Θεσσαλονικείς Άγιοι
Συντονιστές: ntinoula, Συντονιστές
Re: Θεσσαλονικείς Άγιοι
4 ᾿Απριλίου, Δ¢ Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν
ΘΕΩΝΑΣ Α¢, “ὁ ἀπὸ ἡγουμένων”,
ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης
῾Ο ἅγιος Θεωνᾆς “τίνα μὲν εἶχε πατρίδα ἐπὶ τῇ γῇ, ἢ τίνας γονεῖς, ἢ μὲ ποῖον τρόπον ἐγένετο ἀρχιερεὺς τῆς Θεσ¬σαλονίκης, ἀπὸ ἱστορίαν ἔγγραφον ἢ παράδοσιν τίνα, δὲν ἐμάθομεν” μαρτυρεῖ ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ ῾Αγιορείτης, συγγραφέας τοῦ Βίου τοῦ ἁγίου. Μία παράδοση θέλει τὸν Θεωνᾆ Μυτιληναῖο καὶ γι᾿ αὐτὸ πολλοὶ νεώτεροι ἐρευνητὲς τὸν ἀποκαλοῦν Λέσβιο, εἴτε γιατὶ καταγόταν ἀπὸ τὴ Λέσβο, εἴτε γιατὶ παρέμεινε ἐκεῖ ὡς πνευματικός, στὸ Πλωμάρι.
᾿Απὸ ὅσα εἶναι γνωστά, ὁ Θεωνᾆς πρέπει νὰ γεννήθηκε περίπου κατὰ τὸ δεύτερο ἥμισυ τοῦ 15ου αἰ. ᾿Αγνοοῦνται ὅλα τὰ σχετικὰ μὲ τὴ ζωή του πρὶν ἀπὸ τὴ μετάβασή του στὸ ῞Αγιο ῎Ορος. Καταρχὴν ἀσκήτευσε στὴ μονὴ Παντοκράτορος, ὡς ἱερέας μάλιστα, ἀλλὰ ἀργότερα τὴν ἐγκατέλειψε γιὰ νὰ προσκολληθεῖ στὴ συνοδεία τοῦ ἁγίου ᾿Ιακώβου, τοῦ Νεομάρτυρος (1 Νοεμβρίου 1519), ὁ ὁποῖος μόναζε σὲ μία τοποθεσία πάνω ἀπὸ τὴ μονὴ ᾿Ιβήρων, στὸ μονύδριο τοῦ Τιμίου Προδρόμου. Κατὰ τὸ 1518 ὁ ᾿Ιάκωβος μὲ τὴν συνοδεία ἕξι μαθητῶν του, μεταξὺ αὐτῶν καὶ τοῦ Θεωνᾆ, ἐγκατέλειψε τὴν Σκήτη τοῦ Προδρόμου καὶ κατέφυγε στὰ ἐνδότερα τοῦ ῎Αθωνα, ἀλλὰ μετὰ ἀπὸ μία ὀπτασία ὁ γέροντας ἀποφάσισε νὰ ἐξέλθουν ἀπὸ τὸ ῎Ορος. Τὴν Παρασκευὴ τῆς Διακαινησίμου τοῦ 1518, ὁ ᾿Ιάκωβος καὶ ἡ συνοδεία του ἐγκατέλειψαν τὸ ῞Αγιο ῎Ορος· ἀφοῦ διῆλθαν ἀπὸ τὴν περιοχὴ τῆς Θεσσαλονίκης καὶ ἀκολούθησαν τὴν ὁδὸ πρὸς τὴ Θεσσαλία, πέρασαν ἀπὸ τὸ κάστρο τῆς Πέτρας (Πλαταμώνα), τὰ Μετέωρα καὶ ἐγκαταστάθησαν στὴ μονὴ τοῦ Τιμίου Προδρόμου, στὴ Δερβεκίστα (᾿Ανάληψη) τῆς Αἰτωλίας, ὅπου καὶ διέμειναν ἐπὶ ἕνα ἔτος.
῾Ο Θεωνᾆς ἦταν ὁ πιστότερος καὶ καλύτερος μαθητὴς τοῦ ᾿Ιακώβου· γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ ἐστάλη πρὸς τὸν ἐπίσκοπο ῎Αρτης ᾿Ακάκιο, γιὰ νὰ ἐξασφαλίσει ἐνταλτήριο γράμμα γιὰ τὴν ἀπρόσκοπτη πνευματικὴ ἐργασία στοὺς χριστιανοὺς τῆς περιοχῆς. ᾿Επειδὴ ὅμως ὁ ἅγιος ᾿Ιάκωβος σύντομα κατέστη δημοφιλὴς καὶ σημειοφόρος, ὁ ῎Αρτης ᾿Ακάκιος τὸν φθόνησε. Φοβήθηκε μήπως ἀποκαλυφθοῦν οἱ παρανομίες του, ἀποδέχθηκε τὶς συκοφαντίες κάποιων ψευδομοναχῶν καὶ διέβαλε τὸν ᾿Ιάκωβο στοὺς Τούρκους ὡς ἐπαναστάτη. ῾Ο μπέης τῶν Τρικάλων ἀπέστειλε στρατιῶτες, οἱ ὁποῖοι συνέλαβαν τὸν ᾿Ιάκωβο καὶ δύο μαθητές του, τὸ διάκονο ᾿Ιάκωβο καὶ τὸ μοναχὸ Διονύσιο καὶ τοὺς μετέφεραν στὰ Τρίκαλα, ὅπου παρέμειναν στὴ φυλακὴ γιὰ σαράντα ἡμέρες. ᾿Εκεῖ ἐπισκέφθηκαν τὸν ᾿Ιάκωβο δύο ἄλλοι μαθητές του, ὁ Θεωνᾆς καὶ ὁ Μαρκιανός, καὶ τὸν ρώτησαν γιὰ τὴν τύχη τῆς μονῆς καὶ τῶν ἀδελφῶν μετὰ τὸ θάνατό του. Τότε ὁ ᾿Ιάκωβος προφήτευσε ὅτι αὐτοὶ θὰ ἐγκαταλείψουν τὴ μονὴ καὶ θὰ συγκεντρωθοῦν σὲ κάποιο μοναστήρι κοντὰ στὴ Θεσσαλονίκη, ἀπέστειλε μάλιστα καὶ ἐπιστολὴ στοὺς μαθη¬τές, μὲ τὴν ὁποία ὅριζε τὸ Θεωνᾆ ὡς διάδοχο καὶ ἡγούμενο τῆς μονῆς Προδρόμου.
Τὴν 1η Νοεμβρίου τοῦ 1519 ὁ ᾿Ιάκωβος καὶ οἱ δύο μαθητές του, ᾿Ιάκωβος καὶ Διονύσιος, ἀφοῦ βασανίσθηκαν φρικτὰ στὸ Διδυμότειχο καὶ στὴν ᾿Αδριανούπολη ἀντίστοιχα, ἀπαγχονίσθηκαν. Τὰ σώματα τῶν τριῶν νεομαρτύρων ἀγοράσθηκαν ἀπὸ τοὺς χριστιανοὺς καὶ τάφηκαν στὸ χωριὸ ᾿Αρβανιτοχώρι, πέντε χιλιόμετρα ἔξω ἀπὸ τὴν ᾿Αδριανούπολη.
Σύμφωνα μὲ τὴν προφητεία τοῦ ἁγίου ᾿Ιακώβου, μετὰ τὸ θάνατό του ὁ Θεωνᾆς καὶ ἡ συνοδεία τῆς Δερβεκίστας ἐγκατέλειψαν τὸ ἑπόμενο ἔτος τὴ μονὴ καὶ μετέβησαν στὸ ῞Αγιο ῎Ορος, στὴ μονὴ Σίμωνος Πέτρας. ᾿Απὸ κάποιο ᾿Αρτηνὸ ἱερέα πληροφορήθηκαν γιὰ τοὺς τάφους τῶν ἁγίων καὶ φρόντισαν γιὰ τὴν ἀνακομιδὴ τῶν λειψάνων τους. Μετὰ ἀπὸ λίγο, τὸ 1522, “οἱ μαθηταὶ τοῦ ἁγίου καὶ διὰ τὴν ἔνδειαν τῶν ἀναγκαίων, καὶ μᾆλλον διὰ τὴν προφητείαν τοῦ ἁγίου ἀνεχώρησαν ἀπὸ τὴν Σιμωνόπετραν”, μαζὶ μὲ τὰ λείψανα τῶν τριῶν νεομαρτύρων καὶ ἦλθαν στὰ περίχωρα τῆς Θεσσαλονίκης. ᾿Εγκαταστάθηκαν στὸ μοναστήρι τῆς ἁγίας ᾿Αναστασίας τῆς Φαρμακολυτρίας, “τὸ ὁποῖον ἦτο τότε, μονύδριον μικρότατον, παλαιότατον καὶ σεσαθρωμένον, ἀνοικοδομήσαν ἐκ βάθρων καὶ ἱκανὰ κελλία ἔκτισαν διὰ τοὺς ἀδελφούς, χάριτι Θεοῦ συνήχθησαν ἕως ἑκατὸν πεντήκοντα ἀδελφοί, οἵτινες διῆγον κοινοβιακὴν ζωήν”.
῾Ως ἡγούμενος τῆς μονῆς ἁγίας ᾿Αναστασίας μαρτυρεῖται ὁ Θεωνᾆς σὲ διάφορες πηγές, μέχρι τὸ 1535. ῾Η ἀνάρρηση τοῦ Θεωνᾆ στὸ μητροπολιτικὸ θρόνο τῆς Θεσσαλονίκης θὰ πρέπει νὰ συνέβη μετὰ τὸ ἔτος αὐτό, διότι μέχρι τὸ 1535 μητροπολίτης Θεσσαλονίκης ἦταν ὁ ᾿Ιωάσαφ καὶ σὲ ἔγγραφο τοῦ 1538 ἀναφέρεται ὁ Θεωνᾆς ὡς μητροπολίτης Θεσσαλονίκης.
῾Η παρουσία του στὸ θρόνο τῆς Θεσσαλονίκης δὲν ἦταν πολύχρονη, διότι μαρτυρεῖται ὡς μητροπολίτης τὸν Μάϊο τοῦ 1541, ἐνῶ τὸν ᾿Απρίλιο τοῦ 1542 ἀναφέρεται ὡς μακαρίτης πλέον· συνεπῶς θὰ πρέπει νὰ πέθανε στὰ μέσα τοῦ 1541.
Τὸ λείψανο τοῦ ἁγίου Θεωνᾆ, ἀμέσως μετὰ τὸ θάνατό του, μεταφέρθηκε μὲ τρόπο θαυμαστὸ καὶ ἐνταφιάσθηκε στὴ μονὴ τῆς ἁγίας ᾿Αναστασίας. Τὸ ἔτος 1821 μεταφέρθηκε στὴ Σκόπελο καὶ ἀπὸ ἐκεῖ στὴ μονὴ ᾿Εσφιγμένου τοῦ ῾Αγίου ῎Ορους καὶ ἐκ νέου στὴ μονὴ τῆς ἁγίας ᾿Αναστασίας, ὅπου καὶ φυλάσσεται σήμερα. ῾Η μνήμη του ἑορ¬άζεται τὴν 4η ᾿Απριλίου καὶ στὴ μονὴ τῆς ἁγίας ᾿Αναστασίας τὴν Δ¢ Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν.
῾Ο ὅσιος Νικόδημος ὁ ῾Αγιορείτης συνέγραψε τὸ Βίο τοῦ ἁγίου Θεωνᾆ, ὁ ὁποῖος συμπεριελήφθη στὸ Νέον ᾿Εκλόγιον καθὼς καὶ τὴν ᾿Ασματικὴν ᾿Ακολουθίαν πρὸς τιμήν του.
ΘΕΟΔΟΥΛΟΣ καὶ ΑΓΑΘΟΠΟΥΣ, μάρτυρες
Στὸ Συναξάριο τῶν μαρτύρων ᾿Αγαθόποδος καὶ Θεοδούλου δὲν ἀναφέρεται ὁ χρόνος τοῦ μαρτυρίου, ἔχοντας ὅμως ὑπόψη μας κάποια στοιχεῖα ἀπὸ τὸ ἐκτενὲς Μαρτύριο ποὺ ἕπεται τοῦ Συναξαρίου συμπεραίνουμε ὅτι οἱ δύο μάρτυρες ἐτελειώθησαν στὶς ἀρχὲς τοῦ διοκλητιάνειου διωγμοῦ ἐπὶ Καίσαρος Μαξιμιανοῦ (286-305) καὶ ἄρχοντος Φαυστίνου.
Στὸ Μαρτυρολόγιό τους τονίζεται ἰδιαίτερα τὸ θάρρος, ἡ παρρησία, καὶ ἡ ἐμμονὴ τῶν δύο μαρτύρων στὴν ἀληθινὴ πίστη, ποὺ προκάλεσαν τὸ θαυμασμὸ ὅλων τῶν παρισταμένων.
Καὶ οἱ δύο μάρτυρες κατάγονταν ἀπὸ τὴ Θεσσαλονίκη· ὁ Θεόδουλος, νεαρὸς στὴν ἡλικία, ἦταν ἀναγνώστης καὶ προερχόταν ἀπὸ ἐπιφανῆ οἰκογένεια. Οἱ ἀδελφοί του, Καπίτων, Μητρόδωρος καὶ Φιλόστοργος, ἦταν εὐσεβέστατοι νέοι καὶ στὶς δύσκολες ὧρες ποὺ πέρασε ὁ Θεόδουλος μετὰ τὴ σύλληψή του, στάθηκαν δίπλα του, ἐνισχύοντάς τον καὶ τονώνοντάς του τὸ φρόνημα. Σημειώνεται δέ, στὸ Συναξάριό του, ὅτι λίγο πρὶν ἐξαπολυθεῖ ὁ διωγμὸς ἐναντίον τῶν χριστιανῶν, κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ ὕπνου του, ὁ Θεόδουλος δέχθηκε ὡς δῶρο ἕνα πρωτότυπο δαχτυλίδι, σύμβολο τοῦ δωρητοῦ Θεοῦ. Μετὰ ἀπὸ αὐτὸ τὸ περιστατικὸ ὁ Θεόδουλος ἀπέκτησε θεραπευτικὲς ἰδιότητες καὶ ἐπιτελοῦσε ἰάσεις.
῾Ο ᾿Αγαθόπους (Agathoponus ἢ Agathopolus ἢ Agathonis στὰ ἀρχαῖα λατινικὰ συναξάρια), γέροντας στὴν ἡλικία, εἶχε τὸ ἀξίωμα τοῦ διακόνου ὅταν συνελήφθη μαζὶ μὲ τὸν Θεόδουλο καὶ ὁδηγήθηκαν στὸν Φαυστῖνο, ἡγεμόνα τῆς Θεσσαλονίκης, μὲ σκοπὸ ἢ νὰ ἀρνηθοῦν τὴν πίστη τους καὶ νὰ θυσιάσουν στὰ εἴδωλα ἢ διαφορετικὰ νὰ θανατωθοῦν. Καὶ οἱ δύο ὅμως ἔχοντας μιὰ ψυχὴ καὶ ἕνα φρόνημα δήλωσαν ἐνώπιον τοῦ Φαυστίνου πὼς δὲν πρόκειται νὰ ὑποχωρήσουν καὶ νὰ ἀρνηθοῦν τὸν ῞Ενα καὶ μοναδικὸ Θεό.
῾Ο Φαυστῖνος βλέποντας μὲ πόση παρρησία καὶ γενναιότητα ἀντιμετώπιζαν καὶ οἱ δύο τὴν ἀπειλὴ τοῦ θανάτου, ἀποφάσισε νὰ ἐπιχειρήσει νὰ τοὺς μεταπείσει χωριστὰ τὸν ἕναν ἀπὸ τὸν ἄλλον. Γι᾿ αὐτὸ τοὺς ἀπομάκρυνε ὅλους καὶ κράτησε κοντά του μόνο τὸν Θεόδουλο μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι ἴσως μπορέσει νὰ τὸν κάμψει εὐκολότερα, ἐξαιτίας τοῦ νεαροῦ τῆς ἡλικίας του. Δὲν πέτυχε ὅμως τὸ σκοπό του, γιατὶ οὔτε οἱ ὑποσχέσεις ἀλλὰ οὔτε καὶ οἱ ἀπειλὲς κλόνισαν τὸ φρόνημα τοῦ Θεοδούλου· ἀπεναντίας μάλιστα ἐπέδειξε τέτοια γενναιότητα ποὺ ἄφησε ἔκπληκτο τὸν Φαυστῖνο, ὁ ὁποῖος, βλέποντας τὴν ἀποτυχία του, διέταξε νὰ ἀπομακρύνουν τὸν Θεόδουλο καὶ νὰ ὁδηγήσουν ἐνώπιόν του τὸν ᾿Αγαθόποδα, τὸν ὁποῖο προέτρεψε νὰ θυσιάσει στὰ εἴδωλα, τονίζοντάς του τὴν ἡλικία του καὶ τὴ σύνεση ποὺ θὰ ἔπρεπε νὰ ἐπιδείξει σ᾿ αὐτή. ᾿Επιπλέον, γιὰ νὰ τὸν κάμψει ἀκόμη περισσότερο, τοῦ εἶπε ὅτι καὶ ὁ Θεόδουλος θυσίασε ἐνωρίτερα ἀπ᾿ αὐτόν. ῾Ο ᾿Αγαθόπους, ποὺ ἀντιλήφθηκε ἀμέσως τὴν ἀπάτη τοῦ ἀπάντησε ἀναλόγως, λέγοντάς του ὅτι, “προθύμως καὶ ἐγὼ τὴν διὰ λόγων θυσίαν θὰ προσφέρω πρὸς τὸν Θεόν μου καὶ τὸν Υἱὸν Αὐτοῦ ᾿Ιησοῦν Χριστόν. Διότι πρὸς τούτους καὶ ὁ Θεόδουλος ὑπεσχέθη νὰ προσφέρη εὔοσμον θυσίαν”.
Στὴ συνέχεια ἔδωσε μιὰ σθεναρὴ ὁμολογία τῆς πίστεώς του, τέτοια ποὺ πολλοί, φοβούμενοι μήπως κατ᾿ αὐτὸν τὸν τρόπο ἐνδυναμωθοῦν ὅσοι ἀνέμεναν νὰ ἀνακριθοῦν ἀπὸ τὸν ἡγεμόνα, κατηγορούμενοι γιὰ τὸν ἴδιο λόγο μὲ τὸν ᾿Αγαθόποδα, προέτρεψαν τὸν Φαυστῖνο νὰ διατάξει τὴ φυλάκισή του μαζὶ μὲ τὸν Θεόδουλο. ᾿Αρκετοὶ τότε ἀπὸ τὸ παριστάμενο πλῆθος, ἐμφορούμενοι ἀπὸ δειλία, προσπάθησαν νὰ τοὺς μεταπείσουν, προβάλλοντας ὡς ἐπιχείρημα στὸν μὲν Θεόδουλο τὴ νεότητά του, τὴν ὁποία ἔπρεπε νὰ λυπηθεῖ, στὸν δὲ ᾿Αγαθόποδα τὴ λευκασμένη κεφαλή του. ᾿Αλλὰ οἱ δύο ὑποψήφιοι μάρτυρες ἔμειναν ἀνυποχώρητοι· γι᾿ αὐτὸ καὶ ὁδηγήθηκαν στὴ φυλακή, ὅπου διανυκτέρευσαν προσευχόμενοι. Κατὰ τὸ μεσονύκτιο ἐνδυναμώθηκαν μὲ αἴσια ὄνειρα· μετὰ δὲ ἀπὸ αὐτὸ συνέχισαν νὰ προσεύχονται καὶ νὰ δοξολογοῦν τὸ Θεὸ ποὺ τοὺς στήριξε κατ᾿ αὐτὸν τὸν τρόπο. Μέσα στὴν ἡσυχία τῆς νύκτας οἱ ὑμνωδίες τῶν δύο ἁγίων ξεχύθηκαν σ᾿ ὅλη τὴ φυλακὴ καὶ πολλοὶ ἀπὸ τοὺς φυλακισμένους κακοποιοὺς βλέποντας τὸ θάρρος καὶ τὴν ἠρεμία τῶν δύο μαρτύρων, συγκλονισμένοι δήλωναν μετάνοια, ἀψηφώντας κι αὐτὸν ἀκόμη τὸ θάνατο, ἐνῶ ἀπὸ τὸν προκαλούμενο θόρυβο εἰσῆλθε στὴ φυλακὴ ὁ ὄχλος ποὺ εἶχε συγκεντρωθεῖ ἀπ᾿ ἔξω καὶ θαύμαζε γιὰ τὰ γεγονότα.
Κάποιος Οὐρβανὸς ποὺ παρακολούθησε ὅλα ὅσα εἶχαν συμβεῖ στὴ φυλακή, ἔσπευσε νὰ καταγγείλει τὰ γενόμενα στὸν Φαυστῖνο· ἐπιπλέον τοῦ συνέστησε νὰ θανατώσει ὅσο τὸ δυνατὸν γρηγορότερα τὸν Θεόδουλο καὶ τὸν ᾿Αγαθόποδα, γιατὶ ὅσο περισσότερο παρέμεναν στὴ φυλακὴ τόσο περισσότερους ἀνθρώπους θὰ προσέλκυαν στὴ χριστιανικὴ πίστη.
῾Ο Φαυστῖνος, ταραγμένος ἀπὸ ὅσα ἄκουσε, διέταξε νὰ τοῦ παρουσιάσουν ἀμέσως τοὺς δύο συλληφθέντες, γιὰ νὰ τοὺς ἀνακρίνει γιὰ μιὰ ἀκόμη φορά. Πρῶτα ἀνέκρινε τὸν Θεόδουλο· γρήγορα ὅμως παραιτήθηκε ἀπὸ τὴν προσπάθεια νὰ τὸν μεταπείσει μὲ λόγια καὶ διέταξε νὰ τὸν βασανίσουν. ῾Ο Θεόδουλος ὑπέμενε ὅλα τὰ βασανιστήρια μὲ καρτερία καὶ γενναιότητα· πολλοὶ ὅμως ἦταν ἐκεῖνοι ποὺ δὲν ἄντεξαν οὔτε κἂν στὴ θέα τῶν φοβερῶν τιμωριῶν καὶ δείλιασαν καὶ προτίμησαν νὰ φάγουν ἀπὸ τὰ εἰδωλόθυτα. Τέλος, ὁ Φαυστῖνος διέταξε νὰ τὸν ἀποκεφαλίσουν, ἐλπίζοντας πὼς θὰ λιποψυχοῦσε ὁ μάρτυς καὶ θὰ ὑποχωροῦσε ἐμπρὸς σ᾿ αὐτὴ τὴν ἀπειλή, ἀλλὰ καὶ πάλι ἀστόχησε.
Στὴ συνέχεια κάλεσε τὸν ᾿Αγαθόποδα, ὁ ὁποῖος ἐπέδειξε τὴν ἴδια γενναία συμπεριφορὰ μὲ τὸν Θεόδουλο· γι᾿ αὐτὸ διέταξε καὶ πάλι νὰ τοὺς φυλακίσουν. Κατὰ τὴ διάρκεια τῆς νύκτας οἱ δύο μάρτυρες ἐνδυναμώθηκαν μὲ μία ὀπτασία· εἶδαν ὅτι βρίσκονταν μέσα σ᾿ ἕνα πλοῖο ποὺ καταποντίσθηκε καὶ οἱ μόνοι ποὺ διασώθηκαν ἦταν αὐτοί. Μετὰ ἀπ᾿ αὐτό, δοξολόγησαν τὸ Θεὸ καὶ ἔτσι προετοιμασμένους καὶ ἐνδυναμωμένους τοὺς παρέλαβαν οἱ φύλακες γιὰ νὰ τοὺς παρουσιάσουν ἐνώπιον τοῦ Φαυστίνου, ὁ ὁποῖος θὰ ἐξέδιδε τὴν καταδικαστικὴ ἀπόφαση. Γιὰ τελευταία φορὰ ὁ Φαυστῖνος ἐπιχείρησε νὰ τοὺς μεταπείσει ἀλλὰ ἡ μόνη ἀπάντηση ποὺ ἔλαβε ἦταν ὅτι, “εἴμεθα χριστιανοὶ καὶ ὑπὲρ τοῦ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ προτιμῶμεν νὰ ὑποστῶμεν τὰ πάντα”. Κατόπιν τούτου διέταξε νὰ τοὺς ρίξουν στὴ θάλασσα γιὰ νὰ πνιγοῦν. Οἱ δύο μάρτυρες, ὁδηγούμενοι στὸν τόπο τῆς καταδίκης, συνοδεύονταν ἀπὸ ὁρισμένους εἰδωλολάτρες ποὺ προσπαθοῦσαν ἔστω καὶ τὴν τελευταία στιγμὴ νὰ τοὺς μεταπείσουν, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ μία ὁμάδα χριστιανῶν ποὺ τοὺς μακάριζαν γιατὶ παρέμειναν πιστοὶ ὡς τὸ τέλος. ῞Υστερα ἀπὸ ἀρκετὴ ὥρα οἱ δύο μάρτυρες ρίφθηκαν στὴ θάλασσα, ἀλλὰ τὰ δεσμά τους λύθηκαν μὲ ἀποτέλεσμα νὰ παραλάβουν τὰ σώματα τῶν δύο μαρτύρων οἱ χριστιανοί. Σημειώνεται μάλιστα στὸ Συναξάριό τους, ὅτι ὁ μάρτυς Θεόδουλος ἐμφανίσθηκε σὲ κάποιους χριστιανοὺς μετὰ τὸ μαρτυρικὸ θάνατό του φορώντας μιὰ μεγαλοπρεπῆ στολὴ καὶ τοὺς ἔδωσε ἐντολὴ νὰ μοιράσουν τὴν περιουσία του στὶς χῆρες καὶ τὰ ὀρφανὰ καὶ σ᾿ ὅποιον ἄλλο εἶχε ἀνάγκη, ἀποκαλύπτοντας κατ᾿ αὐτὸν τὸν τρόπο τὴ φιλάνθρωπη καὶ ἐλεήμονα φύση του ἀκόμη καὶ μετὰ θάνατον.
Μία σημαντικὴ ἀναφορὰ γιὰ τὸν τόπο ἀθλήσεως τῶν μαρτύρων Θεοδούλου καὶ ᾿Αγαθόποδος μᾆς παρέχει ὁ Βίος τοῦ ὁσίου Δαυὶδ τοῦ δενδρίτη. Συγκεκριμένα, κατὰ τὴ διήγηση τῆς διὰ θαλάσσης ἐπιστροφῆς του ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη στὴ Θεσσαλονίκη, ὁπότε καὶ ἐκοιμήθη, γίνεται ἀναφορὰ στὸν τόπο ὅπου εἶχαν ριφθεῖ τὰ σώματα τῶν δύο μαρτύρων. Σημειώνεται λοιπὸν ὅτι, “καὶ λοιπὸν πλησίασαν τὸ πλοῖον τῇ πόλει (ἐνν. τὴ Θεσσαλονίκη), οὐ προσώρμησε τῷ λιμένι, ἀλλὰ πρὸς δυσμὰς τῆς πόλεως ὥρμησεν ἐν ᾧ τόπῳ ἐρρίφθησαν τὰ σώματα τῶν ἁγίων Θεοδούλου καὶ ᾿Αγαθόποδος ὑπὸ τῶν ἀσεβεστάτων καὶ ἀθεωτάτων Μαξιμιανοῦ Καίσαρος καὶ Φαυστίνου ἡγεμόνος”.
Σὲ Μαρτύριό τους, ποὺ σώζεται σὲ κώδικα τῆς μονῆς ᾿Ιβήρων τοῦ ῾Αγίου ῎Ορους, σημειώνεται ἡ ὕπαρξη ναοῦ πρὸς τιμὴν τῶν δύο μαρτύρων στὴν πόλη τῆς Θεσσαλονίκης.
Κανόνα πρὸς τιμὴν τῶν ἁγίων Θεοδούλου καὶ ᾿Αγαθόποδος συνέταξε ὁ ὅσιος ᾿Ιωσὴφ ὁ ῾Υμνογράφος, ὁ ὁποῖος ὡς γνωστὸν εἶχε διέλθει καὶ παραμείνει γιὰ κάποιο χρονικὸ διάστημα στὴ Θεσσαλονίκη. ῾Η μνήμη τῶν δύο μαρτύρων τιμᾆται στὶς 4 ᾿Απριλίου.
ΘΕΩΝΑΣ Α¢, “ὁ ἀπὸ ἡγουμένων”,
ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης
῾Ο ἅγιος Θεωνᾆς “τίνα μὲν εἶχε πατρίδα ἐπὶ τῇ γῇ, ἢ τίνας γονεῖς, ἢ μὲ ποῖον τρόπον ἐγένετο ἀρχιερεὺς τῆς Θεσ¬σαλονίκης, ἀπὸ ἱστορίαν ἔγγραφον ἢ παράδοσιν τίνα, δὲν ἐμάθομεν” μαρτυρεῖ ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ ῾Αγιορείτης, συγγραφέας τοῦ Βίου τοῦ ἁγίου. Μία παράδοση θέλει τὸν Θεωνᾆ Μυτιληναῖο καὶ γι᾿ αὐτὸ πολλοὶ νεώτεροι ἐρευνητὲς τὸν ἀποκαλοῦν Λέσβιο, εἴτε γιατὶ καταγόταν ἀπὸ τὴ Λέσβο, εἴτε γιατὶ παρέμεινε ἐκεῖ ὡς πνευματικός, στὸ Πλωμάρι.
