπων δύναται να δαμάση· είναι ακράτητον κακόν, μεστή θανατηφόρου φαρμάκου.

9 Δι'αυτής ευλογούμεν τον Θεόν και Πατέρα, και δι'αυτής καταρώμεθα τους ανθρώπους τους καθ'ομοίωσιν Θεού πλασθέντας.

10 Εκ του αυτού στόματος εξέρχεται ευλογία και κατάρα. Δεν πρέπει αδελφοί μου, ταύτα να γίνονται ούτω.

11 Μήπως εκ της αυτής πηγής αναβρύει το γλυκό και το πικρόν;

Α'ΠΕΤ γ.10

διότι όστις θέλει να αγαπά την ζωήν, και ίδη ημέρας αγαθάς, ας παύση την γλώσσαν αυτού από κακού, και τα χείλη αυτού από του να λαλώσι δόλον.
Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον με τον αμαρτωλό
NIKOSZ
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 6135
Εγγραφή: Τετ Οκτ 04, 2006 5:00 am
Τοποθεσία: Αθηνα

Δημοσίευση από NIKOSZ »

ΟΙ ΚΙΝΔΥΝΟΙ ΤΗΣ ΚΑΤΑΚΡΙΣΗΣ ΣΤΑ ΜΟΝΟΠΑΤΙΑ ΤΗΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗΣ ΖΩΗΣ ΚΑΤΑ ΤΟΥΣ ΑΒΒΑΔΕΣ ΤΗΣ ΕΡΗΜΟΥ

Σήμερα ο άνθρωπος έχει μάθει πολύ εύκολα να κατακρίνει τον πλησίον του και ευρίσκει πολύ χρόνο για κακολογία και συκοφαντία χωρίς να ερευνά τον εαυτό του για να γνωρίσει τις αδυναμίες και τα πάθη του. Μέσα στα πατερικά και ασκητικά κείμενα που είναι εμποτισμένα με τη σοφία των μεγάλων γερόντων φαίνεται πόσο μεγάλο αμάρτημα είναι η κατάκριση. Ως βαθείς γνώστες της ανθρώπινης ψυχής γνωρίζουν τα αίτια και τα αποτελέσματα αυτής και πόσο απομακρύνουν τον άνθρωπο από τις αρετές και από τον Θεό.

“Κατάκριση είναι να πεις, ότι π.χ. ο τάδε είναι ψεύτης ή θυμώδης ή πόρνος. Στην περίπτωση αυτή κατέκρινες αυτή την ίδια τη διάθεση της ψυχής του και έτσι έβγαλες απόφαση για όλη τη συμπεριφορά του και τη ζωή του. Λέγοντας λοιπόν, ότι αυτός είναι τέτοιος, τον καταδίκασες ως τέτοιον.”1

Η κατάκριση έχει άμεση σχέση με την καταλαλιά.

Κάποιος ρώτησε τον μεγάλο γέροντα Βαρσανούφιο:

“Πες μου πάτερ, βλέπω κάποιον να κάνει κάτι και εγώ το διηγούμαι σε έναν τρίτο. Λέγω από μέσα μου ότι δεν τον κατακρίνω, αλλά ότι μόνο το κουβεντιάζω. Μήπως όμως η πράξη αυτή μέσα στο μυαλό μου είναι καταλαλιά;”

Και η απάντηση:

“Αν το κίνητρο της κουβέντας σου είναι εμπαθές, τότε είναι καταλαλιά. Αν το κάνεις χωρίς πάθος, δεν είναι καταλαλιά, αλλά γίνεται για να μη μεγαλώσει το κακό”.2

Ο Άγιος Ισαάκ ο Σύρος ζητά, όχι μόνο να μην κατακρίνουμε τους άλλους αλλά και να σκεπάζουμε τα αμαρτήματα αυτών.

“Γίνε κοινωνός στα παθήματα όλων, αλλά στάσου με το σώμα σου μακριά από όλους. Κανένα να μη ελέγχεις και κανένα να μη κατηγορείς για τη συμπεριφορά του, ούτε και τον πιο κακό. Άπλωσε τον χιτώνα σου πάνω σ[ αυτόν που έφταιξε, και σκέπασέ τον. Κι αν δεν μπορείς να φορτωθείς επάνω σου το φταίξιμό του και να δεχτείς για λόγου του την τιμωρία και την ντροπή, τουλάχιστον δείξε υπομονή και μη τον περιφρονήσεις.”3 “Σκέπασε αυτόν που φταίει, όταν βέβαια δεν πρόκειται να σε ζημιώσει. Με τον τρόπο αυτό του δίνεις θάρρος, αλλά και συ κρατάς το έλεος του Θεού.”4

Πολλές φορές βλέπουμε ένα αμάρτημα και εύκολα το κατακρίνουμε αλλά η θέση διαφόρων ασκητών είναι διαφορετική και φερόντουσαν με αγάπη.