᾿Απὸ ὅσα εἶναι γνωστά, ὁ Θεωνᾆς πρέπει νὰ γεννήθηκε περίπου κατὰ τὸ δεύτερο ἥμισυ τοῦ 15ου αἰ. ᾿Αγνοοῦνται ὅλα τὰ σχετικὰ μὲ τὴ ζωή του πρὶν ἀπὸ τὴ μετάβασή του στὸ ῞Αγιο ῎Ορος. Καταρχὴν ἀσκήτευσε στὴ μονὴ Παντοκράτορος, ὡς ἱερέας μάλιστα, ἀλλὰ ἀργότερα τὴν ἐγκατέλειψε γιὰ νὰ προσκολληθεῖ στὴ συνοδεία τοῦ ἁγίου ᾿Ιακώβου, τοῦ Νεομάρτυρος (1 Νοεμβρίου 1519), ὁ ὁποῖος μόναζε σὲ μία τοποθεσία πάνω ἀπὸ τὴ μονὴ ᾿Ιβήρων, στὸ μονύδριο τοῦ Τιμίου Προδρόμου. Κατὰ τὸ 1518 ὁ ᾿Ιάκωβος μὲ τὴν συνοδεία ἕξι μαθητῶν του, μεταξὺ αὐτῶν καὶ τοῦ Θεωνᾆ, ἐγκατέλειψε τὴν Σκήτη τοῦ Προδρόμου καὶ κατέφυγε στὰ ἐνδότερα τοῦ ῎Αθωνα, ἀλλὰ μετὰ ἀπὸ μία ὀπτασία ὁ γέροντας ἀποφάσισε νὰ ἐξέλθουν ἀπὸ τὸ ῎Ορος. Τὴν Παρασκευὴ τῆς Διακαινησίμου τοῦ 1518, ὁ ᾿Ιάκωβος καὶ ἡ συνοδεία του ἐγκατέλειψαν τὸ ῞Αγιο ῎Ορος· ἀφοῦ διῆλθαν ἀπὸ τὴν περιοχὴ τῆς Θεσσαλονίκης καὶ ἀκολούθησαν τὴν ὁδὸ πρὸς τὴ Θεσσαλία, πέρασαν ἀπὸ τὸ κάστρο τῆς Πέτρας (Πλαταμώνα), τὰ Μετέωρα καὶ ἐγκαταστάθησαν στὴ μονὴ τοῦ Τιμίου Προδρόμου, στὴ Δερβεκίστα (᾿Ανάληψη) τῆς Αἰτωλίας, ὅπου καὶ διέμειναν ἐπὶ ἕνα ἔτος.
῾Ο Θεωνᾆς ἦταν ὁ πιστότερος καὶ καλύτερος μαθητὴς τοῦ ᾿Ιακώβου· γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ ἐστάλη πρὸς τὸν ἐπίσκοπο ῎Αρτης ᾿Ακάκιο, γιὰ νὰ ἐξασφαλίσει ἐνταλτήριο γράμμα γιὰ τὴν ἀπρόσκοπτη πνευματικὴ ἐργασία στοὺς χριστιανοὺς τῆς περιοχῆς. ᾿Επειδὴ ὅμως ὁ ἅγιος ᾿Ιάκωβος σύντομα κατέστη δημοφιλὴς καὶ σημειοφόρος, ὁ ῎Αρτης ᾿Ακάκιος τὸν φθόνησε. Φοβήθηκε μήπως ἀποκαλυφθοῦν οἱ παρανομίες του, ἀποδέχθηκε τὶς συκοφαντίες κάποιων ψευδομοναχῶν καὶ διέβαλε τὸν ᾿Ιάκωβο στοὺς Τούρκους ὡς ἐπαναστάτη. ῾Ο μπέης τῶν Τρικάλων ἀπέστειλε στρατιῶτες, οἱ ὁποῖοι συνέλαβαν τὸν ᾿Ιάκωβο καὶ δύο μαθητές του, τὸ διάκονο ᾿Ιάκωβο καὶ τὸ μοναχὸ Διονύσιο καὶ τοὺς μετέφεραν στὰ Τρίκαλα, ὅπου παρέμειναν στὴ φυλακὴ γιὰ σαράντα ἡμέρες. ᾿Εκεῖ ἐπισκέφθηκαν τὸν ᾿Ιάκωβο δύο ἄλλοι μαθητές του, ὁ Θεωνᾆς καὶ ὁ Μαρκιανός, καὶ τὸν ρώτησαν γιὰ τὴν τύχη τῆς μονῆς καὶ τῶν ἀδελφῶν μετὰ τὸ θάνατό του. Τότε ὁ ᾿Ιάκωβος προφήτευσε ὅτι αὐτοὶ θὰ ἐγκαταλείψουν τὴ μονὴ καὶ θὰ συγκεντρωθοῦν σὲ κάποιο μοναστήρι κοντὰ στὴ Θεσσαλονίκη, ἀπέστειλε μάλιστα καὶ ἐπιστολὴ στοὺς μαθη¬τές, μὲ τὴν ὁποία ὅριζε τὸ Θεωνᾆ ὡς διάδοχο καὶ ἡγούμενο τῆς μονῆς Προδρόμου.
Τὴν 1η Νοεμβρίου τοῦ 1519 ὁ ᾿Ιάκωβος καὶ οἱ δύο μαθητές του, ᾿Ιάκωβος καὶ Διονύσιος, ἀφοῦ βασανίσθηκαν φρικτὰ στὸ Διδυμότειχο καὶ στὴν ᾿Αδριανούπολη ἀντίστοιχα, ἀπαγχονίσθηκαν. Τὰ σώματα τῶν τριῶν νεομαρτύρων ἀγοράσθηκαν ἀπὸ τοὺς χριστιανοὺς καὶ τάφηκαν στὸ χωριὸ ᾿Αρβανιτοχώρι, πέντε χιλιόμετρα ἔξω ἀπὸ τὴν ᾿Αδριανούπολη.
Σύμφωνα μὲ τὴν προφητεία τοῦ ἁγίου ᾿Ιακώβου, μετὰ τὸ θάνατό του ὁ Θεωνᾆς καὶ ἡ συνοδεία τῆς Δερβεκίστας ἐγκατέλειψαν τὸ ἑπόμενο ἔτος τὴ μονὴ καὶ μετέβησαν στὸ ῞Αγιο ῎Ορος, στὴ μονὴ Σίμωνος Πέτρας. ᾿Απὸ κάποιο ᾿Αρτηνὸ ἱερέα πληροφορήθηκαν γιὰ τοὺς τάφους τῶν ἁγίων καὶ φρόντισαν γιὰ τὴν ἀνακομιδὴ τῶν λειψάνων τους. Μετὰ ἀπὸ λίγο, τὸ 1522, “οἱ μαθηταὶ τοῦ ἁγίου καὶ διὰ τὴν ἔνδειαν τῶν ἀναγκαίων, καὶ μᾆλλον διὰ τὴν προφητείαν τοῦ ἁγίου ἀνεχώρησαν ἀπὸ τὴν Σιμωνόπετραν”, μαζὶ μὲ τὰ λείψανα τῶν τριῶν νεομαρτύρων καὶ ἦλθαν στὰ περίχωρα τῆς Θεσσαλονίκης. ᾿Εγκαταστάθηκαν στὸ μοναστήρι τῆς ἁγίας ᾿Αναστασίας τῆς Φαρμακολυτρίας, “τὸ ὁποῖον ἦτο τότε, μονύδριον μικρότατον, παλαιότατον καὶ σεσαθρωμένον, ἀνοικοδομήσαν ἐκ βάθρων καὶ ἱκανὰ κελλία ἔκτισαν διὰ τοὺς ἀδελφούς, χάριτι Θεοῦ συνήχθησαν ἕως ἑκατὸν πεντήκοντα ἀδελφοί, οἵτινες διῆγον κοινοβιακὴν ζωήν”.
῾Ως ἡγούμενος τῆς μονῆς ἁγίας ᾿Αναστασίας μαρτυρεῖται ὁ Θεωνᾆς σὲ διάφορες πηγές, μέχρι τὸ 1535. ῾Η ἀνάρρηση τοῦ Θεωνᾆ στὸ μητροπολιτικὸ θρόνο τῆς Θεσσαλονίκης θὰ πρέπει νὰ συνέβη μετὰ τὸ ἔτος αὐτό, διότι μέχρι τὸ 1535 μητροπολίτης Θεσσαλονίκης ἦταν ὁ ᾿Ιωάσαφ καὶ σὲ ἔγγραφο τοῦ 1538 ἀναφέρεται ὁ Θεωνᾆς ὡς μητροπολίτης Θεσσαλονίκης.
῾Η παρουσία του στὸ θρόνο τῆς Θεσσαλονίκης δὲν ἦταν πολύχρονη, διότι μαρτυρεῖται ὡς μητροπολίτης τὸν Μάϊο τοῦ 1541, ἐνῶ τὸν ᾿Απρίλιο τοῦ 1542 ἀναφέρεται ὡς μακαρίτης πλέον· συνεπῶς θὰ πρέπει νὰ πέθανε στὰ μέσα τοῦ 1541.
Τὸ λείψανο τοῦ ἁγίου Θεωνᾆ, ἀμέσως μετὰ τὸ θάνατό του, μεταφέρθηκε μὲ τρόπο θαυμαστὸ καὶ ἐνταφιάσθηκε στὴ μονὴ τῆς ἁγίας ᾿Αναστασίας. Τὸ ἔτος 1821 μεταφέρθηκε στὴ Σκόπελο καὶ ἀπὸ ἐκεῖ στὴ μονὴ ᾿Εσφιγμένου τοῦ ῾Αγίου ῎Ορους καὶ ἐκ νέου στὴ μονὴ τῆς ἁγίας ᾿Αναστασίας, ὅπου καὶ φυλάσσεται σήμερα. ῾Η μνήμη του ἑορ¬άζεται τὴν 4η ᾿Απριλίου καὶ στὴ μονὴ τῆς ἁγίας ᾿Αναστασίας τὴν Δ¢ Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν.
῾Ο ὅσιος Νικόδημος ὁ ῾Αγιορείτης συνέγραψε τὸ Βίο τοῦ ἁγίου Θεωνᾆ, ὁ ὁποῖος συμπεριελήφθη στὸ Νέον ᾿Εκλόγιον καθὼς καὶ τὴν ᾿Ασματικὴν ᾿Ακολουθίαν πρὸς τιμήν του.
ΘΕΟΔΟΥΛΟΣ καὶ ΑΓΑΘΟΠΟΥΣ, μάρτυρες
Στὸ Συναξάριο τῶν μαρτύρων ᾿Αγαθόποδος καὶ Θεοδούλου δὲν ἀναφέρεται ὁ χρόνος τοῦ μαρτυρίου, ἔχοντας ὅμως ὑπόψη μας κάποια στοιχεῖα ἀπὸ τὸ ἐκτενὲς Μαρτύριο ποὺ ἕπεται τοῦ Συναξαρίου συμπεραίνουμε ὅτι οἱ δύο μάρτυρες ἐτελειώθησαν στὶς ἀρχὲς τοῦ διοκλητιάνειου διωγμοῦ ἐπὶ Καίσαρος Μαξιμιανοῦ (286-305) καὶ ἄρχοντος Φαυστίνου.
Στὸ Μαρτυρολόγιό τους τονίζεται ἰδιαίτερα τὸ θάρρος, ἡ παρρησία, καὶ ἡ ἐμμονὴ τῶν δύο μαρτύρων στὴν ἀληθινὴ πίστη, ποὺ προκάλεσαν τὸ θαυμασμὸ ὅλων τῶν παρισταμένων.
Καὶ οἱ δύο μάρτυρες κατάγονταν ἀπὸ τὴ Θεσσαλονίκη· ὁ Θεόδουλος, νεαρὸς στὴν ἡλικία, ἦταν ἀναγνώστης καὶ προερχόταν ἀπὸ ἐπιφανῆ οἰκογένεια. Οἱ ἀδελφοί του, Καπίτων, Μητρόδωρος καὶ Φιλόστοργος, ἦταν εὐσεβέστατοι νέοι καὶ στὶς δύσκολες ὧρες ποὺ πέρασε ὁ Θεόδουλος μετὰ τὴ σύλληψή του, στάθηκαν δίπλα του, ἐνισχύοντάς τον καὶ τονώνοντάς του τὸ φρόνημα. Σημειώνεται δέ, στὸ Συναξάριό του, ὅτι λίγο πρὶν ἐξαπολυθεῖ ὁ διωγμὸς ἐναντίον τῶν χριστιανῶν, κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ ὕπνου του, ὁ Θεόδουλος δέχθηκε ὡς δῶρο ἕνα πρωτότυπο δαχτυλίδι, σύμβολο τοῦ δωρητοῦ Θεοῦ. Μετὰ ἀπὸ αὐτὸ τὸ περιστατικὸ ὁ Θεόδουλος ἀπέκτησε θεραπευτικὲς ἰδιότητες καὶ ἐπιτελοῦσε ἰάσεις.
῾Ο ᾿Αγαθόπους (Agathoponus ἢ Agathopolus ἢ Agathonis στὰ ἀρχαῖα λατινικὰ συναξάρια), γέροντας στὴν ἡλικία, εἶχε τὸ ἀξίωμα τοῦ διακόνου ὅταν συνελήφθη μαζὶ μὲ τὸν Θεόδουλο καὶ ὁδηγήθηκαν στὸν Φαυστῖνο, ἡγεμόνα τῆς Θεσσαλονίκης, μὲ σκοπὸ ἢ νὰ ἀρνηθοῦν τὴν πίστη τους καὶ νὰ θυσιάσουν στὰ εἴδωλα ἢ διαφορετικὰ νὰ θανατωθοῦν. Καὶ οἱ δύο ὅμως ἔχοντας μιὰ ψυχὴ καὶ ἕνα φρόνημα δήλωσαν ἐνώπιον τοῦ Φαυστίνου πὼς δὲν πρόκειται νὰ ὑποχωρήσουν καὶ νὰ ἀρνηθοῦν τὸν ῞Ενα καὶ μοναδικὸ Θεό.
῾Ο Φαυστῖνος βλέποντας μὲ πόση παρρησία καὶ γενναιότητα ἀντιμετώπιζαν καὶ οἱ δύο τὴν ἀπειλὴ τοῦ θανάτου, ἀποφάσισε νὰ ἐπιχειρήσει νὰ τοὺς μεταπείσει χωριστὰ τὸν ἕναν ἀπὸ τὸν ἄλλον. Γι᾿ αὐτὸ τοὺς ἀπομάκρυνε ὅλους καὶ κράτησε κοντά του μόνο τὸν Θεόδουλο μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι ἴσως μπορέσει νὰ τὸν κάμψει εὐκολότερα, ἐξαιτίας τοῦ νεαροῦ τῆς ἡλικίας του. Δὲν πέτυχε ὅμως τὸ σκοπό του, γιατὶ οὔτε οἱ ὑποσχέσεις ἀλλὰ οὔτε καὶ οἱ ἀπειλὲς κλόνισαν τὸ φρόνημα τοῦ Θεοδούλου· ἀπεναντίας μάλιστα ἐπέδειξε τέτοια γενναιότητα ποὺ ἄφησε ἔκπληκτο τὸν Φαυστῖνο, ὁ ὁποῖος, βλέποντας τὴν ἀποτυχία του, διέταξε νὰ ἀπομακρύνουν τὸν Θεόδουλο καὶ νὰ ὁδηγήσουν ἐνώπιόν του τὸν ᾿Αγαθόποδα, τὸν ὁποῖο προέτρεψε νὰ θυσιάσει στὰ εἴδωλα, τονίζοντάς του τὴν ἡλικία του καὶ τὴ σύνεση ποὺ θὰ ἔπρεπε νὰ ἐπιδείξει σ᾿ αὐτή. ᾿Επιπλέον, γιὰ νὰ τὸν κάμψει ἀκόμη περισσότερο, τοῦ εἶπε ὅτι καὶ ὁ Θεόδουλος θυσίασε ἐνωρίτερα ἀπ᾿ αὐτόν. ῾Ο ᾿Αγαθόπους, ποὺ ἀντιλήφθηκε ἀμέσως τὴν ἀπάτη τοῦ ἀπάντησε ἀναλόγως, λέγοντάς του ὅτι, “προθύμως καὶ ἐγὼ τὴν διὰ λόγων θυσίαν θὰ προσφέρω πρὸς τὸν Θεόν μου καὶ τὸν Υἱὸν Αὐτοῦ ᾿Ιησοῦν Χριστόν. Διότι πρὸς τούτους καὶ ὁ Θεόδουλος ὑπεσχέθη νὰ προσφέρη εὔοσμον θυσίαν”.
Στὴ συνέχεια ἔδωσε μιὰ σθεναρὴ ὁμολογία τῆς πίστεώς του, τέτοια ποὺ πολλοί, φοβούμενοι μήπως κατ᾿ αὐτὸν τὸν τρόπο ἐνδυναμωθοῦν ὅσοι ἀνέμεναν νὰ ἀνακριθοῦν ἀπὸ τὸν ἡγεμόνα, κατηγορούμενοι γιὰ τὸν ἴδιο λόγο μὲ τὸν ᾿Αγαθόποδα, προέτρεψαν τὸν Φαυστῖνο νὰ διατάξει τὴ φυλάκισή του μαζὶ μὲ τὸν Θεόδουλο. ᾿Αρκετοὶ τότε ἀπὸ τὸ παριστάμενο πλῆθος, ἐμφορούμενοι ἀπὸ δειλία, προσπάθησαν νὰ τοὺς μεταπείσουν, προβάλλοντας ὡς ἐπιχείρημα στὸν μὲν Θεόδουλο τὴ νεότητά του, τὴν ὁποία ἔπρεπε νὰ λυπηθεῖ, στὸν δὲ ᾿Αγαθόποδα τὴ λευκασμένη κεφαλή του. ᾿Αλλὰ οἱ δύο ὑποψήφιοι μάρτυρες ἔμειναν ἀνυποχώρητοι· γι᾿ αὐτὸ καὶ ὁδηγήθηκαν στὴ φυλακή, ὅπου διανυκτέρευσαν προσευχόμενοι. Κατὰ τὸ μεσονύκτιο ἐνδυναμώθηκαν μὲ αἴσια ὄνειρα· μετὰ δὲ ἀπὸ αὐτὸ συνέχισαν νὰ προσεύχονται καὶ νὰ δοξολογοῦν τὸ Θεὸ ποὺ τοὺς στήριξε κατ᾿ αὐτὸν τὸν τρόπο. Μέσα στὴν ἡσυχία τῆς νύκτας οἱ ὑμνωδίες τῶν δύο ἁγίων ξεχύθηκαν σ᾿ ὅλη τὴ φυλακὴ καὶ πολλοὶ ἀπὸ τοὺς φυλακισμένους κακοποιοὺς βλέποντας τὸ θάρρος καὶ τὴν ἠρεμία τῶν δύο μαρτύρων, συγκλονισμένοι δήλωναν μετάνοια, ἀψηφώντας κι αὐτὸν ἀκόμη τὸ θάνατο, ἐνῶ ἀπὸ τὸν προκαλούμενο θόρυβο εἰσῆλθε στὴ φυλακὴ ὁ ὄχλος ποὺ εἶχε συγκεντρωθεῖ ἀπ᾿ ἔξω καὶ θαύμαζε γιὰ τὰ γεγονότα.
Κάποιος Οὐρβανὸς ποὺ παρακολούθησε ὅλα ὅσα εἶχαν συμβεῖ στὴ φυλακή, ἔσπευσε νὰ καταγγείλει τὰ γενόμενα στὸν Φαυστῖνο· ἐπιπλέον τοῦ συνέστησε νὰ θανατώσει ὅσο τὸ δυνατὸν γρηγορότερα τὸν Θεόδουλο καὶ τὸν ᾿Αγαθόποδα, γιατὶ ὅσο περισσότερο παρέμεναν στὴ φυλακὴ τόσο περισσότερους ἀνθρώπους θὰ προσέλκυαν στὴ χριστιανικὴ πίστη.
῾Ο Φαυστῖνος, ταραγμένος ἀπὸ ὅσα ἄκουσε, διέταξε νὰ τοῦ παρουσιάσουν ἀμέσως τοὺς δύο συλληφθέντες, γιὰ νὰ τοὺς ἀνακρίνει γιὰ μιὰ ἀκόμη φορά. Πρῶτα ἀνέκρινε τὸν Θεόδουλο· γρήγορα ὅμως παραιτήθηκε ἀπὸ τὴν προσπάθεια νὰ τὸν μεταπείσει μὲ λόγια καὶ διέταξε νὰ τὸν βασανίσουν. ῾Ο Θεόδουλος ὑπέμενε ὅλα τὰ βασανιστήρια μὲ καρτερία καὶ γενναιότητα· πολλοὶ ὅμως ἦταν ἐκεῖνοι ποὺ δὲν ἄντεξαν οὔτε κἂν στὴ θέα τῶν φοβερῶν τιμωριῶν καὶ δείλιασαν καὶ προτίμησαν νὰ φάγουν ἀπὸ τὰ εἰδωλόθυτα. Τέλος, ὁ Φαυστῖνος διέταξε νὰ τὸν ἀποκεφαλίσουν, ἐλπίζοντας πὼς θὰ λιποψυχοῦσε ὁ μάρτυς καὶ θὰ ὑποχωροῦσε ἐμπρὸς σ᾿ αὐτὴ τὴν ἀπειλή, ἀλλὰ καὶ πάλι ἀστόχησε.
Στὴ συνέχεια κάλεσε τὸν ᾿Αγαθόποδα, ὁ ὁποῖος ἐπέδειξε τὴν ἴδια γενναία συμπεριφορὰ μὲ τὸν Θεόδουλο· γι᾿ αὐτὸ διέταξε καὶ πάλι νὰ τοὺς φυλακίσουν. Κατὰ τὴ διάρκεια τῆς νύκτας οἱ δύο μάρτυρες ἐνδυναμώθηκαν μὲ μία ὀπτασία· εἶδαν ὅτι βρίσκονταν μέσα σ᾿ ἕνα πλοῖο ποὺ καταποντίσθηκε καὶ οἱ μόνοι ποὺ διασώθηκαν ἦταν αὐτοί. Μετὰ ἀπ᾿ αὐτό, δοξολόγησαν τὸ Θεὸ καὶ ἔτσι προετοιμασμένους καὶ ἐνδυναμωμένους τοὺς παρέλαβαν οἱ φύλακες γιὰ νὰ τοὺς παρουσιάσουν ἐνώπιον τοῦ Φαυστίνου, ὁ ὁποῖος θὰ ἐξέδιδε τὴν καταδικαστικὴ ἀπόφαση. Γιὰ τελευταία φορὰ ὁ Φαυστῖνος ἐπιχείρησε νὰ τοὺς μεταπείσει ἀλλὰ ἡ μόνη ἀπάντηση ποὺ ἔλαβε ἦταν ὅτι, “εἴμεθα χριστιανοὶ καὶ ὑπὲρ τοῦ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ προτιμῶμεν νὰ ὑποστῶμεν τὰ πάντα”. Κατόπιν τούτου διέταξε νὰ τοὺς ρίξουν στὴ θάλασσα γιὰ νὰ πνιγοῦν. Οἱ δύο μάρτυρες, ὁδηγούμενοι στὸν τόπο τῆς καταδίκης, συνοδεύονταν ἀπὸ ὁρισμένους εἰδωλολάτρες ποὺ προσπαθοῦσαν ἔστω καὶ τὴν τελευταία στιγμὴ νὰ τοὺς μεταπείσουν, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ μία ὁμάδα χριστιανῶν ποὺ τοὺς μακάριζαν γιατὶ παρέμειναν πιστοὶ ὡς τὸ τέλος. ῞Υστερα ἀπὸ ἀρκετὴ ὥρα οἱ δύο μάρτυρες ρίφθηκαν στὴ θάλασσα, ἀλλὰ τὰ δεσμά τους λύθηκαν μὲ ἀποτέλεσμα νὰ παραλάβουν τὰ σώματα τῶν δύο μαρτύρων οἱ χριστιανοί. Σημειώνεται μάλιστα στὸ Συναξάριό τους, ὅτι ὁ μάρτυς Θεόδουλος ἐμφανίσθηκε σὲ κάποιους χριστιανοὺς μετὰ τὸ μαρτυρικὸ θάνατό του φορώντας μιὰ μεγαλοπρεπῆ στολὴ καὶ τοὺς ἔδωσε ἐντολὴ νὰ μοιράσουν τὴν περιουσία του στὶς χῆρες καὶ τὰ ὀρφανὰ καὶ σ᾿ ὅποιον ἄλλο εἶχε ἀνάγκη, ἀποκαλύπτοντας κατ᾿ αὐτὸν τὸν τρόπο τὴ φιλάνθρωπη καὶ ἐλεήμονα φύση του ἀκόμη καὶ μετὰ θάνατον.
Μία σημαντικὴ ἀναφορὰ γιὰ τὸν τόπο ἀθλήσεως τῶν μαρτύρων Θεοδούλου καὶ ᾿Αγαθόποδος μᾆς παρέχει ὁ Βίος τοῦ ὁσίου Δαυὶδ τοῦ δενδρίτη. Συγκεκριμένα, κατὰ τὴ διήγηση τῆς διὰ θαλάσσης ἐπιστροφῆς του ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη στὴ Θεσσαλονίκη, ὁπότε καὶ ἐκοιμήθη, γίνεται ἀναφορὰ στὸν τόπο ὅπου εἶχαν ριφθεῖ τὰ σώματα τῶν δύο μαρτύρων. Σημειώνεται λοιπὸν ὅτι, “καὶ λοιπὸν πλησίασαν τὸ πλοῖον τῇ πόλει (ἐνν. τὴ Θεσσαλονίκη), οὐ προσώρμησε τῷ λιμένι, ἀλλὰ πρὸς δυσμὰς τῆς πόλεως ὥρμησεν ἐν ᾧ τόπῳ ἐρρίφθησαν τὰ σώματα τῶν ἁγίων Θεοδούλου καὶ ᾿Αγαθόποδος ὑπὸ τῶν ἀσεβεστάτων καὶ ἀθεωτάτων Μαξιμιανοῦ Καίσαρος καὶ Φαυστίνου ἡγεμόνος”.
Σὲ Μαρτύριό τους, ποὺ σώζεται σὲ κώδικα τῆς μονῆς ᾿Ιβήρων τοῦ ῾Αγίου ῎Ορους, σημειώνεται ἡ ὕπαρξη ναοῦ πρὸς τιμὴν τῶν δύο μαρτύρων στὴν πόλη τῆς Θεσσαλονίκης.
Κανόνα πρὸς τιμὴν τῶν ἁγίων Θεοδούλου καὶ ᾿Αγαθόποδος συνέταξε ὁ ὅσιος ᾿Ιωσὴφ ὁ ῾Υμνογράφος, ὁ ὁποῖος ὡς γνωστὸν εἶχε διέλθει καὶ παραμείνει γιὰ κάποιο χρονικὸ διάστημα στὴ Θεσσαλονίκη. ῾Η μνήμη τῶν δύο μαρτύρων τιμᾆται στὶς 4 ᾿Απριλίου.
«Πάροικος εγώ εἰμι ἐν τῇ γῇ. Μὴ ἀποκρύψῃς ἀπ᾿ ἐμοῦ τὰς ἐντολάς Σου»
Re: Θεσσαλονικείς Άγιοι
16 ᾿Απριλίου
ΑΓΑΘΩΝ, ΕΥΤΥΧΙΑ, ΚΑΣΙΑ, ΦΙΛΙΠΠΑ,
Θεσσαλονικεῖς ὁμολογηταὶ (ἀρχὲς 4ου αἰῶνος)
Οἱ τέσσερις αὐτοὶ νεαροὶ χριστιανοὶ ὁδηγήθηκαν στὸ γραφεῖο τοῦ ἀστυνόμου τῆς Θεσσαλονίκης Κασσάνδρου τὸ τελευταῖο δεκαήμερο τοῦ 304, κι ἐκεῖ συναντήθηκαν μὲ τὴν ὁμάδα ἄλλων τριῶν νεανίδων (᾿Αγάπη, Χιόνη, Εἰρήνη), ἐκ τῶν ὁποίων οἱ δύο ἐμαρτύρησαν τὴν ἴδια ἡμέρα καὶ ἡ τρίτη μετὰ ἀπὸ λίγες ἡμέρες, ὅπως περιγράφεται στὸ σωζόμενο αὐθεντικὸ Μαρτυρολόγιό τους. Εἶναι πιθανὸ ὅτι οἱ ὁμάδες αὐτὲς ἀποτελοῦνταν ἀπὸ μαθητὰς δύο διαφορετικῶν διδασκάλων τῆς χριστιανικῆς πίστεως. ῍Αν καὶ τὸ σωζόμενο Μαρτυρολόγιο ἀναφέρεται στὴν ὁμάδα τῶν τριῶν νεανίδων μόνο, στὴν πρώτη δίκη μετέχουν καὶ οἱ τέσσερις ἄλλοι, γι᾿ αὐτὸ καὶ μνημονεύονται καὶ οἱ ἐρωταποκρίσεις ποὺ ἀφοροῦν σ᾿ αὐτούς.
῞Ολοι οἱ νέοι ἀπεστάλησαν στὸν διοικητὴ Δουλκίτιο ὡς δικαστὴ μαζὶ μὲ ἀναφορὰ τοῦ ἀστυνόμου. “Πρὸς σὲ τὸν κύριό μου, ὁ ἀστυνόμος Κάσσανδρος. Γνώριζε, κύριε, ὅτι ὁ ᾿Αγάθων, ἡ Εἰρήνη, ἡ ᾿Αγάπη, ἡ Χιόνη, ἡ Κασία, ἡ Φιλίππα καὶ ἡ Εὐτυχία δὲν θέλουν νὰ φάγουν ἱερόθυτα γι᾿ αὐτὸ τοὺς ἀναφέρω στὴν ἐντιμότητά σου”. ῾Η ἀναφορὰ δείχνει ὅτι ἡ σύλληψις καὶ κατηγορία ἐναντίον τους εἶναι γιὰ παράβασι τοῦ τετάρτου διατάγματος τοῦ Διοκλητιανοῦ ποὺ προέβλεπε τὴν ὑποχρέωσι ὅλων τῶν πολιτῶν νὰ προσφέρουν θυσία στὰ εἴδωλα καὶ νὰ τρώγουν εἰδωλόθυτα.
῾Ο Δουλκίτιος ἀρχίζει τὴν ἐξέτασι ἀπὸ τὸν ᾿Αγάθωνα, τὸν μόνο ἄρρενα στὶς δύο ὁμάδες νέων.
- Γιατί, ὅταν ἔφθασες στὰ ἱερά, δὲν ἐχρησιμοποίησες τὰ ἱερόθυτα, ὅπως οἱ εὐλαβεῖς;
- Διότι εἶμαι χριστιανός.
- ᾿Ακόμη καὶ σήμερα ἐπιμένεις στὰ ἴδια;
- Ναί.
- ᾿Εσὺ τὶ λέγεις, Κασία;
- Θέλω νὰ σώσω τὴν ψυχή μου.
- Θέλεις νὰ φάγης ἱερόθυτα;
- Δὲν θέλω.
- ᾿Εσὺ τὶ λέγεις, Φιλίππα;
- Λέγω τὸ ἴδιο.
- Ποιὸ εἶναι τὸ ἴδιο;
- Προτιμῶ ν᾿ ἀποθάνω παρὰ νὰ φάγω.
- ᾿Εσὺ τὶ λέγεις, Εὐτυχία;
- Λέγω τὸ ἴδιο, προτιμῶ ν᾿ ἀποθάνω.
Τελικὰ οἱ τέσσερις καταδικάσθηκαν νὰ ἐγκλεισθοῦν “πρὸς τὸ παρόν” στὸ δεσμωτήριο λόγω τοῦ νεαροῦ τῆς ἡλικίας των, ἰδιαιτέρως ὅμως ἡ Εὐτυχία, τῆς ὁποίας ὁ σύζυγος εἶχε ἀποθάνει πρὸ ἑπταμήνου, καὶ λόγω τῆς ἐγκυμοσύνης της. Απὸ αὐτὸ τὸ σημεῖο ἡ τύχη τῶν τεσσάρων ἐγκλείστων ἐγκαταλείπεται. ῍Αν μετὰ τὴν ἐνηλικίωσί των ἐμαρτύρησαν, τὸ μαρτύριό τους ἀπετέλεσε ἐνδεχομένως θέμα ἑνὸς εἰδικοῦ κειμένου, τὸ ὁποῖο βέβαια ἐχάθηκε. ῍Αν λόγω τῆς ταχείας ἐξελίξεως τῶν γεγονότων ἐλευθερώθηκαν, παραμένουν ὁμολογηταί. ᾿Εγγραφή των στὰ μαρτυρολόγια ἢ τὰ μηναῖα δὲν ὑφίσταται.
ΑΓΑΠΗ, ΕΙΡΗΝΗ, ΧΙΟΝΙΑ,
νεάνιδες τῆς Θεσσαλονίκης, ποὺ ἐμαρτύρησαν ἐπὶ Διοκλητιανοῦ († 304)
Γιὰ τὸ μαρτύριο τῶν τριῶν αὐτῶν κοριτσιῶν σώζεται τὸ κείμενο τοῦ συγχρόνου τους Μαρτυρολογίου, ποὺ ἀποτελέσθηκε ἀπὸ τὰ πρακτικὰ μιᾆς σύνθετης δίκης μὲ τὴν προσθήκη ἑνὸς συντόμου διαφωτιστικοῦ γενικοῦ προλόγου, ὀλίγων στίχων στὴν κάθε μία ἀπὸ τὶς ἐπαναληπτικὲς δίκες γιὰ τὴν Εἰρήνη καὶ ἑνὸς πολὺ συντόμου ἐπιλόγου.
Φαίνεται ὅτι ἐπρόκειτο περὶ ἐπεισοδίου στὸ ὁποῖο ἀρχικῶς ἦσαν ἐμπεπλεγμένες δύο ὁμάδες νέων χριστιανῶν, ποὺ προφανῶς συνέπεσε νὰ συλληφθοῦν ταυτοχρόνως καὶ συναντήθηκαν μεταξύ τους ἴσως τυχαίως στὸ γραφεῖο τῆς ἀστυνομίας καὶ μέχρις ἑνὸς σημείου συμπορεύθηκαν στὴν πρώτη ὁμάδα ἀνῆκαν οἱ τρεῖς νέες ποὺ ἀποτελοῦν ἀντικείμενο τούτου τοῦ ἄρθρου, στὴ δεύτερη ἀνῆκαν τέσσερις ἀνήλικοι νέοι, οἱ ᾿Αγάθων, Κασία, Φιλίππα, Εὐτυχία. ῾Ο πρόλογος ἀναφέρεται μόνο στὶς τρεῖς νέες, οἱ ὁποῖες σὲ σημεῖα τοῦ κειμένου ὀνομάζονται ἀδελφές, ἐνῶ τὰ μέλη τῆς δεύτερης ὁμάδας παρουσιάζονται μόνο στὴν πρώτη δίκη καὶ ἡ παραπέρα τύχη τους ἀγνοεῖται.
῾Η διήγησις προϋποθέτει τόσο τὸ πρῶτο διάταγμα τοῦ Διοκλητιανοῦ κατὰ τῶν Χριστιανῶν, ποὺ ἀπαγόρευε τὴ χρῆσι καὶ κατοχὴ χριστιανικῶν βιβλίων (τοῦ Φεβρου¬αρίου 303), ὅσο καὶ τὸ τέταρτο ποὺ διέτασσε τὴν προσφορὰ θυσιῶν στὰ εἴδωλα ἢ τουλάχιστο τὴν βρῶσι εἰδωλοθύτου ἐπὶ ποινῆ θανάτου σὲ περίπτωση ἀρνήσεως (ἀρχῶν τοῦ 304). ᾿Αφοῦ δὲ στὸν ἐπίλογο σαφῶς ὁρίζεται χρόνος τελέσεως τοῦ μαρτυρίου ἡ ἐνάτη ὑπατεία τοῦ Διοκλητιανοῦ καὶ ἡ ὀγδόη τοῦ Μαξιμιανοῦ, καὶ συγκεκριμένως ἡ πρώτη ᾿Απριλίου, εὑρισκόμαστε στὸ ἔτος 304.
᾿Απὸ τὴν ἔκθεσι μαρτυρεῖται ὅτι οἱ τρεῖς ἀδελφές, πιθανῶς ἐνεργὰ μέλη μιᾆς ἀδελφότητος νέων χριστιανῶν μὲ πλουσία βιβλιοθήκη, ἔφυγαν εὐθὺς μετὰ τὴν ἔκρηξι τοῦ διωγμοῦ, σὲ ὑψηλὸ ὄρος πλησίον τῆς Θεσσαλονίκης, πιθανῶς τὸν Χορτιάτη, ἀφοῦ ἔκρυψαν στὸ σπίτι τους τὰ βιβλία. ῾Η Εἰρήνη σ᾿ ἐρώτησι τοῦ δικαστοῦ ἀπαντᾆ ὅτι ὁ πατέρας τους δὲν ἐγνώριζε τὴν ὕπαρξι τῶν βιβλίων, ἀλλὰ δὲν καθίσταται σαφές, ἂν ὁ ἴδιος ἦταν εἰδωλολάτρης ἢ χριστιανός. Τὸ ἑπόμενο ἔτος οἱ τρεῖς κόρες συνελήφθηκαν, ἐπάνω στὸ βουνὸ ἢ στὴν πόλι ὅπου εἶχαν ἐπιστρέψει, ταυτοχρόνως περίπου μὲ τὰ μέλη τῆς ἄλλης ὁμάδος κι ἐστάλθηκαν ἀπὸ τὸν ἀστυνόμο -τὸν βενεφικιάριο- Κάσσανδρο στὸν διοικητὴ τῆς πόλεως μὲ ἀναφορὰ του περὶ τῆς ἀρνήσεώς των νὰ φάγουν εἰδωλόθυτα.
“Πρὸς σὲ τὸν κύριό μου, ὁ ἀστυνόμος Κάσσανδρος. Γνώριζε, κύριε, ὅτι ὁ ᾿Αγάθων, ἡ Εἰρήνη, ἡ ᾿Αγάπη, ἡ Χιόνη, ἡ Κασία, ἡ Φιλίππα καὶ ἡ Εὐτυχία δὲν θέλουν νὰ φάγουν εἰδωλόθυτα γι᾿ αὐτὸ τοὺς ἀναφέρω στὴν ἐντιμότητά σου”.
Καὶ ἀρχίζει ἡ διαδικασία μὲ τὶς ἐρωταποκρίσεις. ῾Η περιγραφὴ τῆς ἀνακρίσεως, ποὺ ἔχει ἐξαχθεῖ ἀπὸ τὰ πρακτικὰ μὲ ἐλαφρὲς προσθαφαιρέσεις ἀπὸ τὸν συντάκτη, ἂν καὶ εἶναι ἐντελῶς τυπική, περικλείει ὅλο τὸ μεγαλεῖο τῶν νεαρῶν τούτων χριστιανικῶν ψυχῶν. ῾Ο διοικητὴς Δουλκίτιος ξεκινᾆ μὲ τὴν γενικὴ παρατήρησι πρὸς ὅλους.
“Τί μανία εἶναι αὐτή, νὰ μὴ ὑπακούετε στὴ διαταγὴ τῶν θεοφιλεστάτων βασιλέων καὶ καισάρων μας;”.
Στὴν ἐρώτησι, γιατὶ δὲν τρώγουν εἰδωλόθυτα παίρνει ἀπὸ τὴν ᾿Αγάπη τὴν ἀπάντησι:
“῎Εχω πιστεύσει στὸν ζῶντα Θεὸ καὶ δὲν θέλω νὰ ἀπολέσω τὴν συνείδησί μου”.
῾Ο Δουλκίτιος συνεχίζει τὶς ἐρωτήσεις πρὸς τὶς ἄλλες κόρες, γιὰ τὸν λόγο ποὺ δὲν ὑπακούουν στὶς διαταγές, γιὰ νὰ πάρῃ τὶς ἀπαντήσεις κατὰ σειρὰ ἀπὸ τὴν Εἰρήνη καὶ τὴ Χιόνη:
“Γιὰ τὸν φόβο τοῦ Θεοῦ”.
“῎Εχω πιστεύσει στὸν ζῶντα Θεὸ καὶ δὲν πράττω τοῦτο”.
῾Ο διοικητὴς ἐξέδωσε ἀπόφασι, ποὺ ἀναγνώσθηκε στὸ ἀκροατήριο, διὰ τῆς ὁποίας καταδικάζονταν σὲ θάνατο ἐπάνω στὴν πυρὰ οἱ δύο μεγαλύτερες ἀδελφές.
“Γιὰ τὴν ᾿Αγάπη καὶ τὴ Χιόνη, ἐπειδὴ μὲ ἀσεβῆ διάνοια ἔπραξαν ἐνάντια πρὸς τὸ θεῖο θέσπισμα τῶν αὐθεντῶν μας αὐγούστων καὶ καισάρων, ἀκολουθώντας ἀκόμα τὴν ἀνάξια καὶ σάπια καὶ μισητὴ ἀπὸ ὅλους τοὺς εὐσεβεῖς θρησκεία τῶν Χριστιανῶν, διέταξα νὰ παραδοθοῦν στὴν πυρά”.
Στὴν ἀπόφασι αὐτὴ προστίθεται ὅτι ὁ ᾿Αγάθων καὶ οἱ τέσσερις ἄλλες κόρες, λόγω τοῦ νεαροῦ τῆς ἡλικίας των, δὲν καταδικάσθηκαν σὲ θάνατο, διότι κατὰ τὸ ρωμαϊκὸ δίκαιο δὲν μποροῦσε νὰ ἐπιβληθῆ τέτοια ποινὴ σὲ ἀνηλίκους, δηλαδὴ σὲ πρόσωπα κάτω τῶν 18 ἐτῶν. Καταδικάσθηκαν λοιπὸν νὰ ἐγκλεισθοῦν στὸ δεσμωτήριο.
Τὴν ἑπομένη ἡμέρα ἀπὸ τὴν τελείωσι τῶν δύο κοριτσιῶν στὴν πυρά, ἡ Εἰρήνη προσήχθηκε πάλι στὸ δικαστήριο. Εἶχε ἀνακαλυφθῆ στὸ σπίτι τους ὁλόκληρη βιβλιοθήκη χριστιανικῶν ἔργων ποὺ ἀνῆκαν σ᾿ αὐτές. Στὴ νέα δίκη ὁ Δουλκίτιος προσπαθεῖ νὰ εὕρη ἐνήλικες συνενόχους, ἀλλὰ ἡ νεαρὴ κόρη ἐκφεύγει μὲ ἀφελῆ δεξιοτεχνία τὴν εὐθεῖα ἀπάντησι.
- Ποιὸς σὲ συνεβούλευσε νὰ φυλάξης ἕως σήμερα αὐτὰ τὰ δέρματα καὶ τὰ κείμενα;
- ῾Ο Θεὸς ὁ παντοκράτωρ, ποὺ ἐζήτησε νὰ τὸν ἀγαποῦμε μέχρι θανάτου.
- Ποιὸς ἐγνώριζε ὅτι αὐτὰ εὑρίσκονταν στὸ σπίτι ποὺ κατοικοῦσες;
- Κανένας ἄλλος δὲν βλέπει παρὰ μόνο ὁ Θεὸς ὁ παντοκράτωρ ποὺ γνωρίζει τὰ πάντα.
- Τὸ περασμένο ἔτος ποῦ ἐκρυφθήκατε;
- ῞Οπου θέλησε ὁ Θεός, στὰ βουνά, στὴν ὕπαιθρο.
- Σὲ ποιὸν ἐπήγατε;
- Στὴν ὕπαιθρο, ἀπὸ βουνὸ σὲ βουνό.
- Ποιοὶ σᾆς ἔδιναν ψωμί;
- ῾Ο Θεὸς ποὺ τὸ δίνει σὲ ὅλους.
Τὸ ἦθος αὐτῶν τῶν χριστιανικῶν παιδιῶν ἦταν ἀδαμάντινο. ῎Οχι μόνο τὴ χριστιανική τους πίστι δὲν ἦσαν διατεθειμένα ν᾿ ἀπαρνηθοῦν, ἀλλ᾿ οὔτε τοὺς διδασκάλους των δὲν ἦσαν πρόθυμοι νὰ φανερώσουν οὔτε αὐτοὺς ποὺ τοὺς περιέθαλψαν, ἂν καὶ ἐγνώριζαν ὅτι τέτοια προδοσία θὰ ἐλάφρυνε σοβαρὰ τὴ θέσι τους.
Τὰ ἐπίδικα κείμενα περιέχονταν χειρογράφως σὲ ποικίλης μορφῆς γραφικὲς ὕλες διφθέρες, βιβλία, πινακίδες, κωδικέλλους, σελίδες. ῞Ολα αὐτὰ ἐκάηκαν δημοσία, ἐνῶ ἡ Εἰρήνη γιὰ σωφρονισμὸ καταδικάσθηκε νὰ ἐγκλεισθῆ σὲ πορνεῖο, παίρνοντας ἡμερησίως ἕνα μόνο ἄρτο ἀπὸ τὸ διοικητήριο. Κανεὶς ὅμως δὲν ἐδέχθηκε νὰ θίξη τὴν εὐγενῆ κόρη καὶ ὅταν ὁ διοικητὴς ἔμαθε τοῦτο, τὴν ἀνακάλεσε γιὰ τρίτη κατὰ σειρὰ δίκη, κατόπιν τῆς ὁποίας εὑρῆκε τὴν τύχη τῶν ἀδελφῶν της.
Τὸ Μαρτυρολόγιο αὐτὸ προέρχεται ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ ἐπεισοδίου καὶ οἱ παραθέσεις ἀπὸ τὴν Α¢ πρὸς Θεσσαλονικεῖς ἐπιστολὴ τοῦ Παύλου ὀφείλονται στὴν δικαιολογημένη προσπάθεια τοῦ συντάκτη νὰ δείξη ὅτι οἱ τρεῖς κόρες ἀποτελοῦν μιὰ νέα δόξα γιὰ τὴ Θεσσαλονίκη, ποὺ ἦταν ἤδη δοξασμένη ἀπὸ τὴν περίσσεια πίστι καὶ ἀγάπη τῶν χριστιανῶν τῆς ἐποχῆς τοῦ ἀποστόλου.
Τὰ ὀστᾆ τῶν τριῶν κοριτσιῶν ποὺ ἀπέμειναν ἀπὸ τὴν πυρὰ εἶναι προφανὲς ὅτι συνελέγηκαν ἀπὸ μέλη τῆς χριστιανικῆς κοινότητος. ᾿Ετάφηκαν σὲ κάποιο σημεῖο δυτικῶς τῆς πόλεως, σὲ μικρὴ ἀπόστασι ἀπὸ τὰ τείχη, ὅπου ἀνεγέρθηκε ἕνας ναΐσκος στὴν ἀρχή, ποὺ ἀργότερα ἔγινε μεγαλύτερος. Στὶς Διηγήσεις τῶν θαυμάτων τοῦ ῾Αγίου Δημητρίου (Α 12, 9) ἀναφέρεται τὸ “σεβάσμιον τέμενος” τῶν τριῶν ἁγίων μαρτύρων Χιόνης, Εἰρήνης καὶ ᾿Αγάπης, ἀλλὰ ἴχνη του δὲν ἔχουν εὑρεθῆ.
Σύμφωνα μὲ αὐτὸ τὸ γνήσιο Μαρτυρολόγιο ἡ Εἰρήνη ἐμαρτύρησε τὴν 1 ᾿Απριλίου καὶ οἱ ἀδελφές της μερικὲς ἡμέρες ἐνωρίτερα. Μὲ βάσι αὐτὴ τὴν ἡμερομηνία τὰ ἀρχαῖα Μαρτυρολόγια τοποθετοῦν τὴ μνήμη τους σὲ κάποια ἀπὸ τὶς πρῶτες ἡμέρες τοῦ ᾿Απριλίου, ἀπὸ 1 ἕως 7, χωρὶς γενικὴ συμφωνία. Τὸ ἰσχῦον ὅμως ἑλληνικὸ συναξάριο τὴν τοποθετεῖ στὶς 16 ᾿Απριλίου καὶ στὶς 22 Δεκεμβρίου σὲ συνδυασμὸ μὲ τῆς ᾿Αναστασίας τῆς Φαρμακολυτρίας καὶ τοῦ Χρυσογόνου καὶ μάλιστα στὴν ᾿Ακυηλία. Αὐτὴ ἡ παράδοσις, ποὺ ἀκολουθεῖται καὶ ἀπὸ τὸ λατινικὸ Passio, εἶναι τελείως ξένη πρὸς τὰ πράγματα. ῾Η βενεδικτίνη μοναχὴ Ροσβίτα, κατὰ τὸν 10ο αἰῶνα, ἐχρησιμοποίησε τὸ ἐπεισόδιο τῶν τριῶν ἀδελφῶν ὡς θέμα τῆς κωμωδίας της Dulcitius, γραμμένης λατινικά, ὅπου παρουσιάζει τὴν ἀρετὴ τῶν ἱερῶν παρθένων νὰ θριαμβεύη ἐπὶ τοῦ κυβερνήτη, σὲ ἀντίθεσι πρὸς τὴ διαγωγὴ τῶν διεφθαρμένων γυναίων τῆς παγανικῆς λατινικῆς κωμωδίας.
ΑΓΑΘΩΝ, ΕΥΤΥΧΙΑ, ΚΑΣΙΑ, ΦΙΛΙΠΠΑ,
Θεσσαλονικεῖς ὁμολογηταὶ (ἀρχὲς 4ου αἰῶνος)
Οἱ τέσσερις αὐτοὶ νεαροὶ χριστιανοὶ ὁδηγήθηκαν στὸ γραφεῖο τοῦ ἀστυνόμου τῆς Θεσσαλονίκης Κασσάνδρου τὸ τελευταῖο δεκαήμερο τοῦ 304, κι ἐκεῖ συναντήθηκαν μὲ τὴν ὁμάδα ἄλλων τριῶν νεανίδων (᾿Αγάπη, Χιόνη, Εἰρήνη), ἐκ τῶν ὁποίων οἱ δύο ἐμαρτύρησαν τὴν ἴδια ἡμέρα καὶ ἡ τρίτη μετὰ ἀπὸ λίγες ἡμέρες, ὅπως περιγράφεται στὸ σωζόμενο αὐθεντικὸ Μαρτυρολόγιό τους. Εἶναι πιθανὸ ὅτι οἱ ὁμάδες αὐτὲς ἀποτελοῦνταν ἀπὸ μαθητὰς δύο διαφορετικῶν διδασκάλων τῆς χριστιανικῆς πίστεως. ῍Αν καὶ τὸ σωζόμενο Μαρτυρολόγιο ἀναφέρεται στὴν ὁμάδα τῶν τριῶν νεανίδων μόνο, στὴν πρώτη δίκη μετέχουν καὶ οἱ τέσσερις ἄλλοι, γι᾿ αὐτὸ καὶ μνημονεύονται καὶ οἱ ἐρωταποκρίσεις ποὺ ἀφοροῦν σ᾿ αὐτούς.
῞Ολοι οἱ νέοι ἀπεστάλησαν στὸν διοικητὴ Δουλκίτιο ὡς δικαστὴ μαζὶ μὲ ἀναφορὰ τοῦ ἀστυνόμου. “Πρὸς σὲ τὸν κύριό μου, ὁ ἀστυνόμος Κάσσανδρος. Γνώριζε, κύριε, ὅτι ὁ ᾿Αγάθων, ἡ Εἰρήνη, ἡ ᾿Αγάπη, ἡ Χιόνη, ἡ Κασία, ἡ Φιλίππα καὶ ἡ Εὐτυχία δὲν θέλουν νὰ φάγουν ἱερόθυτα γι᾿ αὐτὸ τοὺς ἀναφέρω στὴν ἐντιμότητά σου”. ῾Η ἀναφορὰ δείχνει ὅτι ἡ σύλληψις καὶ κατηγορία ἐναντίον τους εἶναι γιὰ παράβασι τοῦ τετάρτου διατάγματος τοῦ Διοκλητιανοῦ ποὺ προέβλεπε τὴν ὑποχρέωσι ὅλων τῶν πολιτῶν νὰ προσφέρουν θυσία στὰ εἴδωλα καὶ νὰ τρώγουν εἰδωλόθυτα.
῾Ο Δουλκίτιος ἀρχίζει τὴν ἐξέτασι ἀπὸ τὸν ᾿Αγάθωνα, τὸν μόνο ἄρρενα στὶς δύο ὁμάδες νέων.
- Γιατί, ὅταν ἔφθασες στὰ ἱερά, δὲν ἐχρησιμοποίησες τὰ ἱερόθυτα, ὅπως οἱ εὐλαβεῖς;
- Διότι εἶμαι χριστιανός.
- ᾿Ακόμη καὶ σήμερα ἐπιμένεις στὰ ἴδια;
- Ναί.
- ᾿Εσὺ τὶ λέγεις, Κασία;
- Θέλω νὰ σώσω τὴν ψυχή μου.
- Θέλεις νὰ φάγης ἱερόθυτα;
- Δὲν θέλω.
- ᾿Εσὺ τὶ λέγεις, Φιλίππα;
- Λέγω τὸ ἴδιο.
- Ποιὸ εἶναι τὸ ἴδιο;
- Προτιμῶ ν᾿ ἀποθάνω παρὰ νὰ φάγω.
- ᾿Εσὺ τὶ λέγεις, Εὐτυχία;
- Λέγω τὸ ἴδιο, προτιμῶ ν᾿ ἀποθάνω.
Τελικὰ οἱ τέσσερις καταδικάσθηκαν νὰ ἐγκλεισθοῦν “πρὸς τὸ παρόν” στὸ δεσμωτήριο λόγω τοῦ νεαροῦ τῆς ἡλικίας των, ἰδιαιτέρως ὅμως ἡ Εὐτυχία, τῆς ὁποίας ὁ σύζυγος εἶχε ἀποθάνει πρὸ ἑπταμήνου, καὶ λόγω τῆς ἐγκυμοσύνης της. Απὸ αὐτὸ τὸ σημεῖο ἡ τύχη τῶν τεσσάρων ἐγκλείστων ἐγκαταλείπεται. ῍Αν μετὰ τὴν ἐνηλικίωσί των ἐμαρτύρησαν, τὸ μαρτύριό τους ἀπετέλεσε ἐνδεχομένως θέμα ἑνὸς εἰδικοῦ κειμένου, τὸ ὁποῖο βέβαια ἐχάθηκε. ῍Αν λόγω τῆς ταχείας ἐξελίξεως τῶν γεγονότων ἐλευθερώθηκαν, παραμένουν ὁμολογηταί. ᾿Εγγραφή των στὰ μαρτυρολόγια ἢ τὰ μηναῖα δὲν ὑφίσταται.
ΑΓΑΠΗ, ΕΙΡΗΝΗ, ΧΙΟΝΙΑ,
νεάνιδες τῆς Θεσσαλονίκης, ποὺ ἐμαρτύρησαν ἐπὶ Διοκλητιανοῦ († 304)
Γιὰ τὸ μαρτύριο τῶν τριῶν αὐτῶν κοριτσιῶν σώζεται τὸ κείμενο τοῦ συγχρόνου τους Μαρτυρολογίου, ποὺ ἀποτελέσθηκε ἀπὸ τὰ πρακτικὰ μιᾆς σύνθετης δίκης μὲ τὴν προσθήκη ἑνὸς συντόμου διαφωτιστικοῦ γενικοῦ προλόγου, ὀλίγων στίχων στὴν κάθε μία ἀπὸ τὶς ἐπαναληπτικὲς δίκες γιὰ τὴν Εἰρήνη καὶ ἑνὸς πολὺ συντόμου ἐπιλόγου.
Φαίνεται ὅτι ἐπρόκειτο περὶ ἐπεισοδίου στὸ ὁποῖο ἀρχικῶς ἦσαν ἐμπεπλεγμένες δύο ὁμάδες νέων χριστιανῶν, ποὺ προφανῶς συνέπεσε νὰ συλληφθοῦν ταυτοχρόνως καὶ συναντήθηκαν μεταξύ τους ἴσως τυχαίως στὸ γραφεῖο τῆς ἀστυνομίας καὶ μέχρις ἑνὸς σημείου συμπορεύθηκαν στὴν πρώτη ὁμάδα ἀνῆκαν οἱ τρεῖς νέες ποὺ ἀποτελοῦν ἀντικείμενο τούτου τοῦ ἄρθρου, στὴ δεύτερη ἀνῆκαν τέσσερις ἀνήλικοι νέοι, οἱ ᾿Αγάθων, Κασία, Φιλίππα, Εὐτυχία. ῾Ο πρόλογος ἀναφέρεται μόνο στὶς τρεῖς νέες, οἱ ὁποῖες σὲ σημεῖα τοῦ κειμένου ὀνομάζονται ἀδελφές, ἐνῶ τὰ μέλη τῆς δεύτερης ὁμάδας παρουσιάζονται μόνο στὴν πρώτη δίκη καὶ ἡ παραπέρα τύχη τους ἀγνοεῖται.