“Κάποιοι από τους πατέρες ρώτησαν τον αββά Ποιμένα: αν δούμε ένα αδελφό να αμαρτάνει, θέλεις να του κάνουμε παρατηρήσεις; και ο γέροντας απάντησε: Εγώ μέχρι τώρα, αν κάποιος λόγος με αναγκάζει να περάσω από κείνο το μέρος και δω τον αδελφό να αμαρτάνει, τον προσπερνώ και δεν τον ελέγχω.”5

Το γεροντικό αναφέρει ότι: “Ένας από τους πατέρες, βλέποντας κάποιον να αμαρτάνει, έκλαψε πικρά και είπε: Αυτός σήμερα, εγώ αύριο.”6

Για τον αββά Μωσή αναφέρουν το παρακάτω γεγονός: “Κάποιος έπεσε σε ένα αμάρτημα με τη σκέψη του. Αργότερα, όταν έγινε η σύναξη των μοναχών για το θέμα αυτό, έστειλαν να φωνάξουν τον αββά Μωσή, αλλά αυτός δεν ήθελε να πάει. Τότε ο πρεσβύτερος έστειλε κάποιον να του πει: Έλα, γιατί ο λαός σε περιμένει. Τότε ο γέροντας επήρε ένα παλιό καλάθι, το γέμισε με άμμο και τράβηξε για τη σύναξη. Καθώς βγήκαν όλοι να τον προϋπαντήσουν, τον ρώτησαν: Γιατί, πάτερ, κουβαλάς αυτό το καλάθι; Κι ο γέροντας απάντησε: οι αμαρτίες μου πέφτουν, όπως και η άμμος από πίσω μου και δεν τις βλέπω. Τι γυρεύω, λοιπόν, εδώ για να κρίνω αμαρτήματα άλλου; Οι αδελφοί που άκουσαν τα λόγια του όχι μόνο δεν είπαν τίποτα στον αδελφό που αμάρτησε αλλά και τον συγχώρησαν.”7

Οι Άγιοι είχαν συναίσθηση της αμαρτωλότητάς των και γνώριζαν το βάρος της κατάκρισης και θεωρούσαν αυτήν βαρύ αμάρτημα. Ο Άγιος Δωρόθεος Γάζης λέγει: “Είδες πόσο βαρύ αμάρτημα είναι το να κρίνει κανείς τον διπλανό του; Υπάρχει βαρύτερο απ΄ αυτό; Υπάρχει άλλο που μισεί και απεχθάνεται ο Θεός περισσότερο; σύμφωνα με αυτά που είπαν οι πατέρες, ότι δεν υπάρχει χειρότερο αμάρτημα από το να κρίνει κανείς;”8 Και παρακάτω: “Τίποτα άλλο δεν οργίζει τον Θεό περισσότερο· όσο το να καταλαλεί κανείς ή να κατακρίνει ή να εξευτελίζει τον πλησίον.”9

Ο όσιος Αντίοχος της μονής του Αγίου Σάββα γράφει: “Η κατάκριση είναι το χειρότερο από όλα.”10

Ο ίδιος εισδύοντας στη βλάβη που δημιουργεί στη ψυχή του ανθρώπου γράφει: “Αυτός που καταλαλεί ζημιώνει και τον εαυτό του και αυτούς που τον ακούνε. Με την καταλαλιά θέλει να δημιουργήσει σύγχυση και σε άλλους, έτσι που τους κάνει να μετάσχουν στη δική του ανοησία. Με τον τρόπο αυτό σωριάζει πάνω του διπλό χρέος αμαρτίας και γίνεται υπεύθυνος τόσο για τον εαυτό του, όσο και γι΄ αυτούς που πιστεύουν στα λεγόμενά του.”11

Η καταλαλιά αποξενώνει τον άνθρωπο από τον Θεό και “τίποτα άλλο δεν γυμνώνει τον άνθρωπο και δεν τον οδηγεί στην εγκατάλειψη όσο η καταλαλιά ή η κατάκριση ή ο εξευτελισμός του αδελφού.”12