῾Η διήγησις προϋποθέτει τόσο τὸ πρῶτο διάταγμα τοῦ Διοκλητιανοῦ κατὰ τῶν Χριστιανῶν, ποὺ ἀπαγόρευε τὴ χρῆσι καὶ κατοχὴ χριστιανικῶν βιβλίων (τοῦ Φεβρου¬αρίου 303), ὅσο καὶ τὸ τέταρτο ποὺ διέτασσε τὴν προσφορὰ θυσιῶν στὰ εἴδωλα ἢ τουλάχιστο τὴν βρῶσι εἰδωλοθύτου ἐπὶ ποινῆ θανάτου σὲ περίπτωση ἀρνήσεως (ἀρχῶν τοῦ 304). ᾿Αφοῦ δὲ στὸν ἐπίλογο σαφῶς ὁρίζεται χρόνος τελέσεως τοῦ μαρτυρίου ἡ ἐνάτη ὑπατεία τοῦ Διοκλητιανοῦ καὶ ἡ ὀγδόη τοῦ Μαξιμιανοῦ, καὶ συγκεκριμένως ἡ πρώτη ᾿Απριλίου, εὑρισκόμαστε στὸ ἔτος 304.
᾿Απὸ τὴν ἔκθεσι μαρτυρεῖται ὅτι οἱ τρεῖς ἀδελφές, πιθανῶς ἐνεργὰ μέλη μιᾆς ἀδελφότητος νέων χριστιανῶν μὲ πλουσία βιβλιοθήκη, ἔφυγαν εὐθὺς μετὰ τὴν ἔκρηξι τοῦ διωγμοῦ, σὲ ὑψηλὸ ὄρος πλησίον τῆς Θεσσαλονίκης, πιθανῶς τὸν Χορτιάτη, ἀφοῦ ἔκρυψαν στὸ σπίτι τους τὰ βιβλία. ῾Η Εἰρήνη σ᾿ ἐρώτησι τοῦ δικαστοῦ ἀπαντᾆ ὅτι ὁ πατέρας τους δὲν ἐγνώριζε τὴν ὕπαρξι τῶν βιβλίων, ἀλλὰ δὲν καθίσταται σαφές, ἂν ὁ ἴδιος ἦταν εἰδωλολάτρης ἢ χριστιανός. Τὸ ἑπόμενο ἔτος οἱ τρεῖς κόρες συνελήφθηκαν, ἐπάνω στὸ βουνὸ ἢ στὴν πόλι ὅπου εἶχαν ἐπιστρέψει, ταυτοχρόνως περίπου μὲ τὰ μέλη τῆς ἄλλης ὁμάδος κι ἐστάλθηκαν ἀπὸ τὸν ἀστυνόμο -τὸν βενεφικιάριο- Κάσσανδρο στὸν διοικητὴ τῆς πόλεως μὲ ἀναφορὰ του περὶ τῆς ἀρνήσεώς των νὰ φάγουν εἰδωλόθυτα.
“Πρὸς σὲ τὸν κύριό μου, ὁ ἀστυνόμος Κάσσανδρος. Γνώριζε, κύριε, ὅτι ὁ ᾿Αγάθων, ἡ Εἰρήνη, ἡ ᾿Αγάπη, ἡ Χιόνη, ἡ Κασία, ἡ Φιλίππα καὶ ἡ Εὐτυχία δὲν θέλουν νὰ φάγουν εἰδωλόθυτα γι᾿ αὐτὸ τοὺς ἀναφέρω στὴν ἐντιμότητά σου”.
Καὶ ἀρχίζει ἡ διαδικασία μὲ τὶς ἐρωταποκρίσεις. ῾Η περιγραφὴ τῆς ἀνακρίσεως, ποὺ ἔχει ἐξαχθεῖ ἀπὸ τὰ πρακτικὰ μὲ ἐλαφρὲς προσθαφαιρέσεις ἀπὸ τὸν συντάκτη, ἂν καὶ εἶναι ἐντελῶς τυπική, περικλείει ὅλο τὸ μεγαλεῖο τῶν νεαρῶν τούτων χριστιανικῶν ψυχῶν. ῾Ο διοικητὴς Δουλκίτιος ξεκινᾆ μὲ τὴν γενικὴ παρατήρησι πρὸς ὅλους.
“Τί μανία εἶναι αὐτή, νὰ μὴ ὑπακούετε στὴ διαταγὴ τῶν θεοφιλεστάτων βασιλέων καὶ καισάρων μας;”.
Στὴν ἐρώτησι, γιατὶ δὲν τρώγουν εἰδωλόθυτα παίρνει ἀπὸ τὴν ᾿Αγάπη τὴν ἀπάντησι:
“῎Εχω πιστεύσει στὸν ζῶντα Θεὸ καὶ δὲν θέλω νὰ ἀπολέσω τὴν συνείδησί μου”.
῾Ο Δουλκίτιος συνεχίζει τὶς ἐρωτήσεις πρὸς τὶς ἄλλες κόρες, γιὰ τὸν λόγο ποὺ δὲν ὑπακούουν στὶς διαταγές, γιὰ νὰ πάρῃ τὶς ἀπαντήσεις κατὰ σειρὰ ἀπὸ τὴν Εἰρήνη καὶ τὴ Χιόνη:
“Γιὰ τὸν φόβο τοῦ Θεοῦ”.
“῎Εχω πιστεύσει στὸν ζῶντα Θεὸ καὶ δὲν πράττω τοῦτο”.
῾Ο διοικητὴς ἐξέδωσε ἀπόφασι, ποὺ ἀναγνώσθηκε στὸ ἀκροατήριο, διὰ τῆς ὁποίας καταδικάζονταν σὲ θάνατο ἐπάνω στὴν πυρὰ οἱ δύο μεγαλύτερες ἀδελφές.
“Γιὰ τὴν ᾿Αγάπη καὶ τὴ Χιόνη, ἐπειδὴ μὲ ἀσεβῆ διάνοια ἔπραξαν ἐνάντια πρὸς τὸ θεῖο θέσπισμα τῶν αὐθεντῶν μας αὐγούστων καὶ καισάρων, ἀκολουθώντας ἀκόμα τὴν ἀνάξια καὶ σάπια καὶ μισητὴ ἀπὸ ὅλους τοὺς εὐσεβεῖς θρησκεία τῶν Χριστιανῶν, διέταξα νὰ παραδοθοῦν στὴν πυρά”.
Στὴν ἀπόφασι αὐτὴ προστίθεται ὅτι ὁ ᾿Αγάθων καὶ οἱ τέσσερις ἄλλες κόρες, λόγω τοῦ νεαροῦ τῆς ἡλικίας των, δὲν καταδικάσθηκαν σὲ θάνατο, διότι κατὰ τὸ ρωμαϊκὸ δίκαιο δὲν μποροῦσε νὰ ἐπιβληθῆ τέτοια ποινὴ σὲ ἀνηλίκους, δηλαδὴ σὲ πρόσωπα κάτω τῶν 18 ἐτῶν. Καταδικάσθηκαν λοιπὸν νὰ ἐγκλεισθοῦν στὸ δεσμωτήριο.
Τὴν ἑπομένη ἡμέρα ἀπὸ τὴν τελείωσι τῶν δύο κοριτσιῶν στὴν πυρά, ἡ Εἰρήνη προσήχθηκε πάλι στὸ δικαστήριο. Εἶχε ἀνακαλυφθῆ στὸ σπίτι τους ὁλόκληρη βιβλιοθήκη χριστιανικῶν ἔργων ποὺ ἀνῆκαν σ᾿ αὐτές. Στὴ νέα δίκη ὁ Δουλκίτιος προσπαθεῖ νὰ εὕρη ἐνήλικες συνενόχους, ἀλλὰ ἡ νεαρὴ κόρη ἐκφεύγει μὲ ἀφελῆ δεξιοτεχνία τὴν εὐθεῖα ἀπάντησι.
- Ποιὸς σὲ συνεβούλευσε νὰ φυλάξης ἕως σήμερα αὐτὰ τὰ δέρματα καὶ τὰ κείμενα;
- ῾Ο Θεὸς ὁ παντοκράτωρ, ποὺ ἐζήτησε νὰ τὸν ἀγαποῦμε μέχρι θανάτου.
- Ποιὸς ἐγνώριζε ὅτι αὐτὰ εὑρίσκονταν στὸ σπίτι ποὺ κατοικοῦσες;
- Κανένας ἄλλος δὲν βλέπει παρὰ μόνο ὁ Θεὸς ὁ παντοκράτωρ ποὺ γνωρίζει τὰ πάντα.
- Τὸ περασμένο ἔτος ποῦ ἐκρυφθήκατε;
- ῞Οπου θέλησε ὁ Θεός, στὰ βουνά, στὴν ὕπαιθρο.
- Σὲ ποιὸν ἐπήγατε;
- Στὴν ὕπαιθρο, ἀπὸ βουνὸ σὲ βουνό.
- Ποιοὶ σᾆς ἔδιναν ψωμί;
- ῾Ο Θεὸς ποὺ τὸ δίνει σὲ ὅλους.
Τὸ ἦθος αὐτῶν τῶν χριστιανικῶν παιδιῶν ἦταν ἀδαμάντινο. ῎Οχι μόνο τὴ χριστιανική τους πίστι δὲν ἦσαν διατεθειμένα ν᾿ ἀπαρνηθοῦν, ἀλλ᾿ οὔτε τοὺς διδασκάλους των δὲν ἦσαν πρόθυμοι νὰ φανερώσουν οὔτε αὐτοὺς ποὺ τοὺς περιέθαλψαν, ἂν καὶ ἐγνώριζαν ὅτι τέτοια προδοσία θὰ ἐλάφρυνε σοβαρὰ τὴ θέσι τους.
Τὰ ἐπίδικα κείμενα περιέχονταν χειρογράφως σὲ ποικίλης μορφῆς γραφικὲς ὕλες διφθέρες, βιβλία, πινακίδες, κωδικέλλους, σελίδες. ῞Ολα αὐτὰ ἐκάηκαν δημοσία, ἐνῶ ἡ Εἰρήνη γιὰ σωφρονισμὸ καταδικάσθηκε νὰ ἐγκλεισθῆ σὲ πορνεῖο, παίρνοντας ἡμερησίως ἕνα μόνο ἄρτο ἀπὸ τὸ διοικητήριο. Κανεὶς ὅμως δὲν ἐδέχθηκε νὰ θίξη τὴν εὐγενῆ κόρη καὶ ὅταν ὁ διοικητὴς ἔμαθε τοῦτο, τὴν ἀνακάλεσε γιὰ τρίτη κατὰ σειρὰ δίκη, κατόπιν τῆς ὁποίας εὑρῆκε τὴν τύχη τῶν ἀδελφῶν της.
Τὸ Μαρτυρολόγιο αὐτὸ προέρχεται ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ ἐπεισοδίου καὶ οἱ παραθέσεις ἀπὸ τὴν Α¢ πρὸς Θεσσαλονικεῖς ἐπιστολὴ τοῦ Παύλου ὀφείλονται στὴν δικαιολογημένη προσπάθεια τοῦ συντάκτη νὰ δείξη ὅτι οἱ τρεῖς κόρες ἀποτελοῦν μιὰ νέα δόξα γιὰ τὴ Θεσσαλονίκη, ποὺ ἦταν ἤδη δοξασμένη ἀπὸ τὴν περίσσεια πίστι καὶ ἀγάπη τῶν χριστιανῶν τῆς ἐποχῆς τοῦ ἀποστόλου.
Τὰ ὀστᾆ τῶν τριῶν κοριτσιῶν ποὺ ἀπέμειναν ἀπὸ τὴν πυρὰ εἶναι προφανὲς ὅτι συνελέγηκαν ἀπὸ μέλη τῆς χριστιανικῆς κοινότητος. ᾿Ετάφηκαν σὲ κάποιο σημεῖο δυτικῶς τῆς πόλεως, σὲ μικρὴ ἀπόστασι ἀπὸ τὰ τείχη, ὅπου ἀνεγέρθηκε ἕνας ναΐσκος στὴν ἀρχή, ποὺ ἀργότερα ἔγινε μεγαλύτερος. Στὶς Διηγήσεις τῶν θαυμάτων τοῦ ῾Αγίου Δημητρίου (Α 12, 9) ἀναφέρεται τὸ “σεβάσμιον τέμενος” τῶν τριῶν ἁγίων μαρτύρων Χιόνης, Εἰρήνης καὶ ᾿Αγάπης, ἀλλὰ ἴχνη του δὲν ἔχουν εὑρεθῆ.
Σύμφωνα μὲ αὐτὸ τὸ γνήσιο Μαρτυρολόγιο ἡ Εἰρήνη ἐμαρτύρησε τὴν 1 ᾿Απριλίου καὶ οἱ ἀδελφές της μερικὲς ἡμέρες ἐνωρίτερα. Μὲ βάσι αὐτὴ τὴν ἡμερομηνία τὰ ἀρχαῖα Μαρτυρολόγια τοποθετοῦν τὴ μνήμη τους σὲ κάποια ἀπὸ τὶς πρῶτες ἡμέρες τοῦ ᾿Απριλίου, ἀπὸ 1 ἕως 7, χωρὶς γενικὴ συμφωνία. Τὸ ἰσχῦον ὅμως ἑλληνικὸ συναξάριο τὴν τοποθετεῖ στὶς 16 ᾿Απριλίου καὶ στὶς 22 Δεκεμβρίου σὲ συνδυασμὸ μὲ τῆς ᾿Αναστασίας τῆς Φαρμακολυτρίας καὶ τοῦ Χρυσογόνου καὶ μάλιστα στὴν ᾿Ακυηλία. Αὐτὴ ἡ παράδοσις, ποὺ ἀκολουθεῖται καὶ ἀπὸ τὸ λατινικὸ Passio, εἶναι τελείως ξένη πρὸς τὰ πράγματα. ῾Η βενεδικτίνη μοναχὴ Ροσβίτα, κατὰ τὸν 10ο αἰῶνα, ἐχρησιμοποίησε τὸ ἐπεισόδιο τῶν τριῶν ἀδελφῶν ὡς θέμα τῆς κωμωδίας της Dulcitius, γραμμένης λατινικά, ὅπου παρουσιάζει τὴν ἀρετὴ τῶν ἱερῶν παρθένων νὰ θριαμβεύη ἐπὶ τοῦ κυβερνήτη, σὲ ἀντίθεσι πρὸς τὴ διαγωγὴ τῶν διεφθαρμένων γυναίων τῆς παγανικῆς λατινικῆς κωμωδίας.
«Πάροικος εγώ εἰμι ἐν τῇ γῇ. Μὴ ἀποκρύψῃς ἀπ᾿ ἐμοῦ τὰς ἐντολάς Σου»
Re: Θεσσαλονικείς Άγιοι
29 ᾿Απριλίου
ΙΑΣΩΝ, συνεργάτης τοῦ ᾿Αποστόλου Παύλου
Τὸ ὄνομα ᾿Ιάσων ἀπαντᾆ σὲ δύο ἀπὸ τὰ βιβλία τῆς Καινῆς Διαθήκης. Στὶς Πράξεις τῶν ᾿Αποστόλων (17, 5) καὶ στὴν Πρὸς Ρωμαίους ἐπιστολὴ τοῦ Παύλου (16, 21).
῾Ο ᾿Απόστολος Παῦλος μετὰ τοὺς Φιλίππους ἦλθε στὴ Θεσσαλονίκη, ὅπου δίδαξε ἐπὶ τρεῖς ἑβδομάδες. ῾Η διδασκαλία του ἐπέσυρε τὸ μῖσος τῶν ᾿Ιουδαίων, οἱ ὁποῖοι στράφηκαν ἐναντίον του παρακινώντας καὶ τοὺς ἀγοραίους τῆς πόλεως. ᾿Επειδὴ φιλοξενοῦνταν στὸ σπίτι τοῦ ᾿Ιάσονα, οἱ ᾿Ιουδαῖοι τὸν ἀναζήτησαν ἐκεῖ· δὲν τὸν βρῆκαν ὅμως, γι᾿ αὐτὸ ἔσυραν τὸν ᾿Ιάσονα καὶ τοὺς ἄλλους ἀδελφοὺς στοὺς πολιτάρχες, δηλ. στοὺς δημοτικοὺς ἄρχοντες. Στὴν ἀφήγηση αὐτὴ τῶν Πράξεων τῶν ᾿Αποστόλων, ἀναφέρεται γιὰ πρώτη φορὰ τὸ ὄνομα τοῦ ᾿Ιάσονα. Στὴν πρὸς Ρωμαίους ἐπιστολὴ ὁ Παῦλος ἀναφέρει τὸν ᾿Ιάσονα μ᾿ ἐκείνους ποὺ ἀπηύθυναν χαιρετισμοὺς στοὺς παραλῆπτες τῆς ἐπιστολῆς.
᾿Απὸ τὴν ῾Αγία Γραφή, ἀπὸ τὴν ὁποία ἔχουμε τὶς πρῶτες πληροφορίες καὶ συγκεκριμένως στὴν πρὸς Ρωμαίους ἐπιστολὴ ὁ ᾿Ιάσων καὶ ὁ Σωσίπατρος χαρακτηρίζονται “συγγενεῖς” τοῦ Παύλου. ῾Ο χαρακτηρισμὸς αὐτὸς δημιούργησε ὁρισμένα ἐρωτήματα. Κατὰ πᾆσα πιθανότητα σημαίνει “ὅτι ὁ Παῦλος καὶ ὁ ᾿Ιάσων ἦταν ὁμότεχνοι, πάντως ὄχι συγγενεῖς ἐξ αἵματος”. ᾿Εντούτοις, ὅπως δέχονται οἱ ἐρευνητές, ὁ ἀναφερόμενος στὶς Πράξεις τῶν ᾿Αποστόλων καὶ στὴν ἐπιστολή, εἶναι ἕνα καὶ τὸ αὐτὸ πρόσωπο. “Τούτου τοῦ ᾿Ιάσονος”, λέγει ὁ ῾Ιερὸς Χρυσόστομος, “καὶ Λουκᾆς μέμνηται. Οὐ γὰρ ἁπλῶς συγγενῆν μέμνηται, εἰ μὴ καὶ τὴν εὐσέβειαν εἶεν ἑοικότως αὐτῷ”. Μὲ τὸ ἴδιο πνεῦμα μιλάει καὶ ὁ Θεοφύλακτος: “Εἰ μὴ γὰρ τοιοῦτοι ἦσαν, οὐκ ἂν αὐτῶν ἐμνήσθη”. Στὸ ἴδιο συμπέρασμα καταλήγουν ὁ Θεοδώρητος Κύρου, ὁ Οἰκουμένιος καὶ ὅλοι οἱ νεώτεροι ἑρμηνευτές, δέχονται δηλαδὴ ταυτισμὸ τοῦ ᾿Ιάσονα τῶν Πράξεων μὲ τὴν ἐπιστολή.
῾Ο ᾿Ιάσων φαίνεται ὅτι διατηροῦσε μικρὸ ἐργαστήριο ὑφαντουργίας, στὸ ὁποῖο ὁ Παῦλος βρῆκε ἐργασία. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ὁ συνεργάτης τοῦ ᾿Αποστόλου ἦταν ἐγκατεστημένος στὴ Θεσσαλονίκη καὶ ἴσως μονίμως. Τὸ Μηναῖο τῆς ᾿Εκκλησίας φέρει τὸν ᾿Ιάσονα Ταρσέα τὴν καταγωγή. “Τούτων ὁ μὲν ᾿Ιάσων Ταρσεὺς ἦν, ὃς καὶ πρῶτος ἐκεῖθεν ζωγρεῖται πρὸς τὴν εὐσέβειαν”. ῎Ισως ἡ γνώμη αὐτὴ σχηματίσθηκε ἀπὸ τὴ φράση τοῦ Παύλου “οἱ συγγενεῖς μου” καὶ κυρίως ἀπὸ παρερμηνεία σχετικῆς φράσεως τῶν λεγομένων “Πράξεων τῶν ῾Αγίων”, ἔργο κατὰ πᾆσα πιθανότητα τοῦ ἐνάτου αἰώνα. Οἱ “Πράξεις τῶν ῾Αγίων” ἀναφέρουν ὅτι ὁ ᾿Ιάσων καταστάθηκε ἀπὸ τὸν Παῦλο ἐπίσκοπος Ταρσοῦ. “᾿Εξ ἀρχῆς”, λέγει τὸ κείμενο τῶν “Πράξεων τῶν ῾Αγίων” “ὁμοῦ ᾿Ιάσων τῆς Ταρσοῦ μητρόπολιν κυβερνῶν ἐμπεπίστευτο παρὰ Παύλου ὡς οἰκείαν πατρίδα”. ᾿Αλλὰ τὸ “οἰκείαν πατρίδα” δὲν ἀναφέρεται στὸν ᾿Ιάσονα, ἀλλὰ στὸν Ταρσέα Παῦλο, ποὺ ἐμπιστεύθηκε τὴν πατρίδα του στὸν ᾿Ιάσονα. ᾿Αλλὰ καὶ ἂν ἀκόμη καταγόταν ἀπὸ τὴν Ταρσό, δὲν θὰ ἦταν Χριστιανὸς πρὶν ἀπὸ τὴν ἐγκατάστασή του στὴ Θεσσαλονίκη. Τοῦτο εἶναι εὔκολο νὰ τὸ ἰσχυρισθοῦμε, διότι ἐὰν εἶχε γνωρίσει τὴ χριστιανικὴ πίστη στὴν Ταρσό, εὑρισκόμενος στὴ Θεσσαλονίκη ἔπρεπε τουλάχιστον νὰ εἶχε προλειάνει τὸ ἔδαφος. Τὸ μόνο βέβαιο εἶναι ὅτι ὁ ᾿Ιάσων ζοῦσε στὴ Θεσσαλονίκη καὶ ὅτι ἔγινε μαθητὴς τοῦ Παύλου.
Τὸ συναξάριο τῆς λατινικῆς ᾿Εκκλησίας Martyrologium Romanum φέρει τὸν ᾿Ιάσονα καταγόμενο ἀπὸ τὴν Κύπρο. Μᾆλλον πρόκειται γιὰ λάθος, ὅπως ἤδη δέχονται οἱ εἰδικοί, ἐπειδὴ γίνεται σύγχυση ἀπὸ τὴν παρονομασία Μνά¬σωνος μὲ τὸν ᾿Ιάσονα.
῾Η γνώμη τοῦ Holzner ὅτι ὁ Παῦλος ἦλθε ἀπὸ τοὺς Φιλίππους στὴ Θεσσαλονίκη κομίζοντας ἐπιστολὲς πρὸς τὸν ᾿Ιάσονα, συνηγορεῖ ὑπὲρ τῆς ἀπόψεως ἐκείνης ὅτι ὁ Παῦλος δὲ γνώριζε τὸν ᾿Ιάσονα καὶ ὅτι ὁ ᾿Ιάσων γνώρισε τὸ Χριστιανισμὸ ἀπὸ τὸν Παῦλο. ῾Ο ᾿Απόστολος Παῦλος στὰ πρῶτα χρόνια τῆς ἱεραποστολικῆς δράσεώς του ἐπισκεπτόταν κατ᾿ ἀρχὴν τοὺς ᾿Ιουδαίους καὶ ἔπειτα ἀπευθυνόταν στοὺς ᾿Εθνικούς. Στὴ Θεσσαλονίκη, ὅπως εἶναι γνωστό, ἐπισκέφθηκε τὴ συναγωγή, ὅπου καὶ μίλησε. Πολλοὶ ἀπὸ τοὺς ἑρμηνευτὲς ἰσχυρίζονται ὅτι ὁ ᾿Ιάσων ἦταν ᾿Ιουδαῖος. Τὸ ὄνομα ᾿Ιάσων εἶναι συνηθισμένο στοὺς ῞Ελληνες, τὸ ἔπαιρναν ὅμως καὶ πολλοὶ ῾Ελληνιστὲς ᾿Ιουδαῖοι. ῾Η πληροφορία τοῦ Δωροθέου Τύρου ὅτι ὁ ᾿Ιάσων ἦταν ἕνας ἀπὸ τοὺς Ο¢ μαθητὲς τοῦ Κυρίου, ἔχει ἀποκρουσθεῖ.
῾Η δράση τοῦ ᾿Ιάσονα ἀρχίζει ἀμέσως μετὰ τὴ μεταστροφή του στὸ Χριστό. Φιλοξενεῖ τὸν Παῦλο στὸ σπίτι του, προσφέρει στὸ δάσκαλο καὶ τοὺς πρώτους χριστιανοὺς τὴ βοήθειά του, διαθέτει τὸ ἴδιο του τὸ σπίτι γιὰ τὶς συγκεντρώσεις καὶ ὑφίσταται διώξεις χάρη τοῦ Εὐαγγελίου. ῾Η ἀναζήτηση τοῦ Παύλου ἀπὸ τοὺς ᾿Ιουδαίους καὶ ἡ σύλληψη τοῦ ᾿Ιάσονα στὴ Θεσσαλονίκη ἦταν πράξη ἀνεύθυνη. ῍Αν πράγματι οἱ κατηγορίες ὅτι ἐνεργοῦσε κατὰ τοῦ Καίσαρα ἦταν ἐπιβεβαιωμένες, τότε ἔπρεπε νὰ γίνει ἔρευνα ὄχι ἀπὸ τὸν ὄχλο, ἀλλὰ ἀπὸ τὶς ἀρχές. Οἱ Πολιτάρχες ὕστερα ἀπὸ ἐξέταση στὴν ὁποία ὑπέβαλαν τὸν ᾿Ιάσονα καὶ τοὺς ἀδελφούς, τοὺς ἄφησαν ἐλεύθερους καὶ τοὺς διαβεβαίωσαν ὅτι δὲν πρόκειται νὰ ἐνοχληθοῦν. Παρόλα αὐτὰ ἡ θέση τοῦ ᾿Ιάσονα δὲν ἔπαυσε νὰ εἶναι ἐπισφαλής.
῞Ολα αὐτὰ ἀποτελοῦν προοίμιο ἄλλων διώξεων ποὺ ἐπρόκειτο νὰ ὑποστεῖ ὁ ᾿Ιάσων. ῾Ο ἱερὸς Χρυσόστομος, ἐπαινώντας τὸν ᾿Ιάσονα, τὸν χαρακτηρίζει θαυμαστό: “Θαυμαστὸς ὁ ἀνὴρ εἰς κινδύνους ἑαυτὸν ἐκδοὺς καὶ ἐκπέμψας αὐτούς”.
Μετὰ τὰ συμβάντα στὴ Θεσσαλονίκη ὁ Παῦλος ἀναχωρεῖ γρήγορα-γρήγορα γιὰ τὴ Βέροια. “Οἱ δὲ ἀδελφοὶ διὰ νυκτὸς ἐξέπεμψαν τόν τε Παῦλον καὶ Σίλαν εἰς Βέροιαν”. Πρωτοστάτης γιὰ τὴ φυγάδευση τοῦ διδασκάλου τους ἦταν ὁ ᾿Ιάσων.
Μετὰ τὴν ἀναχώρηση τοῦ Παύλου γιὰ τὴ Βέροια καὶ ἀπ᾿ ἐκεῖ γιὰ τὴ λοιπὴ ῾Ελλάδα, ὁ ᾿Ιάσων ἔμεινε στὴ Θεσσαλονίκη, διοργανώνοντας τὴν πρώτη ᾿Εκκλησία. ῞Οταν ὁ Τιμόθεος καὶ ὁ Σίλας πῆγαν στὴν Κόρινθο, ὁ ᾿Ιάσων τοὺς ἔδωσε χρήματα γιὰ τὸν Παῦλο.
῞Οπως εἴπαμε λίγο παραπάνω ὁ ᾿Ιάσων δὲν συνόδευσε ἀμέσως τὸν Παῦλο, τὸν ἀκολούθησε ὅμως κατὰ πᾆσα πιθανότητα στὴν τρίτη πορεία του ἢ ἦλθε ὡς ἀπεσταλμένος τῶν Μακεδόνων κομίζοντας τὴ λογία. ῞Οταν ὁ Παῦλος ἔγραφε τὴν πρὸς Ρωμαίους ἐπιστολή, ὁ ᾿Ιάσων ἦταν στὴν Κόρινθο καὶ ἀπηύθυνε χαιρετισμοὺς στοὺς Χριστιανοὺς τῆς κοινότητος τῆς Ρώμης.
Μία παράδοση φέρει τὸν ᾿Ιάσονα ἐπίσκοπο τῆς γενέτειρας τοῦ διδασκάλου του, τὸν δὲ Σωσίπατρο ἐπίσκοπο ᾿Ικονίου. ῎Αλλη πάλι παράδοση θέλει τὸν ᾿Ιάσονα ἐπίσκοπο ᾿Ικονίου, τὴν ὁποία ὅμως ἀποκρούουν οἱ ἑρμηνευτές. Τόσο ὁ ᾿Ιάσων ὅσο καὶ ὁ Σωσίπατρος ἦλθαν στὴν Κέρκυρα, ὅπου ἀνέπτυξαν πλούσια δράση.
῾Η δραστηριότητα τῶν δύο ἀποστόλων στὴν Κέρκυρα ἐξιστορεῖται ἀπὸ μεταγενέστερα κείμενα. ῾Ο ἑρμηνευτὴς ὅμως εὔκολα κατανοεῖ ὅτι ἡ εὐσεβὴς φαντασία προσέθεσε πολλά. ῾Ωστόσο μποροῦμε νὰ δεχθοῦμε τὸν πυρήνα τῶν ἀφηγήσεων.
Οἱ δύο συνεργάτες τοῦ Παύλου, ᾿Ιάσων καὶ Σωσίπατρος, ἀνέπτυξαν ἀξιόλογη δράση στὴν Κέρκυρα. Καταρχὴν λέγεται ὅτι ἔκτισαν ναὸ ἔξω ἀπὸ τὰ τείχη πρὸς τιμὴ τοῦ πρωτομάρτυρος Στεφάνου, πρᾆγμα ποὺ δὲν ἐπαληθεύεται γιὰ τὸν πρῶτο αἰώνα.
Καὶ οἱ δύο συνεργάτες τοῦ ᾿Απ. Παύλου, ἐξαιτίας τῆς ἱεραποστολικῆς τους δραστηριότητας, συκοφαντήθηκαν, συνελήφθηκαν καὶ ρίφθηκαν στὴ φυλακὴ ἀπὸ τὸν ἡγεμόνα Κερκυλλίνο. Στὴ φυλακὴ μετέστρεψαν ἑπτὰ ληστὲς στὸ Χριστό, οἱ ὁποῖοι ἀργότερα μαρτύρησαν γιὰ τὴν πίστη τους. Οἱ δύο ἀπόστολοι παραδόθηκαν ἀπὸ τὸν ἡγεμόνα στὸν ἔπαρχο Καπριανό, ὁ ὁποῖος, ἀφοῦ δὲν μπόρεσε νὰ τοὺς μεταπείσει, τοὺς ἔρριψε στὴ φυλακή.
Τὰ βασανιστήρια ποὺ ὑπέστησαν οἱ δύο ἀπόστολοι ἀπὸ τὸν ἔπαρχο, συνεκίνησαν τὴ θυγατέρα τοῦ ἡγεμόνα, Κέρκυρα, ἡ ὁποία ἀσπάσθηκε τὸ Χριστιανισμό. Οἱ δύο ἀπόστολοι ρίφθηκαν σὲ μιὰ “παραβούτα σιδηρά”, ὅπου ὑπῆρχε πίσσα καὶ ριτίνη. ῾Ο ᾿Ιάσων ἐξῆλθε ἀβλαβής, ἐνῶ ὁ Σωσίπατρος πέθανε. ᾿Απὸ τὴ δοκιμασία αὐτὴ τῶν δύο ἀποστόλων, μετενόησε ὁ ἡγεμόνας, κατηχήθηκε, βαπτίσθηκε καὶ μετονομάστηκε Σεβαστιανός.
῾Ο ᾿Ιάσων, ὅπως ἀναφέρουν οἱ “Πράξεις ῾Αγίων”, ἔζησε μέχρι βαθυτάτου γήρατος, διακονώντας τὴν ᾿Εκκλησία τῆς Κερκύρας καὶ κτίζοντας ναούς. Οἱ Κερκυραῖοι γιὰ τὴν προσφορὰ τῶν δύο ἀποστόλων, τοὺς τιμοῦν καὶ πρὸς τιμή τους ὑπάρχει περικαλὴς ναός, ποὺ θεωρεῖται ὁ ἀρχαιότερος στὴν πόλη. ῾Η μνήμη τους τιμᾆται στὶς 29 ᾿Απριλίου.
ΙΑΣΩΝ, συνεργάτης τοῦ ᾿Αποστόλου Παύλου
Τὸ ὄνομα ᾿Ιάσων ἀπαντᾆ σὲ δύο ἀπὸ τὰ βιβλία τῆς Καινῆς Διαθήκης. Στὶς Πράξεις τῶν ᾿Αποστόλων (17, 5) καὶ στὴν Πρὸς Ρωμαίους ἐπιστολὴ τοῦ Παύλου (16, 21).
῾Ο ᾿Απόστολος Παῦλος μετὰ τοὺς Φιλίππους ἦλθε στὴ Θεσσαλονίκη, ὅπου δίδαξε ἐπὶ τρεῖς ἑβδομάδες. ῾Η διδασκαλία του ἐπέσυρε τὸ μῖσος τῶν ᾿Ιουδαίων, οἱ ὁποῖοι στράφηκαν ἐναντίον του παρακινώντας καὶ τοὺς ἀγοραίους τῆς πόλεως. ᾿Επειδὴ φιλοξενοῦνταν στὸ σπίτι τοῦ ᾿Ιάσονα, οἱ ᾿Ιουδαῖοι τὸν ἀναζήτησαν ἐκεῖ· δὲν τὸν βρῆκαν ὅμως, γι᾿ αὐτὸ ἔσυραν τὸν ᾿Ιάσονα καὶ τοὺς ἄλλους ἀδελφοὺς στοὺς πολιτάρχες, δηλ. στοὺς δημοτικοὺς ἄρχοντες. Στὴν ἀφήγηση αὐτὴ τῶν Πράξεων τῶν ᾿Αποστόλων, ἀναφέρεται γιὰ πρώτη φορὰ τὸ ὄνομα τοῦ ᾿Ιάσονα. Στὴν πρὸς Ρωμαίους ἐπιστολὴ ὁ Παῦλος ἀναφέρει τὸν ᾿Ιάσονα μ᾿ ἐκείνους ποὺ ἀπηύθυναν χαιρετισμοὺς στοὺς παραλῆπτες τῆς ἐπιστολῆς.
᾿Απὸ τὴν ῾Αγία Γραφή, ἀπὸ τὴν ὁποία ἔχουμε τὶς πρῶτες πληροφορίες καὶ συγκεκριμένως στὴν πρὸς Ρωμαίους ἐπιστολὴ ὁ ᾿Ιάσων καὶ ὁ Σωσίπατρος χαρακτηρίζονται “συγγενεῖς” τοῦ Παύλου. ῾Ο χαρακτηρισμὸς αὐτὸς δημιούργησε ὁρισμένα ἐρωτήματα. Κατὰ πᾆσα πιθανότητα σημαίνει “ὅτι ὁ Παῦλος καὶ ὁ ᾿Ιάσων ἦταν ὁμότεχνοι, πάντως ὄχι συγγενεῖς ἐξ αἵματος”. ᾿Εντούτοις, ὅπως δέχονται οἱ ἐρευνητές, ὁ ἀναφερόμενος στὶς Πράξεις τῶν ᾿Αποστόλων καὶ στὴν ἐπιστολή, εἶναι ἕνα καὶ τὸ αὐτὸ πρόσωπο. “Τούτου τοῦ ᾿Ιάσονος”, λέγει ὁ ῾Ιερὸς Χρυσόστομος, “καὶ Λουκᾆς μέμνηται. Οὐ γὰρ ἁπλῶς συγγενῆν μέμνηται, εἰ μὴ καὶ τὴν εὐσέβειαν εἶεν ἑοικότως αὐτῷ”. Μὲ τὸ ἴδιο πνεῦμα μιλάει καὶ ὁ Θεοφύλακτος: “Εἰ μὴ γὰρ τοιοῦτοι ἦσαν, οὐκ ἂν αὐτῶν ἐμνήσθη”. Στὸ ἴδιο συμπέρασμα καταλήγουν ὁ Θεοδώρητος Κύρου, ὁ Οἰκουμένιος καὶ ὅλοι οἱ νεώτεροι ἑρμηνευτές, δέχονται δηλαδὴ ταυτισμὸ τοῦ ᾿Ιάσονα τῶν Πράξεων μὲ τὴν ἐπιστολή.
῾Ο ᾿Ιάσων φαίνεται ὅτι διατηροῦσε μικρὸ ἐργαστήριο ὑφαντουργίας, στὸ ὁποῖο ὁ Παῦλος βρῆκε ἐργασία. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ὁ συνεργάτης τοῦ ᾿Αποστόλου ἦταν ἐγκατεστημένος στὴ Θεσσαλονίκη καὶ ἴσως μονίμως. Τὸ Μηναῖο τῆς ᾿Εκκλησίας φέρει τὸν ᾿Ιάσονα Ταρσέα τὴν καταγωγή. “Τούτων ὁ μὲν ᾿Ιάσων Ταρσεὺς ἦν, ὃς καὶ πρῶτος ἐκεῖθεν ζωγρεῖται πρὸς τὴν εὐσέβειαν”. ῎Ισως ἡ γνώμη αὐτὴ σχηματίσθηκε ἀπὸ τὴ φράση τοῦ Παύλου “οἱ συγγενεῖς μου” καὶ κυρίως ἀπὸ παρερμηνεία σχετικῆς φράσεως τῶν λεγομένων “Πράξεων τῶν ῾Αγίων”, ἔργο κατὰ πᾆσα πιθανότητα τοῦ ἐνάτου αἰώνα. Οἱ “Πράξεις τῶν ῾Αγίων” ἀναφέρουν ὅτι ὁ ᾿Ιάσων καταστάθηκε ἀπὸ τὸν Παῦλο ἐπίσκοπος Ταρσοῦ. “᾿Εξ ἀρχῆς”, λέγει τὸ κείμενο τῶν “Πράξεων τῶν ῾Αγίων” “ὁμοῦ ᾿Ιάσων τῆς Ταρσοῦ μητρόπολιν κυβερνῶν ἐμπεπίστευτο παρὰ Παύλου ὡς οἰκείαν πατρίδα”. ᾿Αλλὰ τὸ “οἰκείαν πατρίδα” δὲν ἀναφέρεται στὸν ᾿Ιάσονα, ἀλλὰ στὸν Ταρσέα Παῦλο, ποὺ ἐμπιστεύθηκε τὴν πατρίδα του στὸν ᾿Ιάσονα. ᾿Αλλὰ καὶ ἂν ἀκόμη καταγόταν ἀπὸ τὴν Ταρσό, δὲν θὰ ἦταν Χριστιανὸς πρὶν ἀπὸ τὴν ἐγκατάστασή του στὴ Θεσσαλονίκη. Τοῦτο εἶναι εὔκολο νὰ τὸ ἰσχυρισθοῦμε, διότι ἐὰν εἶχε γνωρίσει τὴ χριστιανικὴ πίστη στὴν Ταρσό, εὑρισκόμενος στὴ Θεσσαλονίκη ἔπρεπε τουλάχιστον νὰ εἶχε προλειάνει τὸ ἔδαφος. Τὸ μόνο βέβαιο εἶναι ὅτι ὁ ᾿Ιάσων ζοῦσε στὴ Θεσσαλονίκη καὶ ὅτι ἔγινε μαθητὴς τοῦ Παύλου.
Τὸ συναξάριο τῆς λατινικῆς ᾿Εκκλησίας Martyrologium Romanum φέρει τὸν ᾿Ιάσονα καταγόμενο ἀπὸ τὴν Κύπρο. Μᾆλλον πρόκειται γιὰ λάθος, ὅπως ἤδη δέχονται οἱ εἰδικοί, ἐπειδὴ γίνεται σύγχυση ἀπὸ τὴν παρονομασία Μνά¬σωνος μὲ τὸν ᾿Ιάσονα.
῾Η γνώμη τοῦ Holzner ὅτι ὁ Παῦλος ἦλθε ἀπὸ τοὺς Φιλίππους στὴ Θεσσαλονίκη κομίζοντας ἐπιστολὲς πρὸς τὸν ᾿Ιάσονα, συνηγορεῖ ὑπὲρ τῆς ἀπόψεως ἐκείνης ὅτι ὁ Παῦλος δὲ γνώριζε τὸν ᾿Ιάσονα καὶ ὅτι ὁ ᾿Ιάσων γνώρισε τὸ Χριστιανισμὸ ἀπὸ τὸν Παῦλο. ῾Ο ᾿Απόστολος Παῦλος στὰ πρῶτα χρόνια τῆς ἱεραποστολικῆς δράσεώς του ἐπισκεπτόταν κατ᾿ ἀρχὴν τοὺς ᾿Ιουδαίους καὶ ἔπειτα ἀπευθυνόταν στοὺς ᾿Εθνικούς. Στὴ Θεσσαλονίκη, ὅπως εἶναι γνωστό, ἐπισκέφθηκε τὴ συναγωγή, ὅπου καὶ μίλησε. Πολλοὶ ἀπὸ τοὺς ἑρμηνευτὲς ἰσχυρίζονται ὅτι ὁ ᾿Ιάσων ἦταν ᾿Ιουδαῖος. Τὸ ὄνομα ᾿Ιάσων εἶναι συνηθισμένο στοὺς ῞Ελληνες, τὸ ἔπαιρναν ὅμως καὶ πολλοὶ ῾Ελληνιστὲς ᾿Ιουδαῖοι. ῾Η πληροφορία τοῦ Δωροθέου Τύρου ὅτι ὁ ᾿Ιάσων ἦταν ἕνας ἀπὸ τοὺς Ο¢ μαθητὲς τοῦ Κυρίου, ἔχει ἀποκρουσθεῖ.
῾Η δράση τοῦ ᾿Ιάσονα ἀρχίζει ἀμέσως μετὰ τὴ μεταστροφή του στὸ Χριστό. Φιλοξενεῖ τὸν Παῦλο στὸ σπίτι του, προσφέρει στὸ δάσκαλο καὶ τοὺς πρώτους χριστιανοὺς τὴ βοήθειά του, διαθέτει τὸ ἴδιο του τὸ σπίτι γιὰ τὶς συγκεντρώσεις καὶ ὑφίσταται διώξεις χάρη τοῦ Εὐαγγελίου. ῾Η ἀναζήτηση τοῦ Παύλου ἀπὸ τοὺς ᾿Ιουδαίους καὶ ἡ σύλληψη τοῦ ᾿Ιάσονα στὴ Θεσσαλονίκη ἦταν πράξη ἀνεύθυνη. ῍Αν πράγματι οἱ κατηγορίες ὅτι ἐνεργοῦσε κατὰ τοῦ Καίσαρα ἦταν ἐπιβεβαιωμένες, τότε ἔπρεπε νὰ γίνει ἔρευνα ὄχι ἀπὸ τὸν ὄχλο, ἀλλὰ ἀπὸ τὶς ἀρχές. Οἱ Πολιτάρχες ὕστερα ἀπὸ ἐξέταση στὴν ὁποία ὑπέβαλαν τὸν ᾿Ιάσονα καὶ τοὺς ἀδελφούς, τοὺς ἄφησαν ἐλεύθερους καὶ τοὺς διαβεβαίωσαν ὅτι δὲν πρόκειται νὰ ἐνοχληθοῦν. Παρόλα αὐτὰ ἡ θέση τοῦ ᾿Ιάσονα δὲν ἔπαυσε νὰ εἶναι ἐπισφαλής.
῞Ολα αὐτὰ ἀποτελοῦν προοίμιο ἄλλων διώξεων ποὺ ἐπρόκειτο νὰ ὑποστεῖ ὁ ᾿Ιάσων. ῾Ο ἱερὸς Χρυσόστομος, ἐπαινώντας τὸν ᾿Ιάσονα, τὸν χαρακτηρίζει θαυμαστό: “Θαυμαστὸς ὁ ἀνὴρ εἰς κινδύνους ἑαυτὸν ἐκδοὺς καὶ ἐκπέμψας αὐτούς”.
Μετὰ τὰ συμβάντα στὴ Θεσσαλονίκη ὁ Παῦλος ἀναχωρεῖ γρήγορα-γρήγορα γιὰ τὴ Βέροια. “Οἱ δὲ ἀδελφοὶ διὰ νυκτὸς ἐξέπεμψαν τόν τε Παῦλον καὶ Σίλαν εἰς Βέροιαν”. Πρωτοστάτης γιὰ τὴ φυγάδευση τοῦ διδασκάλου τους ἦταν ὁ ᾿Ιάσων.
Μετὰ τὴν ἀναχώρηση τοῦ Παύλου γιὰ τὴ Βέροια καὶ ἀπ᾿ ἐκεῖ γιὰ τὴ λοιπὴ ῾Ελλάδα, ὁ ᾿Ιάσων ἔμεινε στὴ Θεσσαλονίκη, διοργανώνοντας τὴν πρώτη ᾿Εκκλησία. ῞Οταν ὁ Τιμόθεος καὶ ὁ Σίλας πῆγαν στὴν Κόρινθο, ὁ ᾿Ιάσων τοὺς ἔδωσε χρήματα γιὰ τὸν Παῦλο.
῞Οπως εἴπαμε λίγο παραπάνω ὁ ᾿Ιάσων δὲν συνόδευσε ἀμέσως τὸν Παῦλο, τὸν ἀκολούθησε ὅμως κατὰ πᾆσα πιθανότητα στὴν τρίτη πορεία του ἢ ἦλθε ὡς ἀπεσταλμένος τῶν Μακεδόνων κομίζοντας τὴ λογία. ῞Οταν ὁ Παῦλος ἔγραφε τὴν πρὸς Ρωμαίους ἐπιστολή, ὁ ᾿Ιάσων ἦταν στὴν Κόρινθο καὶ ἀπηύθυνε χαιρετισμοὺς στοὺς Χριστιανοὺς τῆς κοινότητος τῆς Ρώμης.
Μία παράδοση φέρει τὸν ᾿Ιάσονα ἐπίσκοπο τῆς γενέτειρας τοῦ διδασκάλου του, τὸν δὲ Σωσίπατρο ἐπίσκοπο ᾿Ικονίου. ῎Αλλη πάλι παράδοση θέλει τὸν ᾿Ιάσονα ἐπίσκοπο ᾿Ικονίου, τὴν ὁποία ὅμως ἀποκρούουν οἱ ἑρμηνευτές. Τόσο ὁ ᾿Ιάσων ὅσο καὶ ὁ Σωσίπατρος ἦλθαν στὴν Κέρκυρα, ὅπου ἀνέπτυξαν πλούσια δράση.
῾Η δραστηριότητα τῶν δύο ἀποστόλων στὴν Κέρκυρα ἐξιστορεῖται ἀπὸ μεταγενέστερα κείμενα. ῾Ο ἑρμηνευτὴς ὅμως εὔκολα κατανοεῖ ὅτι ἡ εὐσεβὴς φαντασία προσέθεσε πολλά. ῾Ωστόσο μποροῦμε νὰ δεχθοῦμε τὸν πυρήνα τῶν ἀφηγήσεων.
Οἱ δύο συνεργάτες τοῦ Παύλου, ᾿Ιάσων καὶ Σωσίπατρος, ἀνέπτυξαν ἀξιόλογη δράση στὴν Κέρκυρα. Καταρχὴν λέγεται ὅτι ἔκτισαν ναὸ ἔξω ἀπὸ τὰ τείχη πρὸς τιμὴ τοῦ πρωτομάρτυρος Στεφάνου, πρᾆγμα ποὺ δὲν ἐπαληθεύεται γιὰ τὸν πρῶτο αἰώνα.
Καὶ οἱ δύο συνεργάτες τοῦ ᾿Απ. Παύλου, ἐξαιτίας τῆς ἱεραποστολικῆς τους δραστηριότητας, συκοφαντήθηκαν, συνελήφθηκαν καὶ ρίφθηκαν στὴ φυλακὴ ἀπὸ τὸν ἡγεμόνα Κερκυλλίνο. Στὴ φυλακὴ μετέστρεψαν ἑπτὰ ληστὲς στὸ Χριστό, οἱ ὁποῖοι ἀργότερα μαρτύρησαν γιὰ τὴν πίστη τους. Οἱ δύο ἀπόστολοι παραδόθηκαν ἀπὸ τὸν ἡγεμόνα στὸν ἔπαρχο Καπριανό, ὁ ὁποῖος, ἀφοῦ δὲν μπόρεσε νὰ τοὺς μεταπείσει, τοὺς ἔρριψε στὴ φυλακή.
Τὰ βασανιστήρια ποὺ ὑπέστησαν οἱ δύο ἀπόστολοι ἀπὸ τὸν ἔπαρχο, συνεκίνησαν τὴ θυγατέρα τοῦ ἡγεμόνα, Κέρκυρα, ἡ ὁποία ἀσπάσθηκε τὸ Χριστιανισμό. Οἱ δύο ἀπόστολοι ρίφθηκαν σὲ μιὰ “παραβούτα σιδηρά”, ὅπου ὑπῆρχε πίσσα καὶ ριτίνη. ῾Ο ᾿Ιάσων ἐξῆλθε ἀβλαβής, ἐνῶ ὁ Σωσίπατρος πέθανε. ᾿Απὸ τὴ δοκιμασία αὐτὴ τῶν δύο ἀποστόλων, μετενόησε ὁ ἡγεμόνας, κατηχήθηκε, βαπτίσθηκε καὶ μετονομάστηκε Σεβαστιανός.
῾Ο ᾿Ιάσων, ὅπως ἀναφέρουν οἱ “Πράξεις ῾Αγίων”, ἔζησε μέχρι βαθυτάτου γήρατος, διακονώντας τὴν ᾿Εκκλησία τῆς Κερκύρας καὶ κτίζοντας ναούς. Οἱ Κερκυραῖοι γιὰ τὴν προσφορὰ τῶν δύο ἀποστόλων, τοὺς τιμοῦν καὶ πρὸς τιμή τους ὑπάρχει περικαλὴς ναός, ποὺ θεωρεῖται ὁ ἀρχαιότερος στὴν πόλη. ῾Η μνήμη τους τιμᾆται στὶς 29 ᾿Απριλίου.
«Πάροικος εγώ εἰμι ἐν τῇ γῇ. Μὴ ἀποκρύψῃς ἀπ᾿ ἐμοῦ τὰς ἐντολάς Σου»
Re: Θεσσαλονικείς Άγιοι
1 Μαΐου
ΑΚΑΚΙΟΣ, ὁσιομάρτυς († 1.5.1816)
῾Ο ὁσιομάρτυς ᾿Ακάκιος ἀνήκει σὲ μιὰ ὁμάδα νεομαρτύρων, οἱ ὁποῖοι ἂν καὶ εἶχαν ἐξομώσει σὲ νεαρὴ ἡλικία καὶ εἶχαν καταστεῖ ἀρνησίχριστοι, ἀργότερα συνειδητοποίησαν τὸ βαρὺ ἁμάρτημά τους, μετανόησαν καὶ κατέφυγαν στὸ ῞Αγιο ῎Ορος μὲ σκοπὸ τὴν προετοιμασία τους γιὰ τὸ ἑκούσιο μαρτύριο, μὲ τὸ ὁποῖο θὰ ἐπιβεβαίωναν καὶ ἔμπρακτα τὴν ἐπιστροφή τους στὴν ὀρθόδοξη πίστη.
῾Ο ᾿Αθανάσιος, αὐτὸ ἦταν τὸ κοσμικὸ ὄνομα τοῦ ᾿Ακακίου, καταγόταν ἀπὸ τὸ Νεοχώρι -σημερινὸ ᾿Ασβεστοχώρι- Θεσσαλονίκης. Οἱ γονεῖς του εἶχαν ἀναγκασθεῖ γιὰ βιοποριστικοὺς λόγους νὰ μετακομίσουν στὶς Σέρρες, ὅπου παρέδωσαν τὸν ἐννεάχρονο ᾿Αθανάσιο σὲ κάποιον ὑποδηματοποιὸ γιὰ νὰ τοῦ διδάξει τὴν τέχνη του. ῞Ομως ἡ σκληρὴ συμπεριφορά του καὶ ἡ κακομεταχείριση ἐξώθησαν τὸν ᾿Αθανάσιο στὴν ἐξόμωση γιὰ νὰ ἀπαλλαγεῖ ἀπὸ τὰ βάσανα. Στὴν πράξη του αὐτὴ τὸν προέτρεψαν καὶ δύο ὀθωμανές, οἱ ὁποῖες παρακολουθοῦσαν τὴν ἀπάνθρωπη συμπεριφορὰ τοῦ ἀφεντικοῦ του, καὶ ὑποσχόμενες μιὰ καλύτερη ζωὴ στὸν μικρὸ ᾿Αθανάσιο τὸν ἔπεισαν τὴν ἡμέρα τῆς Μ. Παρασκευῆς νὰ ἀλλαξοπιστήσει. Μωαμεθανὸς πλέον ὁ ᾿Αθανάσιος, υἱοθετήθηκε ἀπὸ τὸν Τοῦρκο ἡγεμόνα τῆς περιοχῆς ᾿Ισοὺφ Μπέη, στὸ σπίτι τοῦ ὁποίου παρέμεινε ἐπὶ ἐννέα χρόνια. Σὲ ἡλικία δεκαοκτὼ ἐτῶν ὁ ᾿Αθανάσιος δέχθηκε τὴν πονηρὴ ἐπίθεση τῆς μητριᾆς του, ἡ ὁποία καθὼς ἔβλεπε τὸν μικρὸ ᾿Αθανάσιο νὰ μεγαλώνει καὶ νὰ ἀνδρώνεται τὸν ἐρωτεύθηκε. ᾿Επειδὴ ὅμως αὐτὸς δὲν ὑποχώρησε καὶ δὲν ὑπέκυψε στὸ πάθος τῆς μητριᾆς του συκοφαντήθηκε ἀπ᾿ αὐτὴν στὸ θετὸ πατέρα του, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἐκδιωχθεῖ ἀπὸ αὐτόν. ᾿Εκμεταλλευόμενος αὐτὴν τὴν εὐκαιρία κατέφυγε στὴ Θεσσαλονίκη κοντὰ στοὺς γονεῖς του, οἱ ὁποῖοι εἶχαν ἐγκαταλείψει τὶς Σέρρες μόλις πληροφορήθηκαν τὴν ἐξόμωσή του. Στὸ πατρικό του σπίτι δὲν παρέμεινε γιὰ μεγάλο χρονικὸ διάστημα, φοβούμενος μήπως καταστεῖ γνωστὸ στὴ Θεσσαλονίκη τὸ γεγονὸς τῆς ἀρνήσεώς του καὶ τῆς προσχωρήσεώς του στὸ μωαμεθανισμὸ καὶ γίνει κατ᾿ αὐτὸν τὸν τρόπο ἡ αἰτία νὰ τιμωρηθοῦν καὶ οἱ γονεῖς του καὶ αὐτός. Γι᾿ αὐτό, ἀκολουθώντας τὶς συμβουλὲς τῶν γονέων του μετέβηκε στὸ ῞Αγιο ῎Ορος, ὅπου, ἀφοῦ περιπλανήθηκε σὲ ἀρκετὲς μονές, κατέληξε τελικὰ στὴ σκήτη τοῦ Τιμίου Προδρόμου, στὴ συνοδεία τοῦ γέροντος Νικηφόρου, ὁ ὁποῖος τὸν παρέδωσε ὡς ὑποτακτικὸ στὸ γέροντα ᾿Ακάκιο γιὰ νὰ τὸν προετοιμάσει γιὰ τὸ μαρτύριο, ὅπως εἶχε κάνει καὶ προηγουμένως μὲ τοὺς ὁσιομάρτυρες Εὐθύμιο καὶ ᾿Ιγνάτιο. Μετὰ ἀπὸ ἕνα διάστημα ἔντονης ἀσκήσεως, ὁ ᾿Αθανάσιος, ὁ ὁποῖος στὸ μεταξὺ διάστημα ἐκάρη μοναχὸς καὶ μετονομάσθηκε ᾿Ακάκιος, ἔχοντας τὶς εὐλογίες τῶν λοιπῶν γερόντων ξεκίνησε συνοδευόμενος ἀπὸ τὸν μοναχὸ Γρηγόριο, ὁ ὁποῖος εἶχε συνοδεύσει ἐνωρίτερα καὶ τοὺς δύο παραπάνω ὁσιομάρτυρες, γιὰ τὴν Κωνσταντινούπολη στὶς 10 ᾿Απριλίου. ῾Ο πλοίαρχος, ἄνθρωπος εὐλαβής, ὅταν ἔμαθε τὸ σκοπὸ τοῦ ταξιδιοῦ τοῦ ᾿Ακακίου ὑποσχέθηκε στὸν Γρηγόριο νὰ μεριμνήσει γιὰ τὴν ἐξαγορὰ τοῦ λειψάνου του μετὰ τὸ μαρτυρικό του τέλος καὶ νὰ τὸ ἐπανακομίσει ὁ ἴδιος στὸ ῞Αγιο ῎Ορος. ῞Υστερα ἀπὸ δεκατρεῖς ἡμέρες ἔφθασαν αἰσίως στὴν Κωνσταντινούπολη, ὅπου φιλοξενήθηκαν ἀπὸ κάποιον παντοπώλη, γνώριμο τοῦ Γρηγορίου. Τὸ Σάββατο 29 ᾿Απριλίου ὁ ᾿Ακάκιος, ἀφοῦ προετοιμάστηκε κατάλληλα λαμβάνοντας τὰ ῎Αχραντα μυστήρια, ντύθηκε μὲ ροῦχα τουρκικὰ καὶ μὲ τὴν καθοδήγηση τοῦ ἀδελφοῦ τοῦ καπετάνιου ἔφθασε στὸ κριτήριο, ὅπου ὁμολόγησε ἐνώπιον ὅλων τῶν παρισταμένων τὴν ἐπάνοδό του στὴν πρώτη του πίστη. ᾿Εξαιτίας αὐτῆς του τῆς ὁμολογίας κλείσθηκε στὴ φυλακή καθ᾿ ὅλη δὲ τὴ διάρκεια τῆς φυλακίσεώς του προσπάθησαν ἐπανειλημμένα εἴτε μὲ κολακεῖες καὶ ὑποσχέσεις, εἴτε μὲ βασανιστήρια καὶ ἐκφοβισμοὺς νὰ τὸν μεταπείσουν. ῞Ολα αὐτὰ ὅμως δὲν κατάφεραν νὰ τὸν κλονίσουν ἰδιαίτερα μάλιστα ἐνισχύθηκε καὶ προετοιμάσθηκε γιὰ νὰ ἀντιμετωπίσει τὸ μαρτύριο ὅταν ἔλαβε τὴ θεία Κοινωνία ποὺ τοῦ μετέφερε κρυφὰ στὴ φυλακὴ ὁ ἀδελφὸς τοῦ καπετάνιου. Οἱ Τοῦρκοι προύχοντες βλέποντας τὸ σταθερὸ φρόνημα τοῦ ᾿Ακακίου κατάλαβαν πὼς μάταια κοπιάζουν, γι᾿ αὐτὸ καὶ ἀποφάσισαν τὴ θανάτωσή του. ῎Ετσι, τὴν 1 Μαΐου, ἡμέρα Δευτέρα καὶ ώρα πέμπτη “εἰς τόπον καλούμενον Δακτυλόπορταν” ὁ ᾿Ακάκιος παρέδωσε διὰ τοῦ ξίφους τὸ πνεῦμα του. Τὴν τρίτη ἡμέρα, σύμφωνα μὲ τὴν ἐπικρατοῦσα συνήθεια, ὁ Γρηγόριος ἐξαγόρασε τὸ λείψανο τοῦ μάρτυρος μὲ χρήματα ποὺ συγκέντρωσε ἀπὸ τοὺς παντοπῶλες τοῦ Γαλατᾆ καὶ τὸ μετέφερε στὴ νῆσο Πρίγκηπο, ὅπου ἐπιβιβάστηκαν στὸ πλοῖο μὲ τὸ ὁποῖο εἶχαν ἔρθει στὴν Κωνσταντινούπολη, μὲ προορισμὸ τὸ ῞Αγιο ῎Ορος. Στὶς 9 Μαΐου ἀποβιβάστηκαν στὸ λιμενίσκο τῆς μονῆς ᾿Ιβήρων καὶ ἀπὸ ἐκεῖ μετέφεραν τὸ λείψανο στὴν Καλύβη τοῦ ἁγ. Νικολάου, ὅπου τὸ ἐνταφίασαν στὸ παρεκκλήσιο τῶν ὁσιομαρτύρων Εὐθυμίου καὶ ᾿Ιγνατίου μπροστὰ στὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας, σύμφωνα μὲ τὴν ἐπιθυμία τοῦ ὁσιομάρτυρος.