Η κατάκριση αφανίζεται μόνο με την ταπείνωση, όπως τονίζει ο Ησαΐας ο Θηβαίος χαρακτηριστικά: “Είπε για την ταπεινοφροσύνη, ότι δεν έχει γλώσσα να κατηγορήσει κανένα για αμέλεια ή να μιλήσει σε άλλον περιφρονητικά. Ο ταπεινός δεν έχει μάτια να προσέξει τα ελαττώματα ενός τρίτου, ούτε αυτιά για να ακούσει όσα δεν ωφελούν την ψυχή, ούτε τέλος έχει παραμικρή διαφορά με κανένα. Τίποτα άλλο δεν φροντίζει από το να σκέπτεται τις αμαρτίες του. Προς όλους τους ανθρώπους είναι ειρηνικός, σύμφωνα με την εντολή του Θεού και όχι από λόγους ανθρώπινης φιλίας. Αν κάποιος νηστεύει, τρώγοντας μόνο μια φορά την εβδομάδα, και δίνεται σε μεγάλους ασκητικούς αγώνες, έξω όμως από τον παραπάνω τρόπο ζωής, όλοι του οι κόποι πάνε χαμένοι.”13

Πολλές φορές να θεωρούμε το αμάρτημα του πλησίον μας δικό μας, για να ταπεινωνόμαστε ειλικρινά, όπως συμπεριφέρθηκε ο αββάς Βησσαρίων.”Κάποτε ο πρεσβύτερος ενός κοινοβίου έδιωχνε από την εκκλησία έναν αδελφό, που έπεσε σε κάποιο αμάρτημα. Τότε ο αββάς Βησσαρίων σηκώθηκε και βγήκε μαζί με τον τιμωρημένο αδελφό, λέγοντας: κι εγώ είμαι αμαρτωλός.”14

Η κατάκριση είναι καταδίκη του πλησίον μας χωρίς να νιώθουμε αγάπη και ευσπλαχνία για τον αδεφλό μας, αποκόβοντάς τον από το σώμα της εκκλησίας, όπως ο όσιος Δωρόθεος γράφει: “Και εμείς αδελφοί μου, πρέπει να αποχτήσουμε αγάπη και ευσπλαχνία για τον διπλανό μας, ώστε να μπορέσουμε να φυλακτούμε από τη φοβερή καταλαλιά ή από την κατάκριση και τον εξευτελισμό των άλλων. Να βοηθούμαστε αναμεταξύ μας, ωσάν ο ένας να είναι μέλος του άλλου. Ποιος είναι εκείνος, που όταν έχει κάποιο τραύμα στο χέρι ή στο πόδι ή σ'ένα από τα μέλη του, αηδιάζει τον εαυτό του, ή κόβει το μέλος του, έστω κι αν δημιουργηθεί σήψη; Αντίθετα μάλιστα το καθαρίζει, το πλένει, του βάζει φάρμακα, το σταυρώνει, το ραντίζει με αγίασμα, προσεύχεται και παρακαλεί τους αγίους να προσευχηθούν γι΄ αυτόν· Με λίγα λόγια δεν εγκαταλείπει το μέλος του, ούτε αποστρέφεται τη δυσωδία του, αλλά κάνει τα πάντα για να το κάνει καλά.”15

Η κρίση μας για τους άλλους είναι εύκολη χωρίς ενδοιασμούς, χωρίς να σκεφτόμαστε σε τι κινδύνους πνευματικούς πέφτει η ψυχή μας. Ο Άγιος Ιωάννης ο Ελεήμονας τονίζει: “Μην έχετε τόσο εύκολη τη γλώσσα σας για να πείτε κάτι εναντίον άλλου, γιατί κινδυνεύετε να πέσετε σε δύο κακά. Το πρώτο είναι να κρίνετε πριν από την ώρα που ορίστηκε για την κρίση, και να γίνετε έτσι παραβάτες της εντολής. Το δεύτερο είναι ότι, ενώ δεν ξέρετε τι έχει στο μεταξύ μεσολαβήσει, γίνεστε με πολλή ευκολία κριτές άλλου.”16

Συνήθως κρίνουμε τους άλλους χωρίς να γνωρίζουμε τον εσωτερικό τους αγώνα, και τι προηγήθηκε πριν το αμάρτημά τους. Ο Άγιος Κασσιανός γράφει: “Το να κρίνουμε τους άλλους, είναι επικίνδυνο και για έναν πρόσθετο λόγο. Επειδή δεν ξέρουμε την ανάγκη ή την αιτία που τους σπρώχνει να κάνουν αυτό που μας ενοχλεί και που στα μάτια του Θεού μπορεί να είναι καλό ή και να συγχωρείται, γινόμαστε αυστηροί κριτές. Έτσι όμως πέφτουμε σε βαρύ αμάρτημα γιατί νιώθουμε γι΄ αυτούς συναισθήματα, που δεν ταιριάζουν.”17

Όταν ο άνθρωπος συνηθίζει να κατακρίνει τον πλησίον του, πέφτει και σε άλλα αμαρτήματα και γίνεται πρόξενος άσχημων κατα
στάσεων. Ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος γράφει: “Οι διάφορες πτώσεις στους αρχαρίους έχουν συνήθως σαν αφορμή την απόλαυσή τους, χωρίς απ΄ αυτό να εξαιρέσουμε και τους αρχαρίους, αφορμή είναι η υπερηφάνεια. Σε αυτούς όμως που πλησιάζουν την τελειότητα, η αφορμή για τη πτώση δημιουργείται μόνο και μόνο από την κατάκριση του πλησίον.”18

Για το πόσο άσχημο είναι να κοροϊδεύεις ή να εξευτελίζεις κάποιον από κάποιο παράπτωμά του, ο αββάς Ησαΐας γράφει: “Είπε πάλι, αν δεις κανένα να πέφτει σε κάποιο παράπτωμα, μην τον κοροϊδεψεις, ούτε πάλι να τον εξευτελίσεις με το να ειρωνεύεσαι ή να λες απερίσκεπτα, αυτά που δεν πρέπει. Αν εσύ, που έχεις γνώση και είσαι μορφωμένος, καταγελάς και κατακρίνεις τον απλό άνθρωπο, θα έρθει και για σένα η σειρά που θα γίνεις αντικείμενο καταλαλιάς και κατάκρισης, όχι μόνο από σοφούς και γραμματισμένους, αλλά και από απλούς ανθρώπους και γυναίκες και παιδιά. Θα επαληθεύσει και σε σένα το ρητό “οτι σπείρη ο ανθρωπος τουτο καί θελει θερίσει” (Γαλ. 6,7)19

Ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, θεωρεί εκείνον που κατακρίνει ότι δεν είναι άνθρωπος της μετανοίας, γιατί δεν ερευνά ώστε να ανακαλύψει τις δικές του αμαρτίες και του αρέσει να περιεργάζεται των άλλων τις αμαρτίες. “Εκείνος που περιεργάζεται τις αμαρτίες των άλλων ή κρίνει τον αδελφό του από υποψίες του, αυτός δεν έλαβε ακόμη αρχή μετανοίας, αλλά ούτε ερευνά να ανακλύψει τις αμαρτίες του, που είναι βαρύτερες στην πραγματικότητα από το βάρος του μολύβδινου όγκου, αλλά και δεν έμαθε από τι γίνεται ο άνθρωπος “βαρυκάρδιος, [αγαπων ματαιότητα καί ζητων ψευδος” (Ψαλμός 81, 5). Διά τούτο διαπορεύεται σαν άφρων στο σκοτάδι, αφήσας τις αμαρτίες του, φαντάζεται τις αμαρτίες των άλλων ή πραγματικές ή νομιζόμενες εξ υπονοίας” ( εκατοντάς τρίτη περί αγάπης, παρ. 55 ). Επίσης αναφέρει τον τρόπο πως να αποφεύγουμε αυτό το πάθος. “Μη προσφέρεσαι ν΄ ακούς τους λόγους του κατάλαλου, ούτε να ομιλείς προς εκείνο που από εμπάθεια κατηγορεί τους πάντες. Ούτε να ομιλείς, ούτε να ακούς με πάθος κατά του πλησίον, για να μην εκπέσεις από τη θεία αγάπη και έτσι αλλοτριωθείς από την αιώνια ζωή” ( εκατοντάς Α΄, παρ. 58 ). Παρακάτω, τονίζει ότι ο τοιούτος άνθρωπος απομακρύνεται από την οδό της ειρήνης και χάνει τη χάρη του Θεού. “Μην ανέχεσαι τις υπόνοιές σου ή καταγγελίες από ανθρώπους για σκάνδαλα ορισμένων αδελφών. Γιατί εκείνοι που δέχονται ευχαρίστως να ακούν τα διάφορα σκάνδαλα αδελφών, που γίνονται με την προαίρεσή τους ή παρά την προαίρεσή τους, δεν γνωρίζουν την οδόν της ειρήνης, η οποία δια της αγάπης φέρνει στη γνώση του Θεού τους εραστές της θείας γνώσης” ( εκατοντάς Α΄, παρ. 69 ).