῾Η μνήμη τοῦ ὁσιομάρτυρος ᾿Ακακίου τιμᾆται τὴν 1η Μαΐου, ἡμέρα τοῦ μαρτυρίου του. Αὐτὴ τὴν ἡμέρα ὅμως ἐπιτελεῖται καὶ ἡ κοινὴ μνήμη τῶν τριῶν ὁσιομαρτύρων Εὐθυμίου τοῦ ἐκ Δημητσάνης, ᾿Ιγνατίου τοῦ ἐκ Παλαιᾆς Ζαγορᾆς καὶ τοῦ ᾿Ακακίου. ῾Ο καθορισμὸς κοινῆς μνήμης τῶν τριῶν ὁσιομαρτύρων δικαιολογεῖται ὡς ἑξῆς καὶ οἱ τρεῖς προῆλθαν ἀπὸ τὴ σκήτη τοῦ Τιμίου Προδρόμου τῆς μονῆς ᾿Ιβήρων, ἦταν πνευματικὰ τέκνα τοῦ πατρὸς Νικηφόρου τοῦ Προδρομίτη καὶ ὑποτακτικοὶ τοῦ ἴδιου γέροντα, τοῦ ᾿Ακακίου, καὶ τέλος μαρτύρησαν μὲ διαφορὰ πολὺ μικροῦ χρονικοῦ διαστήματος μεταξύ τους. ᾿Επίσης τὰ λείψανα καὶ τῶν τριῶν βρίσκονται θησαυρισμένα στὸ παρεκκλήσιο ποὺ τιμᾆται στὸ ὄνομά τους, στὴν Καλύβη τοῦ ἁγίου Νικολάου στὸ ῞Αγιο ῎Ορος. Τὰ Μαρτύρια καὶ τῶν τριῶν, τῶν ὁποίων τὸ κείμενο εἶναι ἐξαιρετικὰ ἐπιμελημένο χωρὶς ὅμως νὰ εἶναι καὶ ἐξεζητημένο, συνέταξε ὁ λόγιος μοναχὸς ᾿Ονούφριος ὁ ᾿Ιβηρίτης. ῾Ο ἴδιος μοναχὸς συνέθεσε καὶ ᾿Ακολουθία πρὸς τιμήν τους τὰ κείμενα αὐτὰ ἐκδόθηκαν τὸ 1862 στὴν ᾿Αθήνα ἀπὸ τὸν ᾿Ακάκιο τὸν Προδρομίτη. Τρεῖς Κανόνες ποὺ συνέθεσε πρὸς τιμήν τους ὁ γνωστὸς ἁγιορείτης ὑμνογράφος τοῦ περασμένου αἰώνα, μοναχὸς ᾿Ιάκωβος ὁ Νεασκητιώτης, σώζονται στὸν ὑπ᾿ ἀριθμ. 139 κώδικα τοῦ Κυριακοῦ τῆς Σκήτης τῶν Καυσοκαλυβίων, ἐνῶ τὸ ἰδιαίτερο μαρτύριο τοῦ ὁσιομάρτυρος ᾿Ακακίου συνέγραψε ὁ μητροπολίτης Καισαρείας Μελέτιος.
Τέλος, ὁ ᾿Ακάκιος ὁ Προδρομίτης δημοσίευσε μία ἐπιστολὴ τοῦ ᾿Ακακίου μαζὶ μὲ ἄλλα πέντε γράμματα τοῦ Εὐθυμίου τοῦ ᾿Ιβηροσκητιώτη, καθὼς καὶ ἕνα πιστοποιητικὸ τοῦ ἐπισκόπου ᾿Αργυρουπόλεως Γρηγορίου πρὸς τὸν συνοδίτη Γρηγόριο, ὅπου τοῦ ἔδινε τὴν ἄδεια γιὰ τὴν ἀνακομιδὴ τοῦ λειψάνου τοῦ ὁσιομάρτυρος Εὐθυμίου. Τὰ ἔγγραφα αὐτὰ βρίσκονται ἐντὸς εἰδικῆς θήκης στὸ ᾿Αρχεῖο τῆς μονῆς ᾿Ιβήρων δυστυχῶς ὅμως δὲν σώζεται τὸ πρωτότυπο τῆς ἐπιστολῆς τοῦ ᾿Ακακίου στὸ ᾿Αρχεῖο τῆς Μονῆς, ἀλλὰ κάποιο ἀντίγραφό του. ῞Οτι πρόκειται περὶ ἀντιγράφου, διαπιστώνεται εὔκολα ἀπὸ τὴν ἀντιπαραβολὴ τοῦ κειμένου τῆς ἐπιστολῆς τοῦ ᾿Αρχείου καὶ τοῦ κειμένου ποὺ δημοσιεύθηκε ἀπὸ τὸν ᾿Ακάκιο τὸν Προδρομίτη, τὸ ὁποῖο εἶναι πλῆρες ἐνῶ ἀπὸ τὸ πρῶτο ἀπουσιάζει κάποια παράγραφος. Τὴν ἐπιστολὴ αὐτὴ παραθέτουμε στὸ τέλος ὁλοκληρωμένη θέτοντας μέσα σὲ ἀγκύλες τὸ κείμενο ποὺ ἀπουσιάζει στὸ ἀντίγραφο τοῦ ᾿Αρχείου. ῾Η ἐπιστολὴ αὐτή, πού γράφηκε λίγο πρὶν ἀπὸ τὸ μαρτύριό του, ἀπευθύνεται στὸ γέροντά του Νικηφόρο καὶ ἔχει ὡς θέμα της τὴν ἐνημέρωσή του περὶ τῆς ἀφίξεώς τους στὴν Κωνσταντινούπολη. Στὴ συνέχεια ὁ ᾿Ακάκιος ζητᾆ τὶς προσευχὲς τοῦ γέροντά του καθὼς καὶ τῶν λοιπῶν ἀδελφῶν γιὰ τὴν εὐόδωση τοῦ σκοποῦ του καὶ τέλος ἀπευθύνει τοὺς χαιρετισμούς του πρὸς ὅλους.
῞Ενα πρόβλημα ποὺ δημιουργήθηκε ἐξαιτίας τῆς ἐπιστολῆς σχετίζεται μὲ τὸ χρόνο τοῦ μαρτυρίου τοῦ ᾿Ακακίου, καθὼς σ᾿ ὅλα τὰ συναξάρια μνημονεύεται ὡς χρόνος ἀθλήσεώς του τὸ ἔτος 1815 πλὴν τῆς ἐπιστολῆς ποὺ μνημονεύει τὸ ἔτος 1816, τὸ ὁποῖο πρέπει νὰ θεωρηθεῖ καὶ τὸ ἀκριβέστερο. Καὶ αὐτὸ γιατὶ σύμφωνα μὲ τὴν πληροφορία ποὺ ἀντλοῦμε ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν ἐπιστολή, “Αὔριον λοιπὸν Παρασκευῇ, 28ῃ ᾿Απριλίου”, πρέπει νὰ ἀναφέρεται στὸ ἔτος 1816 ἐφ᾿ ὅσον ἡ 28η ᾿Απριλίου συνέπιπτε μὲ τὴν ἡμέρα Παρασκευὴ κατὰ τὸ ἔτος αὐτό.
᾿Επιστολὴ τοῦ ὁσιομάρτυρος ᾿Ακακίου
Πανοσιώτατέ μοι καὶ πνευματικέ μου πάτερ δουλικῶς σοῦ προσκυνῶ καὶ τὴν ἁγίαν δεξιάν σου ἀσπάζομαι.
Τὸ παρόν μου ταπεινὸν γράμμα δὲν εἶν᾿ εἰς ἄλλο τι εἰ μὴ εἰς τὸ νὰ ζητήσω τὴν εὐχήν σας καὶ διὰ νὰ μάθετε καὶ τὸ καλό μας κατευώδιο μὲ τὴν χάριν τοῦ ἁγίου Θεοῦ καὶ μὲ τὶς ἐδικές σας ἁγίες εὐχές. Κατευωδωθήκαμεν εἰς τὴν βασιλεύουσαν τῇ 24ῃ τοῦ ᾿Απριλίου μηνὸς [καὶ ἐμπήκαμεν μαζὶ μὲ τὸν γέροντά μου εἰς τὰ ἐργαστήρια τὰ χαβιαρτζίδικα, ὅπου καὶ ἄλλην φορὰν ἐμπῆκεν ὁ γέροντάς μου], καὶ ἐλπίζω μὲ τὴν χάριν τοῦ ἁγίου Θεοῦ καὶ τῆς Κυρίας μου βασίλισσας καὶ μὲ τὶς ἐδικές σου θερμὲς δεήσεις πρὸς τὸν Κύριον καὶ τῶν συναδέλφων μου νὰ λάβη τέλος κι ἡ ὑπόθεσίς μας.
Τοὺς συναδέλφους μου πολὺ τοὺς παρακαλῶ καὶ τοὺς χαιρετῶ, νὰ μὴ μὲ λησμονήσουν καὶ ἀκούγοντας τὸ μακάριόν μου τέλος νὰ εὐχαριστήσετε τὸν Κύριον ἡμῶν ᾿Ιησοῦν Χριστὸν καὶ τὴν Κυρίαν μου Βασίλισσαν καὶ νὰ δοξολογήσετε καὶ νὰ καταλύσετε ὅλη τὴν ἑβδομάδα ἐν χαρᾷ καὶ ἀγαλλιάσει ψυχῆς. Διὰ τοὺς κόπους ποὺ ἐδοκιμάσατε δι᾿ ἐμὲ μέχρι σήμερα ἐγὼ δὲν εἶμαι ἱκανὸς νὰ σᾆς εὐχαριστήσω, μόνον ὁ ἐπουράνιος βασιλεύς μου νὰ σᾆς ἀντιβραβεύση ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν καὶ νὰ μᾆς ἀξιώση ὁ Κύριος νὰ συγκατοικήσουμε ὁμοῦ. Καὶ ὅσοι ἀκόμη συνέδραμαν καὶ βοήθησαν εἰς αὐτὸ τὸ ἔργο ἂς λάβουν τὸ μισθό τους ἀπὸ τὸν ἐπουράνιο βασιλέα μου.
᾿Ακόμη ὅλους τοὺς ἁγίους πατέρας τῆς ἱερᾆς σκήτεώς μας εὐλαβῶς τοὺς προσκυνῶ, τὸν διδάσκαλό μου, τὸν γέροντα ᾿Ονούφριον τὸν ἀσπάζομαι, καὶ τοὺς συναδέλφους μου γέροντες, ᾿Ακάκιον, ᾿Ιάκωβον καὶ Καλλίνικον. Χαιρετίσματα καὶ εἰς τὸν διδάσκαλον Γαβριήλ. [Προσκυνήματα καὶ εἰς τὸν παπᾆ ᾿Αγαθάγγελον, ἀσπάζομαι τὴν δεξιάν του. Τὸν παπᾆ Δοσίθεον μετὰ τοῦ γέροντός του καὶ τῆς συνοδίας του προσκυνῶ, ὡς καὶ τὸν γείτονά μας τὸν Νεόφυτον μὲ τὴν συνοδίαν του. ᾿Ασπάζομαι ὁμοίως καὶ τὸν γέροντα Μιχαὴλ μὲ τὴν συνοδίαν του]. Ταῦτα γράφω ἐν συντομίᾳ γέροντά μου καὶ πνευματικέ μου. Αὔριο λοιπὸν Παρασκευὴ 28 ᾿Απριλίου μέλλω νὰ κινήσω εἰς τὸν δρόμον τῆς ἀθλήσεως καὶ εἴθε οἱ ἅγιες εὐχές σας νὰ μὲ βοηθήσουν. ᾿Αμήν.
ΑΚΑΚΙΟΣ, ὁσιομάρτυς († 1.5.1816)
῾Ο ὁσιομάρτυς ᾿Ακάκιος ἀνήκει σὲ μιὰ ὁμάδα νεομαρτύρων, οἱ ὁποῖοι ἂν καὶ εἶχαν ἐξομώσει σὲ νεαρὴ ἡλικία καὶ εἶχαν καταστεῖ ἀρνησίχριστοι, ἀργότερα συνειδητοποίησαν τὸ βαρὺ ἁμάρτημά τους, μετανόησαν καὶ κατέφυγαν στὸ ῞Αγιο ῎Ορος μὲ σκοπὸ τὴν προετοιμασία τους γιὰ τὸ ἑκούσιο μαρτύριο, μὲ τὸ ὁποῖο θὰ ἐπιβεβαίωναν καὶ ἔμπρακτα τὴν ἐπιστροφή τους στὴν ὀρθόδοξη πίστη.
῾Ο ᾿Αθανάσιος, αὐτὸ ἦταν τὸ κοσμικὸ ὄνομα τοῦ ᾿Ακακίου, καταγόταν ἀπὸ τὸ Νεοχώρι -σημερινὸ ᾿Ασβεστοχώρι- Θεσσαλονίκης. Οἱ γονεῖς του εἶχαν ἀναγκασθεῖ γιὰ βιοποριστικοὺς λόγους νὰ μετακομίσουν στὶς Σέρρες, ὅπου παρέδωσαν τὸν ἐννεάχρονο ᾿Αθανάσιο σὲ κάποιον ὑποδηματοποιὸ γιὰ νὰ τοῦ διδάξει τὴν τέχνη του. ῞Ομως ἡ σκληρὴ συμπεριφορά του καὶ ἡ κακομεταχείριση ἐξώθησαν τὸν ᾿Αθανάσιο στὴν ἐξόμωση γιὰ νὰ ἀπαλλαγεῖ ἀπὸ τὰ βάσανα. Στὴν πράξη του αὐτὴ τὸν προέτρεψαν καὶ δύο ὀθωμανές, οἱ ὁποῖες παρακολουθοῦσαν τὴν ἀπάνθρωπη συμπεριφορὰ τοῦ ἀφεντικοῦ του, καὶ ὑποσχόμενες μιὰ καλύτερη ζωὴ στὸν μικρὸ ᾿Αθανάσιο τὸν ἔπεισαν τὴν ἡμέρα τῆς Μ. Παρασκευῆς νὰ ἀλλαξοπιστήσει. Μωαμεθανὸς πλέον ὁ ᾿Αθανάσιος, υἱοθετήθηκε ἀπὸ τὸν Τοῦρκο ἡγεμόνα τῆς περιοχῆς ᾿Ισοὺφ Μπέη, στὸ σπίτι τοῦ ὁποίου παρέμεινε ἐπὶ ἐννέα χρόνια. Σὲ ἡλικία δεκαοκτὼ ἐτῶν ὁ ᾿Αθανάσιος δέχθηκε τὴν πονηρὴ ἐπίθεση τῆς μητριᾆς του, ἡ ὁποία καθὼς ἔβλεπε τὸν μικρὸ ᾿Αθανάσιο νὰ μεγαλώνει καὶ νὰ ἀνδρώνεται τὸν ἐρωτεύθηκε. ᾿Επειδὴ ὅμως αὐτὸς δὲν ὑποχώρησε καὶ δὲν ὑπέκυψε στὸ πάθος τῆς μητριᾆς του συκοφαντήθηκε ἀπ᾿ αὐτὴν στὸ θετὸ πατέρα του, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἐκδιωχθεῖ ἀπὸ αὐτόν. ᾿Εκμεταλλευόμενος αὐτὴν τὴν εὐκαιρία κατέφυγε στὴ Θεσσαλονίκη κοντὰ στοὺς γονεῖς του, οἱ ὁποῖοι εἶχαν ἐγκαταλείψει τὶς Σέρρες μόλις πληροφορήθηκαν τὴν ἐξόμωσή του. Στὸ πατρικό του σπίτι δὲν παρέμεινε γιὰ μεγάλο χρονικὸ διάστημα, φοβούμενος μήπως καταστεῖ γνωστὸ στὴ Θεσσαλονίκη τὸ γεγονὸς τῆς ἀρνήσεώς του καὶ τῆς προσχωρήσεώς του στὸ μωαμεθανισμὸ καὶ γίνει κατ᾿ αὐτὸν τὸν τρόπο ἡ αἰτία νὰ τιμωρηθοῦν καὶ οἱ γονεῖς του καὶ αὐτός. Γι᾿ αὐτό, ἀκολουθώντας τὶς συμβουλὲς τῶν γονέων του μετέβηκε στὸ ῞Αγιο ῎Ορος, ὅπου, ἀφοῦ περιπλανήθηκε σὲ ἀρκετὲς μονές, κατέληξε τελικὰ στὴ σκήτη τοῦ Τιμίου Προδρόμου, στὴ συνοδεία τοῦ γέροντος Νικηφόρου, ὁ ὁποῖος τὸν παρέδωσε ὡς ὑποτακτικὸ στὸ γέροντα ᾿Ακάκιο γιὰ νὰ τὸν προετοιμάσει γιὰ τὸ μαρτύριο, ὅπως εἶχε κάνει καὶ προηγουμένως μὲ τοὺς ὁσιομάρτυρες Εὐθύμιο καὶ ᾿Ιγνάτιο. Μετὰ ἀπὸ ἕνα διάστημα ἔντονης ἀσκήσεως, ὁ ᾿Αθανάσιος, ὁ ὁποῖος στὸ μεταξὺ διάστημα ἐκάρη μοναχὸς καὶ μετονομάσθηκε ᾿Ακάκιος, ἔχοντας τὶς εὐλογίες τῶν λοιπῶν γερόντων ξεκίνησε συνοδευόμενος ἀπὸ τὸν μοναχὸ Γρηγόριο, ὁ ὁποῖος εἶχε συνοδεύσει ἐνωρίτερα καὶ τοὺς δύο παραπάνω ὁσιομάρτυρες, γιὰ τὴν Κωνσταντινούπολη στὶς 10 ᾿Απριλίου. ῾Ο πλοίαρχος, ἄνθρωπος εὐλαβής, ὅταν ἔμαθε τὸ σκοπὸ τοῦ ταξιδιοῦ τοῦ ᾿Ακακίου ὑποσχέθηκε στὸν Γρηγόριο νὰ μεριμνήσει γιὰ τὴν ἐξαγορὰ τοῦ λειψάνου του μετὰ τὸ μαρτυρικό του τέλος καὶ νὰ τὸ ἐπανακομίσει ὁ ἴδιος στὸ ῞Αγιο ῎Ορος. ῞Υστερα ἀπὸ δεκατρεῖς ἡμέρες ἔφθασαν αἰσίως στὴν Κωνσταντινούπολη, ὅπου φιλοξενήθηκαν ἀπὸ κάποιον παντοπώλη, γνώριμο τοῦ Γρηγορίου. Τὸ Σάββατο 29 ᾿Απριλίου ὁ ᾿Ακάκιος, ἀφοῦ προετοιμάστηκε κατάλληλα λαμβάνοντας τὰ ῎Αχραντα μυστήρια, ντύθηκε μὲ ροῦχα τουρκικὰ καὶ μὲ τὴν καθοδήγηση τοῦ ἀδελφοῦ τοῦ καπετάνιου ἔφθασε στὸ κριτήριο, ὅπου ὁμολόγησε ἐνώπιον ὅλων τῶν παρισταμένων τὴν ἐπάνοδό του στὴν πρώτη του πίστη. ᾿Εξαιτίας αὐτῆς του τῆς ὁμολογίας κλείσθηκε στὴ φυλακή καθ᾿ ὅλη δὲ τὴ διάρκεια τῆς φυλακίσεώς του προσπάθησαν ἐπανειλημμένα εἴτε μὲ κολακεῖες καὶ ὑποσχέσεις, εἴτε μὲ βασανιστήρια καὶ ἐκφοβισμοὺς νὰ τὸν μεταπείσουν. ῞Ολα αὐτὰ ὅμως δὲν κατάφεραν νὰ τὸν κλονίσουν ἰδιαίτερα μάλιστα ἐνισχύθηκε καὶ προετοιμάσθηκε γιὰ νὰ ἀντιμετωπίσει τὸ μαρτύριο ὅταν ἔλαβε τὴ θεία Κοινωνία ποὺ τοῦ μετέφερε κρυφὰ στὴ φυλακὴ ὁ ἀδελφὸς τοῦ καπετάνιου. Οἱ Τοῦρκοι προύχοντες βλέποντας τὸ σταθερὸ φρόνημα τοῦ ᾿Ακακίου κατάλαβαν πὼς μάταια κοπιάζουν, γι᾿ αὐτὸ καὶ ἀποφάσισαν τὴ θανάτωσή του. ῎Ετσι, τὴν 1 Μαΐου, ἡμέρα Δευτέρα καὶ ώρα πέμπτη “εἰς τόπον καλούμενον Δακτυλόπορταν” ὁ ᾿Ακάκιος παρέδωσε διὰ τοῦ ξίφους τὸ πνεῦμα του. Τὴν τρίτη ἡμέρα, σύμφωνα μὲ τὴν ἐπικρατοῦσα συνήθεια, ὁ Γρηγόριος ἐξαγόρασε τὸ λείψανο τοῦ μάρτυρος μὲ χρήματα ποὺ συγκέντρωσε ἀπὸ τοὺς παντοπῶλες τοῦ Γαλατᾆ καὶ τὸ μετέφερε στὴ νῆσο Πρίγκηπο, ὅπου ἐπιβιβάστηκαν στὸ πλοῖο μὲ τὸ ὁποῖο εἶχαν ἔρθει στὴν Κωνσταντινούπολη, μὲ προορισμὸ τὸ ῞Αγιο ῎Ορος. Στὶς 9 Μαΐου ἀποβιβάστηκαν στὸ λιμενίσκο τῆς μονῆς ᾿Ιβήρων καὶ ἀπὸ ἐκεῖ μετέφεραν τὸ λείψανο στὴν Καλύβη τοῦ ἁγ. Νικολάου, ὅπου τὸ ἐνταφίασαν στὸ παρεκκλήσιο τῶν ὁσιομαρτύρων Εὐθυμίου καὶ ᾿Ιγνατίου μπροστὰ στὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας, σύμφωνα μὲ τὴν ἐπιθυμία τοῦ ὁσιομάρτυρος.
῾Η μνήμη τοῦ ὁσιομάρτυρος ᾿Ακακίου τιμᾆται τὴν 1η Μαΐου, ἡμέρα τοῦ μαρτυρίου του. Αὐτὴ τὴν ἡμέρα ὅμως ἐπιτελεῖται καὶ ἡ κοινὴ μνήμη τῶν τριῶν ὁσιομαρτύρων Εὐθυμίου τοῦ ἐκ Δημητσάνης, ᾿Ιγνατίου τοῦ ἐκ Παλαιᾆς Ζαγορᾆς καὶ τοῦ ᾿Ακακίου. ῾Ο καθορισμὸς κοινῆς μνήμης τῶν τριῶν ὁσιομαρτύρων δικαιολογεῖται ὡς ἑξῆς καὶ οἱ τρεῖς προῆλθαν ἀπὸ τὴ σκήτη τοῦ Τιμίου Προδρόμου τῆς μονῆς ᾿Ιβήρων, ἦταν πνευματικὰ τέκνα τοῦ πατρὸς Νικηφόρου τοῦ Προδρομίτη καὶ ὑποτακτικοὶ τοῦ ἴδιου γέροντα, τοῦ ᾿Ακακίου, καὶ τέλος μαρτύρησαν μὲ διαφορὰ πολὺ μικροῦ χρονικοῦ διαστήματος μεταξύ τους. ᾿Επίσης τὰ λείψανα καὶ τῶν τριῶν βρίσκονται θησαυρισμένα στὸ παρεκκλήσιο ποὺ τιμᾆται στὸ ὄνομά τους, στὴν Καλύβη τοῦ ἁγίου Νικολάου στὸ ῞Αγιο ῎Ορος. Τὰ Μαρτύρια καὶ τῶν τριῶν, τῶν ὁποίων τὸ κείμενο εἶναι ἐξαιρετικὰ ἐπιμελημένο χωρὶς ὅμως νὰ εἶναι καὶ ἐξεζητημένο, συνέταξε ὁ λόγιος μοναχὸς ᾿Ονούφριος ὁ ᾿Ιβηρίτης. ῾Ο ἴδιος μοναχὸς συνέθεσε καὶ ᾿Ακολουθία πρὸς τιμήν τους τὰ κείμενα αὐτὰ ἐκδόθηκαν τὸ 1862 στὴν ᾿Αθήνα ἀπὸ τὸν ᾿Ακάκιο τὸν Προδρομίτη. Τρεῖς Κανόνες ποὺ συνέθεσε πρὸς τιμήν τους ὁ γνωστὸς ἁγιορείτης ὑμνογράφος τοῦ περασμένου αἰώνα, μοναχὸς ᾿Ιάκωβος ὁ Νεασκητιώτης, σώζονται στὸν ὑπ᾿ ἀριθμ. 139 κώδικα τοῦ Κυριακοῦ τῆς Σκήτης τῶν Καυσοκαλυβίων, ἐνῶ τὸ ἰδιαίτερο μαρτύριο τοῦ ὁσιομάρτυρος ᾿Ακακίου συνέγραψε ὁ μητροπολίτης Καισαρείας Μελέτιος.
Τέλος, ὁ ᾿Ακάκιος ὁ Προδρομίτης δημοσίευσε μία ἐπιστολὴ τοῦ ᾿Ακακίου μαζὶ μὲ ἄλλα πέντε γράμματα τοῦ Εὐθυμίου τοῦ ᾿Ιβηροσκητιώτη, καθὼς καὶ ἕνα πιστοποιητικὸ τοῦ ἐπισκόπου ᾿Αργυρουπόλεως Γρηγορίου πρὸς τὸν συνοδίτη Γρηγόριο, ὅπου τοῦ ἔδινε τὴν ἄδεια γιὰ τὴν ἀνακομιδὴ τοῦ λειψάνου τοῦ ὁσιομάρτυρος Εὐθυμίου. Τὰ ἔγγραφα αὐτὰ βρίσκονται ἐντὸς εἰδικῆς θήκης στὸ ᾿Αρχεῖο τῆς μονῆς ᾿Ιβήρων δυστυχῶς ὅμως δὲν σώζεται τὸ πρωτότυπο τῆς ἐπιστολῆς τοῦ ᾿Ακακίου στὸ ᾿Αρχεῖο τῆς Μονῆς, ἀλλὰ κάποιο ἀντίγραφό του. ῞Οτι πρόκειται περὶ ἀντιγράφου, διαπιστώνεται εὔκολα ἀπὸ τὴν ἀντιπαραβολὴ τοῦ κειμένου τῆς ἐπιστολῆς τοῦ ᾿Αρχείου καὶ τοῦ κειμένου ποὺ δημοσιεύθηκε ἀπὸ τὸν ᾿Ακάκιο τὸν Προδρομίτη, τὸ ὁποῖο εἶναι πλῆρες ἐνῶ ἀπὸ τὸ πρῶτο ἀπουσιάζει κάποια παράγραφος. Τὴν ἐπιστολὴ αὐτὴ παραθέτουμε στὸ τέλος ὁλοκληρωμένη θέτοντας μέσα σὲ ἀγκύλες τὸ κείμενο ποὺ ἀπουσιάζει στὸ ἀντίγραφο τοῦ ᾿Αρχείου. ῾Η ἐπιστολὴ αὐτή, πού γράφηκε λίγο πρὶν ἀπὸ τὸ μαρτύριό του, ἀπευθύνεται στὸ γέροντά του Νικηφόρο καὶ ἔχει ὡς θέμα της τὴν ἐνημέρωσή του περὶ τῆς ἀφίξεώς τους στὴν Κωνσταντινούπολη. Στὴ συνέχεια ὁ ᾿Ακάκιος ζητᾆ τὶς προσευχὲς τοῦ γέροντά του καθὼς καὶ τῶν λοιπῶν ἀδελφῶν γιὰ τὴν εὐόδωση τοῦ σκοποῦ του καὶ τέλος ἀπευθύνει τοὺς χαιρετισμούς του πρὸς ὅλους.