Μέχρι τώρα οι αββάδες ετόνισαν πόσο ολέθριο κακό είναι η κατάκριση και πως ο Θεός απομακρύνεται από ανθρώπους που έχουν τη συνήθεια της κατάκρισης και της καταλαλιάς. Αλλά ζώντας ο άνθρωπος μέσα στον κόσμο είναι αναγκασμένος να κρίνει και να παίρνει αποφάσεις για τις σχέσεις του με τον κόσμο και τον πλησίον του. Οι Άγιοι ήταν πάντοτε προσεκτικοί για την κρίση κάποιου θέματος ή προσώπου χωρίς να ξεχνούν τις εντολές του Θεού. Δηλαδή, “μή κρίνετε ινα μή κριθητε·εν τω γάρ κρίματι κρίνετε κριθήσεσθε, καί εν τω μέτρω μετρειτε μετρηθήσεται υμιν” (Ματθ. ζ, 1), καί “τήν δικαίαν κρίσιν κρίνειν”. Πολλές φορές βρισκόμαστε στο δίλημμα αν η κρίση μας είναι δικαία και γίνεται χωρίς πάθος, όπου παρασυρώμεθα σε άλλα αμαρτήματα. Είναι ανάγκη να εξετάσουμε πότε επιτρέπεται η κρίση και πότε όχι. Ο Μέγας Βασίλειος τονίζει, να κρίνουμε τον πλησίον μας όταν δεν τηρεί το θέλημα του Θεού και όταν δεν έχουμε πέσει στα ίδια σφάλματα με αυτόν, γιατί ο Κύριος λέγει “εκβαλε πρωτον τήν δοκόν εκ του οφθαλμου σου, καί τότε διαβλέψεις, εκβαλειν τό κάρφος εκ του οφθαλμου του αδελφου σου”20

Σε άλλο του λόγου αναφέρει άλλες δύο περιπτώσεις για το πότε να διατυπώνουμε την κρίση μας. Η πρώτη, όταν γνωρίζει το αμάρτημα του αδελφού του, να το συζητεί με ανθρώπους που έχουν διάκριση, για να τον βοηθήσει να διορθωθεί απ΄ το παράπτωμά του. Σε αυτή την περίπτωση χρειάζεται να γνωρίζουμε τον άνθρωπο που έχει δικαίαν κρίση και η γνώμη του είναι σεβαστή από πολλούς. Η δεύτερη, όταν πρόκειται να βοηθήσουμε κάποιον αδελφό που έχει παρασυρθεί στο κακό από κακή συναναστροφή, είναι ανάγκη να τον προφυλάξουμε από αυτή, κρίνοντας τις σχέσεις του με τέτοιους ανθρώπους που τον καταστρέφουν ηθικά. Είναι δική μας αμαρτία, το να αδιαφορήσουμε για τον κίνδυνο που διατρέχει ηθικά.21

Ο Μέγας Βασίλειος αναφέρει άλλη μία περίπτωση δογματικού περιεχομένου σε κείμενα πίστης. Σε αυτή την περίπτωση, είναι ανάγκη να ασχολούνται άτομα με θεολογική γνώση, και ο κρίνων να έχει την ίδια μόρφωση με τον κρινόμενο για να αποφευχθεί κάθε λαθεμένη κρίση, και να έχει πνεύμα διάκρισης και σοφίας.22

Όλα αυτά μας διδάσκουν να είμαστε προσεκτικοί στην κρίση μας, ελέγχοντας τα κίνητρα ενός γεγονότος και αποφεύγοντας να κρίνουμε εύκολα. Ο ίδιος ο Κύριός μας λέγει: “Εγώ ου κρίνω ουδένα” (Ιωάν. η΄15). Και οι Άγιοι ήσαν πολύ επιφυλακτικοί σε αυτό το θέμα, και μας δίδαξαν να ελέγχουμε τον εαυτό μας και την κρίση μας.

Κατά την γνώμη των ασκητών, η διόρθωση από το πάθος της κατάκρισης και καταλαλιάς γίνεται με την απομάκρυνση από τους κατάλαλους γιατί προφυλασσώμεθα να μην παρασυρθούμε σε αυτό το πάθος. Ο Άγιος Ισαάκ ο Σύρος γράφει: “Αν αγαπάς την καθαρότητα, με τη βοήθεια της οποίας βλέπει κανείς τον Δεσπότη του σύμπαντος, να μην καταλαλείς, αλλά ούτε να ακούσεις κανένα, που να καταλαλεί τον αδελφό. Κι αν κάποιοι τσακώνονται μπροστά σου, κλείσε τα αυτιά σου και φεύγα από κει, για να μην ακούσεις λόγια οργής και πεθάνει η ψυχή σου.”23

Ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος είναι πιο αυστηρός: “Ποτέ να μη ντραπείς αυτόν που σου καταλαλεί τον πλησίον του. Αντίθετα μάλιστα να του λες, πάψε αδελφέ. Τα παραπτώματα που κάνω καθημερινά είναι χειρότερα από αυτά. Πώς λοιπόν μπορώ εγώ να τον κατακρίνω;”24

Άλλος τρόπος είναι να προσέχουμε τον εαυτό μας σε κάθε τι, να μην πέφτουμε σε αμαρτίες. Ο Άγιος Δωρόθεος λέγει: “Όσοι θέλουν να σωθούν δεν προσέχουν ούτε ένα ελάττωμα του διπλανού τους αλλά κοιτούν τα δικά τους και έτσι προοδεύουν.”25 Ο ίδιος τονίζει, ότι το χειρότερο είναι να κατακρίνουμε τον πλησίον μας γιατί ο άνθρωπος ξεχνά τις δικές του αμαρτίες και ασχολείται με τον πλησίον του, που τον ωθεί στην κατάκριση, στην καταλαλιά και στον εξευτελισμό του άλλου.26

Όπως έχουμε τονίσει το βασικό αίτιο αυτού του πάθους είναι η υπερηφάνεια αλλά και όλων των παθών. Η καταπολέμηση αυτών είναι η αγία αρετή της ταπείνωσης. Η ταπείνωση είναι το φάρμακο που θεραπεύει όλα τα πάθη και ιδίως την κατάκριση, που τόσο ύπουλα εισδύει στο λογισμό του ανθρώπου μέχρι να φθάσει στο έργο. Ο Ευάγριος του Πόντου, γράφει: “Αν ο άνθρωπος από όλα δεν ταπεινώνεται, δεν μπορεί να επιτύχει στην άσκηση, γιατί περιφρονεί τη χάρη και ότι πετυχαίνει το θεωρεί σαν δικό του κατόρθωμα.”27

Ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, λέγει: “Ταπεινοφροσύνη είναι η συνεχής προσευχή με δάκρυα και ασκητική προσπάθεια. Η ταπεινοφροσύνη, επειδή πάντοτε επικαλείται τον Θεό σε βοήθεια, δεν αφήνεται να πιστεύει αφρόνως στη δύναμη και τη σοφία της, αλλά ούτε να ταπεινώνει τους άλλους, γιατί αυτά είναι δυσίατα νοσήματα του πάθους της υπερηφανείας.” ( εκατοντάς τρίτη, περί αγάπης, παρ. 86 ). Ένας άλλος τρόπος είναι για τους προχωρημένους στην πνευματική άσκηση είναι η προσευχή. Η οσία Θεοδώρα λέγει: “Να μη περιγελάσεις την πτώση του διπλανού σου, αλλά να κλάψεις και να παρηγορηθείς. Αν ακούς μερικούς να ζουν άσχημα, να προσεύχεσαι γι΄ αυτούς.”28

Συμπερασματικά όλων των παραπάνω λόγων των αγίων πατέρων και αββάδων, πρέπει να τονίσουμε ότι αν συνεχώς έχουμε στη μνήμη μας τα λόγια τους, δύσκολα θα πέφτουμε σε αμαρτήματα και δεν θα αμελούσαμε τον εαυτό μας να παρασύρεται σε πάθη που καταστρέφουν την ψυχή μας.

Ως επίλογο θα αναφέρουμε ένα κείμενο του οσίου Ισιδώρου του Πηλουσιώτη: “Μου κάνει πραγματικά μεγάλη εντύπωση, ότι ενώ για τις αταξίες και τα αμαρτήματα των άλλων γινόμαστε ανάλγητοι δικαστές, παραβλέπουμε τα δικά μας παραπτώματα, που συχνά χρειάζονται μεγαλύτερη συγχώρηση. Για τα δικά μας αμαρ
τήματα είμαστε τυφλοί, για των διπλανών μας όμως, έχουμε οξυτάτη όραση. Το αντίθετο ωστόσο συμβαίνει με τα κατορθώματα. Τα δικά μας, έστω κι αν είναι μικρά και δεύτερα, φαίνονται μεγάλα. Των διπλανών μας, έστω κι αν είναι μεγάλα και θαυμαστά, τα νομίζουμε μικρά και τιποτένια.”29





1 Δωροθέου Γάζης, Διδασκαλίαι διάφοροι προς τους εαυτούς μαθητάς ΣΤ, 70, σελίς 270.

2 “Βαρσανουφίου και Ιωάννου επιστολαί”, Νικοδήμου Αγιορείτου, σελίς 292α.

3 Ισαάκ του Σύρου, Λόγος Νη, σελίς 239.

4 Ισαάκ του Σύρου, Λόγος Νη, σελίς 128.

5 Αποφθέγματα πατέρων, αββάς Ποιμήν, MIGNE PG 65,352Α.

6 Ανέκδοτο γεροντικό, βλ. υποσ. 31,φ.47ν.

7 Ανέκδοτο γεροντικό, βλ. υποσ. 31,φ.65ν.

8 Δωροθέου Γάζης, Διάφοροι διδασκαλίαι προς τους εαυτού μαθητάς Στ, 69, σελίς 268.

9 Δωροθέου Γάζης, Διάφοροι διδασκαλίαι προς τους εαυτού μαθητάς Στ, 69, σελίς 270.

10 Αντιόχου Μονής Σάββα, Λόγος ΜΘ / MIGNE PG 89,1585 A.

11 Αντιόχου Μονής Σάββα, Λόγος ΜΘ / MIGNE PG 89,1529 C.

12 Δωροθέου Γάζης, Διδασκαλίαι προς τους εαυτού μαθητάς Στ, 69, σελίς 270.

13 Ησαΐου, Λόγοι Η, Ζ σελίς 76.

14 Αποφθέγματα Πατέρων, Βησσαρίων ζ΄ MIGNE PG 65, 141 B.

15 Δωροθέου Γάζης, Διδασκαλίαι προς τους εαυτού μαθητάς Στ, 77, σελίς 282.

16 Συμεών Μεταφραστού, βίος Ιωάννου Αλεξανδρείας του Ελεήμονος, ΞΗ-ΞΘ, MIGNE PG 14, 953C-956C.

17 Ιωάννου Κασσιανού, DE INSTITYTIS V,30,4, σελίς 239-241.

18 Ιωάννου της Κλίμακος, Λόγοι ΙΕ, σελίς 87β.

19 Ησαΐου, Αποσπάσματα Λόγων, σελίς 196.

20 ΒΕΠΕΣ ΤΟΜ. 53, 295, 28.

21 ΒΕΠΕΣ 53, 241, 28.

22 ΒΕΠΕΣ 55, 236, 13.

23 Ισαάκ του Σύρου, Λόγοι ΜΓ, σελίς 176.

24 Ιωάννου της Κλίμακος, Λόγοι Ι, ζ΄.

25 Δωροθέου Γάζης, Διδασκαλίαι προς τους εαυτού μαθητάς ΣΤ, 70, σελίς 278.

26 Δωροθέου Γάζης, Διδασκαλίαι προς τους εαυτού μαθητάς ΣΤ, 69, σελίς 268.

27 Ευαγρίου Ποντίου, Περί Ταπεινώσεως, σελίς 147.

28 Συμεών του Μεταφραστού, Σεπτέμβριος, βίος Θεοδώρας της εν Αλεξανδρεία ΙΖ, MIGNE PG IIR, 685C.

29 Ισιδώρου Πηλουσιώτου, επιστολή προς Αλύπιον V, MIGNE PG 78, 1473 C.


του πατρός Δαμιανού Ζαφείρη
Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον με τον αμαρτωλό
NIKOSZ
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 6135
Εγγραφή: Τετ Οκτ 04, 2006 5:00 am
Τοποθεσία: Αθηνα

Δημοσίευση από NIKOSZ »

Στους χαιρετισμούς της Παναγίας μας η Εκκλησία προτρέπει: «Ξένον τόκον ίδόντες, ξενωθώμεν του κόσμου τόν νουν εις ουρανόν μεταθέντες». Έτσι, φαίνεται φυσικό αυτό που διηγούνται για τον Αγιο Νικόλαο Πλανά, ότι δεν ήξερε ποιος ήταν «στα πράγματα» στην εποχή του και ότι για συζητήσεις πολιτικές και σκανδαλοθηρικές ένιωθε ανεξήγητους πόνους στο κεφάλι!

Από τη στιγμή που ο νους ξενιτευτεί και πάψει ν' ασχολείται με τα επίγεια και καταπιαστεί με τα ουράνια και κυρίως, με την σχολαστική εξέταση του εγώ, με το σκάψιμο στο είναι και το πένθος για τις αμαρτίες τότε σταματά και η κατάκριση, το «κουτσομπολιό», η καταλαλιά, που μαστίζουν πάρα πολλές χριστιανικές ψυχές.