῞Ενα πρόβλημα ποὺ δημιουργήθηκε ἐξαιτίας τῆς ἐπιστολῆς σχετίζεται μὲ τὸ χρόνο τοῦ μαρτυρίου τοῦ ᾿Ακακίου, καθὼς σ᾿ ὅλα τὰ συναξάρια μνημονεύεται ὡς χρόνος ἀθλήσεώς του τὸ ἔτος 1815 πλὴν τῆς ἐπιστολῆς ποὺ μνημονεύει τὸ ἔτος 1816, τὸ ὁποῖο πρέπει νὰ θεωρηθεῖ καὶ τὸ ἀκριβέστερο. Καὶ αὐτὸ γιατὶ σύμφωνα μὲ τὴν πληροφορία ποὺ ἀντλοῦμε ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν ἐπιστολή, “Αὔριον λοιπὸν Παρασκευῇ, 28ῃ ᾿Απριλίου”, πρέπει νὰ ἀναφέρεται στὸ ἔτος 1816 ἐφ᾿ ὅσον ἡ 28η ᾿Απριλίου συνέπιπτε μὲ τὴν ἡμέρα Παρασκευὴ κατὰ τὸ ἔτος αὐτό.
᾿Επιστολὴ τοῦ ὁσιομάρτυρος ᾿Ακακίου
Πανοσιώτατέ μοι καὶ πνευματικέ μου πάτερ δουλικῶς σοῦ προσκυνῶ καὶ τὴν ἁγίαν δεξιάν σου ἀσπάζομαι.
Τὸ παρόν μου ταπεινὸν γράμμα δὲν εἶν᾿ εἰς ἄλλο τι εἰ μὴ εἰς τὸ νὰ ζητήσω τὴν εὐχήν σας καὶ διὰ νὰ μάθετε καὶ τὸ καλό μας κατευώδιο μὲ τὴν χάριν τοῦ ἁγίου Θεοῦ καὶ μὲ τὶς ἐδικές σας ἁγίες εὐχές. Κατευωδωθήκαμεν εἰς τὴν βασιλεύουσαν τῇ 24ῃ τοῦ ᾿Απριλίου μηνὸς [καὶ ἐμπήκαμεν μαζὶ μὲ τὸν γέροντά μου εἰς τὰ ἐργαστήρια τὰ χαβιαρτζίδικα, ὅπου καὶ ἄλλην φορὰν ἐμπῆκεν ὁ γέροντάς μου], καὶ ἐλπίζω μὲ τὴν χάριν τοῦ ἁγίου Θεοῦ καὶ τῆς Κυρίας μου βασίλισσας καὶ μὲ τὶς ἐδικές σου θερμὲς δεήσεις πρὸς τὸν Κύριον καὶ τῶν συναδέλφων μου νὰ λάβη τέλος κι ἡ ὑπόθεσίς μας.
Τοὺς συναδέλφους μου πολὺ τοὺς παρακαλῶ καὶ τοὺς χαιρετῶ, νὰ μὴ μὲ λησμονήσουν καὶ ἀκούγοντας τὸ μακάριόν μου τέλος νὰ εὐχαριστήσετε τὸν Κύριον ἡμῶν ᾿Ιησοῦν Χριστὸν καὶ τὴν Κυρίαν μου Βασίλισσαν καὶ νὰ δοξολογήσετε καὶ νὰ καταλύσετε ὅλη τὴν ἑβδομάδα ἐν χαρᾷ καὶ ἀγαλλιάσει ψυχῆς. Διὰ τοὺς κόπους ποὺ ἐδοκιμάσατε δι᾿ ἐμὲ μέχρι σήμερα ἐγὼ δὲν εἶμαι ἱκανὸς νὰ σᾆς εὐχαριστήσω, μόνον ὁ ἐπουράνιος βασιλεύς μου νὰ σᾆς ἀντιβραβεύση ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν καὶ νὰ μᾆς ἀξιώση ὁ Κύριος νὰ συγκατοικήσουμε ὁμοῦ. Καὶ ὅσοι ἀκόμη συνέδραμαν καὶ βοήθησαν εἰς αὐτὸ τὸ ἔργο ἂς λάβουν τὸ μισθό τους ἀπὸ τὸν ἐπουράνιο βασιλέα μου.
᾿Ακόμη ὅλους τοὺς ἁγίους πατέρας τῆς ἱερᾆς σκήτεώς μας εὐλαβῶς τοὺς προσκυνῶ, τὸν διδάσκαλό μου, τὸν γέροντα ᾿Ονούφριον τὸν ἀσπάζομαι, καὶ τοὺς συναδέλφους μου γέροντες, ᾿Ακάκιον, ᾿Ιάκωβον καὶ Καλλίνικον. Χαιρετίσματα καὶ εἰς τὸν διδάσκαλον Γαβριήλ. [Προσκυνήματα καὶ εἰς τὸν παπᾆ ᾿Αγαθάγγελον, ἀσπάζομαι τὴν δεξιάν του. Τὸν παπᾆ Δοσίθεον μετὰ τοῦ γέροντός του καὶ τῆς συνοδίας του προσκυνῶ, ὡς καὶ τὸν γείτονά μας τὸν Νεόφυτον μὲ τὴν συνοδίαν του. ᾿Ασπάζομαι ὁμοίως καὶ τὸν γέροντα Μιχαὴλ μὲ τὴν συνοδίαν του]. Ταῦτα γράφω ἐν συντομίᾳ γέροντά μου καὶ πνευματικέ μου. Αὔριο λοιπὸν Παρασκευὴ 28 ᾿Απριλίου μέλλω νὰ κινήσω εἰς τὸν δρόμον τῆς ἀθλήσεως καὶ εἴθε οἱ ἅγιες εὐχές σας νὰ μὲ βοηθήσουν. ᾿Αμήν.
«Πάροικος εγώ εἰμι ἐν τῇ γῇ. Μὴ ἀποκρύψῃς ἀπ᾿ ἐμοῦ τὰς ἐντολάς Σου»
Re: Θεσσαλονικείς Άγιοι
5 Μαΐου
ΕΙΡΗΝΑΙΟΣ, ΠΕΡΕΓΡΙΝΟΣ καὶ ΕΙΡΗΝΗ, μάρτυρες
Οἱ μάρτυρες Εἰρηναῖος, Περεγρῖνος καὶ Εἰρήνη συνιστοῦν μία ἄγνωστη τριάδα ἁγίων τῆς Θεσσαλονίκης, ἀφοῦ ἡ μνήμη τους, καταγεγραμμένη στὶς παλαιὲς Συναξαριακὲς συλλογὲς τῆς Δυτικῆς ᾿Εκκλησίας, διέλαθε τῆς προσοχῆς ὅσων συνέταξαν καταλόγους τῶν ἁγίων τῆς Θεσσαλονίκης.
῾Η ἀναγραφὴ τῶν ὀνομάτων τους τόσο στὸ ῾Ιερωνυμικὸ ὅσο καὶ στὸ Ρωμαϊκὸ Μαρτυρολόγιο, ἐμφανίζει ἀρκετὲς παραλλαγὲς στοὺς λατινικοὺς κώδικες αὐτῶν τῶν συναξαρίων, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ διατυπώνονται ἀπὸ τοὺς ἐκδότες τους ποικίλες ὑποθέσεις, ποὺ ἀμφισβητοῦν τὸ μαρτύριο τοῦ Εἰρηναίου καὶ τοῦ Περεγρίνου στὴ Θεσσαλονίκη ἢ ταυτίζουν τὴν Εἰρήνη μὲ τὴ μεγαλομάρτυρα Εἰρήνη, τῆς ὁποίας ἡ μνήμη ἀναγράφεται στὸ Κωνσταντινουπολιτικὸ Συναξάριο τὴν προηγούμενη ἡμέρα, ἢ μὲ τὴν Εἰρήνη ποὺ μαρτύρησε στὴ Θεσσαλονίκη μαζὶ μὲ τὶς μάρτυρες ᾿Αγάπη καὶ Χιονία (16 ᾿Απριλίου).
῾Ωστόσο ἡ πλειοψηφία τῶν κωδίκων, καθὼς καὶ δυτικὰ ἁγιολογικὰ ὑπομνήματα ποὺ συντάχθηκαν γιὰ τοὺς τρεῖς μάρτυρες, τοὺς χαρακτηρίζουν ρητὰ ὡς ἁγίους τῆς Θεσσαλονίκης. Σύμφωνα μὲ τὰ στοιχεῖα ποὺ ἀντλοῦμε ἀπὸ αὐτὰ τὰ ὑπομνήματα, οἱ ἅγιοι Εἰρηναῖος, Περεγρῖνος καὶ Εἰρήνη ἡ παρθένος ἄθλησαν ἐπὶ Διοκλητιανοῦ, ἀρνούμενοι νὰ θυσιάσουν στὰ εἴδωλα· μαρτύρησαν διὰ πυρὸς καὶ χαρακτηρίζονται ὡς “ἔνδοξοι μάρτυρες τῆς Θεσσαλονίκης τῆς Μακεδονίας”.
ΕΙΡΗΝΑΙΟΣ, ΠΕΡΕΓΡΙΝΟΣ καὶ ΕΙΡΗΝΗ, μάρτυρες
Οἱ μάρτυρες Εἰρηναῖος, Περεγρῖνος καὶ Εἰρήνη συνιστοῦν μία ἄγνωστη τριάδα ἁγίων τῆς Θεσσαλονίκης, ἀφοῦ ἡ μνήμη τους, καταγεγραμμένη στὶς παλαιὲς Συναξαριακὲς συλλογὲς τῆς Δυτικῆς ᾿Εκκλησίας, διέλαθε τῆς προσοχῆς ὅσων συνέταξαν καταλόγους τῶν ἁγίων τῆς Θεσσαλονίκης.
῾Η ἀναγραφὴ τῶν ὀνομάτων τους τόσο στὸ ῾Ιερωνυμικὸ ὅσο καὶ στὸ Ρωμαϊκὸ Μαρτυρολόγιο, ἐμφανίζει ἀρκετὲς παραλλαγὲς στοὺς λατινικοὺς κώδικες αὐτῶν τῶν συναξαρίων, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ διατυπώνονται ἀπὸ τοὺς ἐκδότες τους ποικίλες ὑποθέσεις, ποὺ ἀμφισβητοῦν τὸ μαρτύριο τοῦ Εἰρηναίου καὶ τοῦ Περεγρίνου στὴ Θεσσαλονίκη ἢ ταυτίζουν τὴν Εἰρήνη μὲ τὴ μεγαλομάρτυρα Εἰρήνη, τῆς ὁποίας ἡ μνήμη ἀναγράφεται στὸ Κωνσταντινουπολιτικὸ Συναξάριο τὴν προηγούμενη ἡμέρα, ἢ μὲ τὴν Εἰρήνη ποὺ μαρτύρησε στὴ Θεσσαλονίκη μαζὶ μὲ τὶς μάρτυρες ᾿Αγάπη καὶ Χιονία (16 ᾿Απριλίου).
῾Ωστόσο ἡ πλειοψηφία τῶν κωδίκων, καθὼς καὶ δυτικὰ ἁγιολογικὰ ὑπομνήματα ποὺ συντάχθηκαν γιὰ τοὺς τρεῖς μάρτυρες, τοὺς χαρακτηρίζουν ρητὰ ὡς ἁγίους τῆς Θεσσαλονίκης. Σύμφωνα μὲ τὰ στοιχεῖα ποὺ ἀντλοῦμε ἀπὸ αὐτὰ τὰ ὑπομνήματα, οἱ ἅγιοι Εἰρηναῖος, Περεγρῖνος καὶ Εἰρήνη ἡ παρθένος ἄθλησαν ἐπὶ Διοκλητιανοῦ, ἀρνούμενοι νὰ θυσιάσουν στὰ εἴδωλα· μαρτύρησαν διὰ πυρὸς καὶ χαρακτηρίζονται ὡς “ἔνδοξοι μάρτυρες τῆς Θεσσαλονίκης τῆς Μακεδονίας”.
«Πάροικος εγώ εἰμι ἐν τῇ γῇ. Μὴ ἀποκρύψῃς ἀπ᾿ ἐμοῦ τὰς ἐντολάς Σου»
Re: Θεσσαλονικείς Άγιοι
11 Μαΐου
ΚΥΡΙΛΛΟΣ καὶ ΜΕΘΟΔΙΟΣ,
αὐτάδελφοι, (827-869), (820-886)
φωτισταὶ τῶν σλαβικῶν λαῶν, ἰσαπόστολοι
῾Η Θεσσαλονίκη κατὰ τὸν 9ο αἰῶνα μ.Χ. ἦταν μιὰ μεγαλόπολις, γεμάτη ἐμπορικὴ κίνησι, κοινωνικὴ ζωὴ καὶ πνευματικὴ ἄνθησι. Περιβαλλόταν ἀπὸ ἀπρόσβλητα τείχη καὶ δυνατοὺς προβόλους. Πλήθη λαοῦ κατέκλυζαν τὴ μεγάλη λεωφόρο ποὺ ἐχώριζε τὴν πόλι σὲ δύο τμήματα, αὐτὴν ποὺ συμπίπτει σχεδὸν μὲ τὴν ᾿Εγνατία ὁδὸ τῆς σημερινῆς πόλεως. Μὲ τὴν οἰκονομική της ἄνθησι εἶχε καταστῆ κέντρο ἕλξεως τοῦ ἐνδιαφέροντος τῶν ἐμπόρων καὶ τῆς ἁρπακτικῆς διαθέσεως τῶν πειρατῶν ἀπὸ τὰ πέρατα τῆς γῆς.
Μεγαλοπρεπεῖς ναοὶ καὶ ἐπιβλητικὰ δημόσια κτίρια ἐστόλιζαν τὶς πλατεῖες της κι ἐδέχονταν τὰ πλήθη ποὺ ἤθελαν νὰ ἱκανοποιήσουν τὶς θρησκευτικὲς καὶ κοινωνικές τους ἀνάγκες. Τὸ πρῶτο ἥμισυ τοῦ ἐνάτου αἰῶνος εἶχαν τιμήσει τὸν ἀρχιεπισκοπικό της θρόνο δυὸ διάσημοι ἄνδρες ἀπὸ ξένες ἐπαρχίες· ὁ ᾿Ιωσὴφ ὁ Στουδίτης καὶ ὁ Λέων ὁ Μαθηματικός, ὁ ἐν συνεχείᾳ πρύτανις τοῦ πανεπιστημίου Κωνσταντινουπόλεως. ᾿Ανῆκαν σὲ διαφορετικὰ θρησκευτικὰ στρατόπεδα, ὁ ἕνας εἰκονόφιλος κι ὁ ἄλλος εἰκονομάχος, ἀλλὰ ἦσαν κι οἱ δυὸ ἐξ ἴσου διαπρεπεῖς στὶς πνευματικὲς κι ἐπιστημονικὲς ἀσχολίες τους.
᾿Αλλὰ βέβαια τὸν φωτεινὸ στέφανο δόξας τῆς Θεσσαλονίκης ἔπλεξαν τότε τὰ δύο δικά της τέκνα: ὁ Κύριλλος καὶ ὁ Μεθόδιος.
ΤΟ ΝΕΑΝΙΚΟ ΣΤΑΔΙΟ
Οἱ γονεῖς τῶν δύο ἀδελφῶν, τῶν ὁποίων τὰ κοσμικὰ ὀνόματα ἦσαν Μιχαὴλ καὶ Κωνσταντῖνος, ἦσαν εὐγενοῦς καὶ ἐπίσημης καταγωγῆς. ῾Ο πατέρας τους Λέων ὑπηρετοῦσε στὴ Θεσσαλονίκη ὡς δρουγγάριος, δηλαδὴ ὡς χιλίαρχος, καὶ φαίνεται ὅτι ἀργότερα προήχθηκε σὲ στρατηγό. ῍Αν αὐτὸ συνέβηκε πραγματικά, τότε συγκέντρωσε στὰ χέρια του τὴν πολιτικὴ καὶ στρατιωτικὴ ἐξουσία τῆς Μακεδονίας. Εἶχαν ἑπτὰ παιδιά, τῶν ὁποίων τελευταῖο ἦταν ὁ Κωνσταντῖνος ποὺ ἐγεννήθηκε τὸ 827. ῾Ο Μιχαήλ, ποὺ ἀργότερα ἐπρόκειτο νὰ πάρη τὸ ὄνομα Μεθόδιος, εἶχε γεννηθῆ ἴσως τὸ 820. ῾Η ἀτμόσφαιρα εὐσεβείας, ἡ ὁποία ἐπικρατοῦσε στὸν οἶκο τοῦ Λέοντος, ἔδωσε στοὺς δύο ἀδελφοὺς τὴν πρώτη ὤθησι πρὸς τὶς πνευματικὲς ἐνασχολήσεις. ῾Η συμμετοχή τους στὴ λατρευτικὴ ζωὴ τῆς ᾿Εκκλησίας ἐκαλλιέργησε κι ἐξευγένισε τὸν χαρακτῆρα τους.
῾Ο Μιχαὴλ εἶχε τελειώσει τὶς σπουδές του, ὅταν ἀπέθανε ὁ πατέρας τους. Εἶχε παρακολουθήσει πρόγραμμα μαθημάτων, ἐγκυκλίων ἀλλὰ καὶ εἰδικῶν, τὰ ὁποῖα προωρίζονταν γιὰ τοὺς καταρτιζομένους μὲ σκοπὸ νὰ ἐπιδιώξουν θέσι στὴν ἀνώτερη κρατικὴ ὑπαλληλία. ᾿Απὸ τὴν αὐτοκράτειρα Θεοδώρα, ποὺ σύμφωνα μὲ κάποια ἄποψη ἦταν συγγενὴς τῶν γονέων του, διωρίσθηκε ἔπαρχος σὲ μιὰ “Σκλαβηνία”, πιθανῶς γύρω στὸ 845.
῞Οπως εἶναι γνωστό, ὁμάδες Σλάβων εἶχαν ἀρχίσει νὰ διεισδύουν στὰ ἐδάφη τῆς βυζαντινῆς αὐτοκρατορίας ἀπὸ τὶς ἀρχὲς τοῦ ἑβδόμου αἰῶνος. ᾿Ωργανωμένοι σὲ πατριὲς κατέβαιναν πρὸς τὰ κάτω, γιὰ νὰ ἐγκατασταθοῦν σὲ μέρη θερμότερα, ποὺ θὰ εὕρισκαν ἀκατοίκητα ἢ ὀλιγοκατοίκητα. Οἱ ῞Ελληνες κάτοικοι, διακρινόμενοι ἀπὸ τότε γιὰ τὴν ἀστυφιλία, ἦσαν συγκεντρωμένοι μέσα στὶς ὠχυρωμένες πόλεις καὶ στοὺς παραλιακοὺς οἰκισμούς, κι ἔτσι ἀπέφευγαν τὶς ἐπιδρομές, ἀλλὰ καὶ τὶς βαρειὲς γεωργικὲς ἐργασίες. ῾Η ὕπαιθρος χώρα λοιπὸν ἦταν πολὺ ἀραιοκατοικημένη, καὶ οἱ Σλάβοι μποροῦσαν νὰ ἐγκατασταθοῦν μὲ τὰ ποίμνιά τους σὲ ἀρκετὲς περιοχές. ῾Η βυζαντινὴ ἐξουσία τοὺς ἔθεσε κάτω ἀπὸ τὸν ἔλεγχό της πολὺ ἐνωρίς, ἐκτὸς ἀπὸ τὶς περιοχὲς ποὺ εὑρίσκονται βορείως τῆς γραμμῆς Δυρραχίου, Στόβων καὶ Φιλιππουπόλεως. Τοὺς κατηύθυνε σὲ τόπους ποὺ αὐτὴ ἤθελε, κυρίως σ᾿ ἐρημωμένους χώρους ἢ σὲ περάσματα. ᾿Ωργάνωσε γι᾿ αὐτοὺς ἰδιαίτερες διοικήσεις, ποὺ ὠνομάσθηκαν Σκλαβηνίες, καὶ διώριζε σ᾿ αὐτὲς βυζαντινοὺς ἀξιωματούχους.
Σὲ μιὰ τέτοια ἐπαρχία τῆς αὐτοκρατορίας, κατοικούμενη ἀπὸ ἀνάμικτους, ἑλληνικοὺς καὶ σλαβικοὺς πληθυσμούς, μὲ ἰδιαίτερη ὅμως συγκέντρωση τῶν τελευταίων, διωρίσθηκε διοικητὴς ὁ Μιχαήλ, ὁ ὁποῖος ἐκεῖ ἐπιδόθηκε στὴν ἐκμάθησι τῆς σλαβικῆς γλώσσας τῆς ὁποίας στοιχεῖα ἐγνώριζε κιόλας ἀπὸ ὑπηρέτες του σλαβικῆς καταγωγῆς. ῎Επειτα ἀπὸ μερικὰ χρόνια ἐγκατέλειψε τοῦτο τὸ ἀξίωμα, γιὰ ν᾿ ἀποσυρθῆ στὸν ῎Ολυμπο τῆς Βιθυνίας, τὸ ὄρος ποὺ κατὰ τὸν ἔνατο αἰῶνα ἦταν ὅ,τι ἐπρόκειτο νὰ γίνη λίγο ἀργότερα ὁ ῎Αθως· ὄρος τῶν μοναχῶν ἱερό. ᾿Εγκαταστάθηκε λοιπὸν σ᾿ ἕνα ἀπὸ τὰ μοναστήρια του κι ἐπιδόθηκε μὲ ζῆλο στὴν ἄσκησι, τὴν προσευχὴ καὶ τὴ μελέτη τῆς θεολογίας. ᾿Απὸ τότε εἶναι γνωστὸς μὲ τὸ μοναχικό του ὄνομα· Μεθόδιος.
῾Ο Κωνσταντῖνος, ποὺ ἐπρόκειτο νὰ μετονομασθῆ σὲ Κύριλλο μόλις κατὰ τὶς τελευταῖες ἡμέρες τῆς ζωῆς του, ἐπέδειξε ἀπὸ μικρὴ ἡλικία ἀξιόλογη ἱκανότητα στὴ μάθηση. Σὲ ἡλικία 14 ἐτῶν, ὅσο ἦταν ὅταν ἐπέθανε ὁ πατέρας του, ἐγνώριζε ἀπὸ μνήμης τὰ συγγράμματα τοῦ Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου. ῏Ηταν τὸ ἔτος 841. ᾿Αργότερα μετέβηκε στὴν πρωτεύουσα, τὴν Κωνσταντινούπολι, γιὰ νὰ συνεχίση τὶς σπουδές του στὸ ἐκεῖ πανεπιστήμιο, τὸ ὁποῖο μόλις πρὸ ὀλίγου εἶχε ἀναδιοργανωθῆ καὶ ἐλειτουργοῦσε ὑπὸ τὴ διεύθυνσι τοῦ διακεκριμένου ἐπιστήμονος Λέοντος τοῦ Μαθηματικοῦ, πρώην ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης, ὅπως εἴδαμε. Εἶχε προσκληθῆ ἀπὸ τὸν λογοθέτη τοῦ δρόμου, δηλαδὴ πρωθυπουργό, Θεόκτιστο, ποὺ τὸν ἐφιλοξένησε στὸν οἶκο του καὶ τὸν προστάτευσε ἕως τὸ τέλος τῶν σπουδῶν του, καθὼς καὶ στὰ πρῶτα χρόνια τῆς σταδιοδρομίας του.
Κοντὰ στὸν Λέοντα καὶ τὸν Φώτιο ἐσπούδασε τὰ μαθηματικὰ καὶ τὴ φιλοσοφία μαζὶ μὲ τὰ ἄλλα συγγενῆ μαθήματα, ἀλλὰ εἶχε ἰδιαίτερη ἐπίδοσι στὴ γλωσσομάθεια, ὥστε ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἑλληνικὴ ἐξέμαθε τὴ σλαβική, συριακή, ἑβραϊκή, σαμαρειτική, ἀραβική, χαζαρικὴ (τουρκική), λατινική, πιθανῶς ὅμως καὶ ἄλλες γλῶσσες.
᾿Αντίθετα ἀπὸ τὸν ἀδελφό του, ὁ Κωνσταντῖνος δὲν ἐγκατέλειψε τὴν πρωτεύουσα, ἂν καὶ κάποια στιγμὴ ἐσκέφθηκε νὰ τὸν μιμηθῆ ἀναχωρώντας σὲ ἀσκητήριο τοῦ Βοσπόρου. ῾Ο Θεόκτιστος, ποὺ εἶχε ἀπογοητευθεῖ ἀπὸ τὴν ἄρνησι τοῦ νεαροῦ ἐπιστήμονος νὰ δεχθῆ σὲ γάμο τὴ θετή του θυγατέρα, ἐφοβόταν μήπως χάσουν ἀπὸ τὴν ὑπηρεσία τους ἕνα πρόσωπο τέτοιας ἀξίας. Εἶπε λοιπὸν πρὸς τὴν αὐτοκράτειρα Θεοδώρα. “Αὐτὸς ὁ νεαρὸς φιλόσοφος περιφρονεῖ τὸν κόσμο. ᾿Αλλὰ δὲν πρέπει νὰ τὸν ἀφήσωμε νὰ φύγη ἀπὸ κοντά μας. ῍Ας τὸν χειροτονήσωμε λοιπόν, γιὰ νὰ τοῦ δώσωμε τὸ ἀξίωμα τοῦ πατριαρχικοῦ βιβλιοφύλακος στὸ ναὸ τῆς ῾Αγίας Σοφίας” (Βίος Κωνσταντίνου, 4).
Πρέπει νὰ ἐπῆρε αὐτὴ τὴ θέσι, μαζὶ μὲ τὸν βαθμὸ τοῦ διακόνου, τὸ 850. Τὸ ἑπόμενο ἔτος ἀναδείχθηκε σὲ καθηγητὴ τῆς φιλοσοφίας στὸ Πανεπιστήμιο τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ὡς διάδοχος τοῦ διδασκάλου του Φωτίου, ποὺ παραιτήθηκε ὅταν ἀνέλαβε τὸ ἀξίωμα τοῦ ἀρχιγραμματέως τοῦ κράτους, πρωτασηκρῆτις.
ΟΙ ΠΡΩΤΕΣ ΑΠΟΣΤΟΛΕΣ
Τὸ ἑλληνικὸ Βυζάντιο ἐδῶ καὶ διακόσια χρόνια, εὑρισκόταν σὲ κατάστασι συμπτύξεως, ἡ ὁποία ὀφειλόταν σὲ τρεῖς λόγους. Πρῶτον, στὶς ἀδιάκοπες ἐπιθέσεις βαρβαρικῶν φύλων, ἰδίως ἀπὸ τὸ νότο καὶ τὸ βορρᾆ, ποὺ ἀποτελοῦσαν αἰτίες συνεχοῦς αἱμορραγίας. Δεύτερον, στὴ μόνιμη ἀποφυγὴ τοῦ Βυζαντίου νὰ κατακτήση ξένα ἐδάφη, προερχόμενη ἀπὸ τὴν ἐπιθυμία του νὰ μὴ εἶναι μόνο διατηρητὴς τῆς πατρογονικῆς πολιτιστικῆς καὶ θρησκευτικῆς κληρονομίας, ἀλλὰ καὶ εἰρηνικὸς μεταδότης πρὸς τὰ ἔξω· καὶ κυρίως ἀπὸ τὴν ἐπιθυμία του νὰ τηρῆ τὴν χριστιανικὴ ἐντολὴ περὶ τῆς εἰρήνης. Τρίτον, στὴν ἑκατονταετῆ ἐσωτερικὴ ἔριδα ᾿Εκκλησίας καὶ πολιτείας γύρω ἀπὸ τὸ θέμα τῶν εἰκόνων.
Τὴν κατάστασι αὐτὴ ἐκμεταλλεύθηκαν, ὅπως εἶναι εὔλογο, οἱ ξένοι λαοί, κυρίως οἱ βαρβαρικοί, μὲ ἀποτέλεσμα ἡ μὲν αὐτοκρατορία νὰ συρρικνωθῆ, ὁ δὲ Χριστιανισμὸς νὰ χάση σημαντικὸ ἔδαφος στὴν ᾿Αφρικὴ καὶ τὴν ᾿Ασία.