Γι' αυτόν τον λόγο και ο άγ. Ιωάννης της Κλίμακας λέγει: «Όσοι είναι αυστηροί και σχολαστικοί κριταί των σφαλμάτων του άλλου, νικώνται από αυτό το πάθος (την καταλαλιά), επειδή δεν απέκτησαν ακόμη για τα δικά τους αμαρτήματα ολοκληρωτική φροντίδα (γνώση) και μνήμη. Διότι όποιος αφαιρέσει «το περικάλυμμα της φιλαυτίας» και ιδεί με ακρίβεια τα ιδικά του κακά, για τίποτε άλλο δεν θα φροντίσει πλέον στην ζωή του, αναλογιζόμενος ότι ο χρόνος της ζωής του δεν επαρκεί για να πενθήσει τις ιδικές του αμαρτίες, έστω και αν θα εζούσε εκατό έτη, και αν θα έβλεπε ολόκληρο τον Ιορδάνη ποταμό να βγαίνει από τους οφθαλμούς του ως δάκρυ» και «Περιεργάσθηκα καλά την κατάσταση του πένθους και δεν εύρηκα σ' αυτήν ίχνος καταλαλιάς ή κατακρίσεως» ( Αγ. Ιωάννου Σιναΐτου Κλίμαξ Λόγος Γ 11,12 ).
Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον με τον αμαρτωλό
NIKOSZ
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 6135
Εγγραφή: Τετ Οκτ 04, 2006 5:00 am
Τοποθεσία: Αθηνα

Δημοσίευση από NIKOSZ »

Από τα εργά ασκητικά του Άββα Δοροθεού

Αν θυμόμασταν, αδελφοί μου, τα λόγια των αγίων γερόντων αν τα μελετούσαμε, δύσκολα θα πέφταμε στην αμαρτiα, δύσκολα θα παραμελούσαμε τους εαυτούς μας. Γιατί αν, όπως ακριβώς μας
συμβούλευσαν εκείνοι, δεν καταφρονούσαμε τα μικρά και όσα θεωρούμε ασήμαντα, δεν θα φτάναμε vα πέσουμε στα μεγάλα και βαριά. Πάντοτε σας
λέω, ότι από αυτά τα μικρά, δηλαδή από το να λέμε:

«τι σημασία έχει αυτό, τι σημασία έχει εκείνο;»,

κακοσυνηθίζει η ψυχή και αρχίζει να μην δίνει σημασία και στα μεγάλα. Ξέρεις πόσο μεγάλη αμαρτία είναι να κρίνεις τον πλησίον; Πραγματικά,
τι μπορεί να είναι βαρύτερο απ' αυτό; Τι άλλο μισεί τόσο πολύ και αποστρέφεται ο Θεός σαν την κατάκριση; Όπως ακριβώς είπαν και οι Πατέρες,δεν υπάρχει χειρότερο πράγμα από αυτήν.Και όμως λένε ότι από αυτά τα μικροπράγματαφτάνει κανείς σ' αυτό το τόσο μεγάλο κακό. Από το
να δεχτεί μιά μικρή υποψία γιά τον πλησίον, από το να λέει: «Τι σημασία έχει αν ακούσω τι λέει αυτός ο αδελφός; Τι σημασία έχει αν πώ και εγώ αυτόν τον ένα λόγο; Τι σημασία έχει αν δώ που πάει αυτός ο
αδελφός η τι πάει να κάνει αυτός ο ξένος»; αρxiζει ο νούς να αφήνει τις δίκες του αμαρτίες και ν'απασχολείται με τη ζωή του πλησίον. Από εκεί
φτάνει κανείς στην κατάκριση, στην καταλαλιά, στην εξουδένωση. Από εκεί πέφτει σ' όσα κατακρίνει.

Επειδή δεν φροντίζει γιά τις δικές του κακιες,επειδή δεν κλαίει, όπως είπαν οι Πατέρες, τον πεθαμένο εαυτόν του, δεν μπορεί σε τίποτα απολύτως νά διορθώσει τον εαυτόν του, αλλά πάντοτε απασχολείται με τον πλησίον. Και τίποτα δεν παροργίζει τοσο το Θεό, τίποτα δεν ξεγυμνώνει
τόσο τον άνθρωπο και δεv τον οδηγεί στην εγκατάλειψη, οσο η καταλαλιά, η κατάκριση και η εξουδένωση του πλησίον.
Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον με τον αμαρτωλό
Απάντηση

Επιστροφή στο “Πνευματικά Αναγνώσματα”