Σύμφωνα μὲ τὸν Βίο τοῦ Κωνσταντίνου, οἱ ῎Αραβες μὲ τὴν προκλητικότητά τους εἶχαν διαμηνύσει στοὺς Βυζαντινοὺς ὅτι εἶναι ἕτοιμοι νὰ συζητήσουν τὸ θέμα τῆς τριαδικότητος τοῦ Θεοῦ. ῾Η βυζαντινὴ ἀποστολὴ ἀνατέθηκε στὸν Κωνσταντῖνο καὶ ἀπέβλεπε στὴ βελτίωση τῆς θέσεως τῶν ἐκεῖ χριστιανῶν διὰ συζητήσεων ἐμπρὸς στὸν χαλίφη Μουταβακήλ.
Πρέπει ὅμως νὰ σημειώσωμε ὅτι ἡ ἀποστολὴ δὲν ἦταν μόνο θρησκευτική· διότι στὸν Βίο σημειώνεται ὅτι ἦταν μαζὶ μὲ τὸν Κωνσταντῖνο καὶ ἕνας ἀσηκρῆτις, δηλαδὴ γραμματεὺς τῆς αὐτοκρατορίας, ὁ Γεώργιος, ἢ κατὰ μία ἄλλη παραλλαγὴ τοῦ κειμένου τοῦ Βίου ἕνας ἀσηκρῆτις, ποὺ μπορεῖ νὰ ἦταν ὁ πρωτασηκρῆτις Φώτιος, καὶ κάποιος Γεώργιος. ᾿Επρόκειτο λοιπὸν γιὰ μιὰ ἀποστολὴ ποὺ θὰ συζητοῦσε γενικὰ τὰ προβλήματα τῶν σχέσεων μεταξὺ Βυζαντίου καὶ ἀραβικοῦ Χαλιφάτου· ὁ Κωνσταντῖνος θὰ ἐκάλυπτε τὰ θρησκευτικὰ θέματα, ὁ Γεώργιος θὰ εἶχε τὴν εὐθύνη γιὰ τὰ σχετικὰ μὲ τοὺς αἰχμαλώτους καὶ ὁ Φώτιος θὰ συντόνιζε ὅλο τὸ ἔργο. Πρωτεύουσα τοῦ Χαλιφάτου γιὰ πολλὰ χρόνια ἦταν ἡ Βαγδάτη, ἀλλὰ ἀπὸ τὸ 836 ἡ ἕδρα εἶχε μεταφερθῆ στὴ Σαμάρρα, ποὺ εὑρισκόταν 100 χιλιόμετρα βορείως τῆς Βαγδάτης. ῾Ο χαλίφης ὅμως μερικὲς φορὲς ἔμενε καὶ στὴν παλαιὰ πρωτεύουσα κι ἔτσι μποροῦμε νὰ δεχθοῦμε μὲ βάσι ὡρισμένες ἐνδείξεις, ὅτι ἐκεῖ τὸν συνάντησε ἡ ἀποστολή, στὴ Βαγδάτη.
῾Ο βιογράφος σημειώνει ἀρχικὰ ἕνα μέτρο καταπιέσεως ποὺ εἶχαν ἐφαρμόσει οἱ μουσουλμανικὲς ἀρχές. ᾿Ανάμεσα στὰ ἄλλα εἶχαν ὑποχρεώσει τοὺς Χριστιανοὺς νὰ ζωγραφήσουν στὶς θύρες τῶν σπιτιῶν τους, ἀπὸ τὸ ἔξω μέρος, τὴ μορφὴ τοῦ Διαβόλου, κάτι ποὺ ὁ Κωνσταντῖνος ἑρμήνευσε καταλλήλως μὲ εἰρωνία λέγοντας· “Βλέπω ἔξω στὶς θύρες παραστάσεις διαβόλου καὶ συμπεραίνω ὅτι στὸ ἐσωτερικὸ τῶν σπιτιῶν τούτων κατοικοῦν χριστιανοί, ἀφοῦ οἱ διαβόλοι ἀναγκάσθηκαν νὰ βγοῦν ἔξω ἀπὸ τὰ σπίτια. ῞Οπου δὲν βλέπω αὐτὲς τὶς παραστάσεις, ἐκεῖ προφανῶς οἱ διαβόλοι κατοικοῦν μέσα”. Στὴ συνέχεια οἱ ἀξιωματοῦχοι τοῦ Χαλιφάτου περιέφεραν τοὺς ἀπεσταλμένους αὐτοὺς τοῦ Βυζαντίου στὰ ἀξιοθέατα τῆς πρωτεύουσάς των, γιὰ νὰ τοὺς καταπλήξουν, καὶ τοὺς ἔδειξαν ἀνάμεσα στὰ ἄλλα κήπους γεμάτους ἐξωτικὰ δένδρα, ποὺ ποτίζονταν μὲ τεχνητὰ μέσα ἀπὸ τὸν ποταμὸ Τίγρητα. ῾Ο Κωνσταντῖνος τοὺς ἐτόνισε πόσο θαυμαστὰ εἶναι τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ καὶ τὰ ἀγαθὰ ποὺ προσφέρει στοὺς ἀνθρώπους.
Σὲ συζήτησι μὲ μουσουλμάνους θεολόγους κατὰ τὴ διάρκεια συμποσίου, ὁ Κωνσταντῖνος ἔθιξε ἕνα ἀπὸ τὰ σπουδαιότερα σημεῖα διαφορῶν μεταξὺ τῶν δύο θρησκειῶν. Οἱ χριστιανοί, εἶπε, βαδίζουν πρὸς τὴν ἀπόκτησι τῆς τελειότητος μὲ ἠθικοὺς ἀγῶνες καὶ δοκιμάζουν μεταπτώσεις στὸ δρόμο τους, δὲν ἀκολουθοῦν μάλιστα ὅλοι τὸν ἴδιο δρόμο· ἀλλὰ τὰ ἐπιτεύγματά τους εἶναι πνευματικώτερα. Οἱ μουσουλμᾆνοι δὲν ἀγωνίζονται ἠθικῶς, διότι ὁ θρησκευτικὸς νόμος τους δὲν ἔχει ἀπαγορεύσεις· δὲν ὑπάρχει σ᾿ αὐτοὺς δυνατότης νὰ περιπέσουν σὲ ἁμαρτία, διότι ὅλα εἶναι εὔκολα· γι᾿ αὐτὸ δὲν μποροῦν νὰ προκόψουν στὸ ἦθος.
Τὸ τριαδικὸ θέμα ἦταν τὸ κυριώτερο ἀπὸ ἐκεῖνα ποὺ συζητήθηκαν κατὰ τὶς συναντήσεις μὲ τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ Μωαμεθανισμοῦ. Τόσο σ᾿ αὐτὸ ὅσο καὶ σὲ ὅλα τὰ ἄλλα θέματα ὁ Κωνσταντῖνος ἀπαντοῦσε μὲ εὐκολία καὶ πειστικότητα. ῞Ολοι τὸν ἐθαύμασαν γι᾿ αὐτό. Αὐτὸς τὸ ἐδικαιολόγησε μὲ μιὰ γενίκευσι: “῞Ολες οἱ τέχνες ἔχουν τὴν προέλευσί τους σ᾿ ἐμᾆς τοὺς ῞Ελληνες”.
῾Ο Βίος τοῦ Κωνσταντίνου σημειώνει ὅτι τὸ ταξίδι τοῦτο ἔγινε ὅταν ὁ Κωνσταντῖνος ἦταν 24 ἐτῶν, καὶ εἶχε αὐτὴ τὴν ἡλικία τὸ 851. ῍Αν ἔγινε αὐτὸ τὸ ἔτος, τότε ἡ ἀποστολὴ δὲν εἶχε σοβαρὰ ἀποτελέσματα, διότι τίποτε δὲν ἀναφέρεται σὲ ἄλλες πηγὲς σχετικά. ᾿Αντιθέτως μνημονεύεται μιὰ ἀποστολὴ τοῦ Φωτίου, ποὺ ἦταν διδάσκαλος καὶ συνάδελφος τοῦ Κωνσταντίνου, γιὰ τὸ ἔτος 856 στοὺς Σαρακηνούς. Αὐτὸ τὸ ταξίδι εἶχε σημαντικὰ ἀποτελέσματα· ὑπογράφηκε συνθήκη εἰρήνης, ἐλευθερώθηκαν οἱ αἰχμάλωτοι καὶ ἐλαφρύνθηκε σοβαρὰ ἡ θέσις τῶν χριστιανῶν τοῦ Χαλιφάτου. ῎Αν, ὅπως εἶναι πιθανό, ἔγινε κάποιο λάθος ἀριθμοῦ στὴν χειρόγραφη παράδοσι τῆς βιογραφίας κι ἐγράφηκε ὅτι ὁ Κωνσταντῖνος ἦταν 24 ἐτῶν ἀντὶ τοῦ κανονικοῦ 29 ἐτῶν, τότε καὶ αὐτὸ τὸ ταξίδι μπορεῖ νὰ ἔγινε τὸ 856, καὶ μάλιστα μαζὶ μὲ τοῦ Φωτίου, ὅπως ἐσημειώθηκε παραπάνω.
Τὸ ἔτος 856 ἀποτελεῖ νέο ὁρόσημο στὴ ζωὴ τῶν δύο ἀδελφῶν, ἡ ὁποία μεταβάλλει κατεύθυνσι· ὁ Μιχαὴλ ἀπαλλάσσεται ἀπὸ τὴν διοίκησι τῆς Σκλαβηνίας καὶ ὁ Κωνσταντῖνος χάνει τὴν ἕδρα του στὸ Πανεπιστήμιο. Τοῦτο φαίνεται ὅτι συνέβηκε ἐξ αἰτίας τῆς ἐξοντώσεως τοῦ προστάτη τους λογοθέτη Θεοκτίστου ἀπὸ τὸν Βάρδα, ποὺ ἐπέφερε ἀλλαγὴ καθεστῶτος στὴν αὐτοκρατορία. Μετὰ τὸν θάνατο τοῦ αὐτοκράτορος Θεοφίλου (842) ἐβασίλευε οὐσιαστικὰ ἡ σύζυγός του Θεοδώρα, ἔχοντας πρωθυπουργὸ τὸν Θεόκτιστο. Μιὰ συνωμοσία μὲ ἐπικεφαλῆς τὸν θεῖο του Βάρδα, ἀδελφὸ τῆς Θεοδώρας, εἶχε σὰν ἀποτέλεσμα ἡ μὲν Θεοδώρα νὰ ἐγκλεισθῆ σὲ μοναστήρι, ὁ Θεόκτιστος νὰ φονευθῆ καὶ ὁ νεαρὸς Μιχαὴλ Γ¢ ν᾿ ἀναλάβη ὅλη τὴν ἐξουσία μὲ πρωθυπουργὸ τὸ Βάρδα. Αὐτὸ ἔγινε στὶς 20 Νοεμβρίου τοῦ 855.
Τότε ὁ Θεσσαλονικεὺς Μιχαήλ, ἀφοῦ διοίκησε ἐπὶ δέκα χρόνια τὴν ἐπαρχία του, μὲ πολλὲς δυσκολίες κατὰ καιρούς, ἀναγκάσθηκε νὰ παραιτηθῆ ἀπὸ τὴ θέσι καὶ ν᾿ ἀλλάξη τρόπο ζωῆς, ἀνταλλάσσοντας τὰ πρόσκαιρα καὶ ἀνθρώπινα μὲ τὰ ἀναλλοίωτα καὶ θεῖα. ᾿Επῆγε λοιπὸν στὸν ῎Ολυμπο τῆς Μικρᾆς ᾿Ασίας, ποὺ ὑψώνεται ἐπάνω ἀπὸ τὴν Προῦσα τῆς Βιθυνίας. Αὐτὸ τὸ ὄρος εἶχε καταστῆ τότε μεγάλο μοναχικὸ κέντρο, ποὺ φιλοξενοῦσε 30 μοναστήρια κι ἕνα πλῆθος ἐρημιτῶν.
῞Οπως εἴδαμε, ὁ Κωνσταντῖνος τὸ 856 ἐστάλθηκε σὲ ἀποστολὴ πρὸς τοὺς Σαρακηνούς. Αὐτὴ ἡ ἀποστολὴ ποὺ ἔγινε ἀπὸ τὴ νέα Κυβέρνησι τοῦ Μιχαὴλ Γ¢ καὶ τοῦ Βάρδα, δὲν δείχνει δυσμένεια, ἀλλὰ οὔτε εὐμενῆ μεταχείρισι φανερώνει ὁπωσδήποτε. ῾Ο Κωνσταντῖνος ἐγνώριζε ἀραβικά, ποὺ δὲν ἐγνώριζε ὁ Φώτιος, καὶ ἡ συμμετοχή του στὴν ἀντιπροσωπεία ἦταν ἀπαραίτητη, ἔστω κι ἂν ἦταν προστατευόμενος τοῦ Θεοκτίστου. ῞Οταν ὅμως ἐπέστρεψε ἀπὸ τὸ Χαλιφᾆτο δὲν φαίνεται νὰ ξαναπῆρε τὴν ἕδρα τοῦ καθηγητοῦ στὸ πανεπιστήμιο. ῎Ετσι ἀποφάσισε κι αὐτὸς ν᾿ ἀποσυρθῆ ἀπὸ τὰ ἐγκόσμια. ᾿Αναχώρησε μαζὶ μὲ ἕνα συνοδὸ σὲ ἄγνωστη περιοχή, ποὺ πάντως πρέπει νὰ εὑρισκόταν κοντὰ στὴν πρωτεύουσα, κι ἔζησε μιὰ ζωὴ στερήσεως καὶ ἀσκήσεως, ἀφοῦ ἄλλωστε τώρα δὲν εἶχε καμμιὰ πρόσοδο. Δὲν ἄργησε ὅμως νὰ μεταβῆ κι αὐτὸς στὸν ῎Ολυμπο καὶ νὰ εἰσαχθῆ στὸ μοναστήρι, ὅπου ἐδῶ καὶ λίγον καιρὸ ἐμόναζε καὶ ὁ ἀδελφός του.
῾Ο Μιχαὴλ ἐπῆρε ἐδῶ τώρα τὴν κουρὰ τοῦ μοναχοῦ καὶ ἄλλαξε τὸ ὄνομά του σὲ Μεθόδιος, μὲ τὸ ὁποῖο εἶναι ἀπὸ τότε γνωστὸς στὴν ἱστορία· δὲν ἔγινε ὅμως κληρικὸς παρὰ μόνο ἔπειτα ἀπὸ πολλὰ χρόνια στὴ Ρώμη, ὅπως θὰ ἰδοῦμε. ῾Ο Κωνσταντῖνος, ποὺ ἦταν διάκονος, δὲν εἶχε πάρει τὸ μοναχικὸ σχῆμα οὔτε στὴν ἀναχώρησι οὔτε στὴ μονὴ τοῦ ᾿Ολύμπου· ἔμεινε λοιπὸν ἐκεῖ ὡς ἁπλὸς φιλοξενούμενος.
῞Οταν ὁ Φώτιος, παλαιὸς φίλος καὶ διδάσκαλος, ἀνέλαβε τὸ πατριαρχικὸ ἀξίωμα, διαδεχόμενος τὸν ᾿Ιγνάτιο, τὸ 858, ὁ Κωνσταντῖνος πρέπει νὰ ἐπέστρεψε στὴν Κωνσταντινούπολι, προσκαλεσμένος προφανῶς ἀπὸ τὸν διδάσκαλό του, καὶ ἀνέλαβε διδασκαλία στὴν Πατριαρχικὴ Σχολὴ ποὺ ἕδρευε στὸ κτιριακὸ συγκρότημα τῶν ῾Αγίων ᾿Αποστόλων, ποὺ ἦταν κοντὰ στὰ ἀνάκτορα. Καὶ τότε, ἔχοντας συμπληρώσει τὸ τριακοστὸ ἔτος τῆς ἡλικίας του, χειροτονήθηκε πρεσβύτερος.
Στὸ Μεθόδιο, ποὺ ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ ἐπρόκοψε τόσο πολὺ στὴν πνευματικὴ καὶ ἀσκητικὴ ζωή, στὴν αὐταπάρνησι καὶ τὴν ταπείνωσι, στὴν καθαρότητα καρδιᾆς καὶ τὴν ἀγάπη, ὁ Φώτιος μὲ τὴ σύμφωνη γνώμη τοῦ αὐτοκράτορος πρόσφερε ἀρχιεπισκοπικὴ ἕδρα σὲ μιὰ σπουδαία μητρόπολι, τὴν ὁποία ὅμως αὐτὸς ἀπέρριψε. Δὲν μπόρεσε ὅμως νὰ ἐπιμείνη στὴν ἄρνησί του ν᾿ ἀναλάβη τὴν ἡγουμενία τῆς πολυάνθρωπης μονῆς Πολυχρονίου, ποὺ εὑρισκόταν κοντὰ στὴν πόλι Σιγριανή, στὴν περιφέρεια τοῦ ᾿Ολύμπου τῆς Βιθυνίας. Αὐτὸ πρέπει νὰ συνέβηκε τὸ 859.
῾Ο πατριάρχης Φώτιος ἀντιλήφθηκε ἐγκαίρως ὅτι οἱ Σλάβοι καὶ οἱ Τοῦρκοι τοῦ βορρᾆ, δηλαδὴ οἱ Χάζαροι, ἔχοντας ἔλθει σ᾿ ἐπαφὴ μὲ τοὺς ῞Ελληνες ἀπὸ πολὺν καιρό, ἦσαν πλέον ὥριμοι νὰ κερδηθοῦν καὶ νὰ εἰσέλθουν στὴ χορεία τῶν χριστιανικῶν λαῶν καὶ συγχρόνως στὸν κύκλο τῆς πολιτισμένης ἀνθρωπότητος.
Γιὰ τὴν ἀσφαλῆ θεμελίωσι κάθε προσπάθειας πρὸς αὐτὴν τὴν κατεύθυνσι ἔπρεπε νὰ προηγηθῆ μιὰ προσεκτικὴ μελέτη τῶν θεσμῶν τῶν σλαβικῶν ἰδίως λαῶν, λογοτεχνικὴ διαμόρφωσις τῆς σλαβικῆς γλώσσης καὶ μετάφρασις τῶν ἀπαραιτήτων βιβλίων σ᾿ αὐτήν. Γιὰ τὴν προπαρασκευὴ τοῦ ἔργου τούτου συστάθηκε στὴν Κωνσταντινούπολι ἕνα εἰδικὸ κέντρο σλαβικῶν μελετῶν, ὅπως θὰ ἐλέγαμε σήμερα, ὅπου ἐκπαιδεύονταν ἱεραπόστολοι καὶ ἐκπολιτισταί. Τὸ κέντρο ἕδρευε στὸ ναὸ τῶν ῾Αγίων ᾿Αποστόλων καὶ προϊστάμενός του ὡρίσθηκε ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα καὶ τὸν Φώτιο ὁ Κωνσταντῖνος, ὁ ὁποῖος στὸ ἑξῆς ἀναλάμβανε τὴ διοργάνωσι κάθε διαφωτιστικῆς θρησκευτικῆς ἱεραποστολῆς.
Τὸν ᾿Ιούνιο τοῦ 860 ρωσικὰ στίφη ἐνήργησαν ἀπίθανης ἀγριότητος εἰσβολὴ στὴν Κωνσταντινούπολι μὲ μονόξυλα, ἡ ὁποία εὐτυχῶς ἀποκρούσθηκε τόσο ἀπροσδόκητα ὅσο εἶχε ἐνεργηθῆ. Οἱ Ρῶσοι ἦσαν ἕνα σλαβικὸ ἔθνος, ὑποτεταγμένο τότε σὲ μιὰ μικρὴ πολεμοχαρῆ σκανδιναβικὴ φυλή, τοὺς Βαράγγους ποὺ εἶχαν κατέβη ἀπὸ τὴ λίμνη Λάδογα. ῍Αν καὶ οἱ Σλάβοι αὐτοὶ ἦσαν ὑπόδουλοι στοὺς Βαράγγους, ἡ γλῶσσα τους ἐπεκράτησε καὶ τελικὰ οἱ Βάραγγοι, ποὺ ὠνομάζονταν ἐπίσης Ρώς, ἀφωμοιώθηκαν μὲ αὐτούς, ἀλλὰ τοὺς ἔδωσαν τὸ ὄνομά τους: Ρώς, Ρῶσοι.
Κατεῖχαν τότε τὸν χῶρο ἀνάμεσα στοὺς μεγάλους ποταμοὺς Δνείπερο καὶ Δόν. Κατὰ τὴν ἐπίθεσί τους στὴν πρωτεύουσα τῆς ἑλληνικῆς αὐτοκρατορίας, τὴν πολυθρύλητη γι᾿ αὐτοὺς Τσάργραδ, εἶδαν ὅλη τὴν λάμψι της καὶ κατὰ τὴν ἀπόκρουσί τους ἔλαβαν πεῖρα ὅλης τῆς δυνάμεώς της.
᾿Αντιλήφθηκαν λοιπὸν ὅτι ἦταν προτιμότερο νὰ ἔχουν τὴ φιλία παρὰ τὴν ἔχθρα τῶν ῾Ελλήνων. Καὶ τὸ Βυζάντιο τοὺς διευκόλυνε σ᾿ αὐτό, συνδυάζοντας τὸ ἄνοιγμα πρὸς αὐτοὺς μὲ τὴν ἀποστολὴ πρὸς τοὺς Χαζάρους ποὺ εὑρίσκονταν νὰ δράσουν ἀνταγωνιστικῶς πρὸς ἐκείνους. Οἱ Χάζαροι ἄλλωστε τὴν εἶχαν προκαλέσει.
῾Ο αὐτοκράτωρ καὶ ὁ Φώτιος λοιπὸν ἀπεφάσισαν νὰ συγκροτήσουν ἀποστολὴ μὲ σκοπὸ πρῶτα νὰ ἔλθουν σ᾿ ἐνημερωτικὴ ἐπαφὴ μὲ τοὺς Χαζάρους. ῾Η ἀποστολὴ ἦταν, ὅπως καὶ ἡ προηγούμενη πρὸς τοὺς Σαρακηνούς, πολιτικὴ καὶ θρησκευτικὴ συγχρόνως. Γιὰ τὸν θρησκευτικὸ τομέα δὲν θὰ μποροῦσαν νὰ εὕρουν ἄλλον καταλληλότερον ἀπὸ τὸν Κωνσταντῖνο, ποὺ ἐργαζόταν στὴ Σχολὴ τῶν ῾Αγίων ᾿Αποστόλων. Αὐτὸς ἐδέχθηκε χωρὶς δισταγμὸ τὴν ἐντολὴ καὶ παρέλαβε μαζί του τὸν ἀδελφό του Μεθόδιο, ὁ ὁποῖος προσῆλθε ἀπὸ τὴ μονὴ Πολυχρονίου γι᾿ αὐτὸν τὸ σκοπό. Εἶναι πολὺ πιθανὸ ὅτι τὸ πολιτικὸ μέρος τῆς ἀποστολῆς ἐκάλυπτε ὁ Μεθόδιος, ποὺ εἶχε διατελέσει πολλὰ χρόνια κρατικὸς ἀξιωματοῦχος. Τὴν ἡγεσία ὅμως εἶχε ὁ Κωνσταντῖνος, διότι αὐτὸς εἶχε ἀποκτήσει καλὴ ἐμπειρία ἀπὸ τέτοιες ἀποστολὲς καὶ ἐχειρίζονταν ἄνετα πολλὲς γλῶσσες. Τοῦτο ἀποδεικνύεται καθαρὰ ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι σ᾿ αὐτὸν ἔδωσε ὁ χαγᾆνος τὰ δῶρα, ποὺ τελικὰ δὲν ἐδέχθηκε, καὶ σ᾿ αὐτὸν παρέδωσε τοὺς αἰχμαλώτους.
Οἱ δύο ἀδελφοί, μαζὶ μὲ ὅλη τὴν πρεσβεία, ἀποβιβάσθηκαν ἀπὸ τὸ βυζαντινὸ πλοῖο στὴ Χερσῶνα τῆς Κριμαίας. Τὸ καθεστὼς τῆς Κριμαίας ἦταν πολὺ ρευστό. ῾Ο πληθυσμός της ἦταν κατὰ βάσι ἑλληνικὸς καὶ ἦταν συνδεδεμένος μὲ τὸ Βυζάντιο, ἂν καὶ διατηροῦσε κάποια αὐτονομία. ῾Η περιοχὴ εἶχε ἐπισκοπή, ποὺ κατὰ τὸν χρόνο ἐκεῖνον διευθύνονταν ἀπὸ τὸν Γεώργιο. ᾿Ανατολικὰ τῆς Κριμαίας κυριαρχοῦσαν οἱ Χάζαροι, βορείως οἱ Ρῶσοι καὶ δυτικῶς οἱ νεοφερμένοι τότε Οὗγγροι. Μερικὰ ἄτομα ἀπὸ αὐτὲς τὶς φυλὲς εἶχαν διεισδύσει καὶ μέσα στὴν χερσόνησο αὐτή.
Στὴν Κριμαία ὁ Κωνσταντῖνος ἔδωσε δείγματα τῆς ἐπιδόσεώς του σὲ γλωσσικὰ καὶ μεταφραστικὰ ἔργα. Συνάντησε μορφωμένους ραββίνους καὶ εἶχε τὴν εὐκαιρία κοντά τους νὰ βελτιώση τὶς γνώσεις του στὴν ἑβραϊκὴ γλῶσσα. ᾿Εκεῖ μετέφρασε καὶ τὴν ἑβραϊκὴ γραμματική, ἡ ὁποία κάμνει μόλις τώρα γιὰ πρώτη φορὰ τὴν ἐμφάνισί της. Συνάντησε ἐπίσης ἕνα γέροντα Σαμαρείτη, ποὺ τοῦ ἐπέδειξε μιὰ βίβλο τῆς κοινότητός του, ποὺ ἦταν προφανῶς ἡ σαμαρειτικὴ Πεντάτευχος, τὴν ὁποία αὐτὸς κατώρθωσε νὰ διαβάσει.
᾿Ανάμεσα στοὺς Ρώσους εὑρῆκαν περικοπὲς τῶν Εὐαγγελίων καὶ τῶν Ψαλμῶν, μεταφρασμένες στὴ σλαβικὴ γλῶσσα μὲ συριακοὺς χαρακτῆρες. Τότε γιὰ μιὰ ἀκόμη φορὰ ἀντιλήφθηκαν ὅτι ἦταν ἀπαραίτητο ἕνα νέο ἀλφάβητο, ἱκανὸ ν᾿ ἀποδώση ὅλους τοὺς φθόγγους τῆς σλαβικῆς γλώσσας.
Πρὶν προχωρήσουν ἀνατολικά, ἀνέσυραν ἀπὸ τὴ θάλασσα τὸ λείψανο τοῦ ἁγίου Κλήμεντος, ἐπισκόπου Ρώμης (88-100 μ.Χ.). Κατὰ παλαιὰ παράδοσι ὁ Κλήμης εἶχε ἐξορισθῆ ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα Τραϊανὸ στὴ Χερσῶνα, κατὰ τὸ 100 μ.Χ., καὶ εἶχε ριφθῆ ἀπὸ τοὺς δεσμῶτες του στὴ θάλασσα μὲ μιὰ πέτρα στὸ λαιμό. ᾿Απέθεσαν τὸ λείψανο στὸν καθεδρικὸ ναὸ τῆς Χερσῶνος καὶ ὅταν ἐγύρισαν ἀπὸ τὴ Χαζαρία, τὸ ἐπῆραν μαζί τους, ἀφοῦ ἄφησαν ἕνα μέρος του ἐκεῖ. ῾Ο Κωνσταντῖνος συνέταξε πρὸς τιμὴν τοῦ Κλήμεντος ἕνα Βίο, ἕνα πανηγυρικὸ Λόγο καὶ ῞Υμνους. Στὴ Ρώμη ἐπρόκειτο ἀργότερα, μετὰ τὴν ἐπίσκεψι τῶν ἀδελφῶν σ᾿ αὐτήν, νὰ ἱδρυθῆ ναὸς τοῦ ἁγίου Κλήμεντος, ὅπου τελικὰ ἀποτέθηκαν τὰ λείψανά του.
῍Αν καὶ ἡ ἀποστολὴ στὴ Νότια Ρωσία ἦταν ἁπλῶς προπαρασκευαστική, εἶχε ἀξιόλογα ἀποτελέσματα. Βέβαια οἱ ἀντιπρόσωποι δὲν προχώρησαν σὲ βάθος πρὸς τὴν καθ᾿ αὐτὸ χώρα τῶν Ρώσων, ἀλλὰ ἦλθαν σ᾿ ἐπαφὴ μὲ αὐτοὺς στὴν Κριμαία καὶ βορειότερα. ῾Η κατοπινὴ ἐξέλιξις τῶν πραγμάτων φανερώνει ὅτι ἀπὸ τότε οἱ Ρῶσοι ἐπέτρεπαν ἐλεύθερη εἴσοδο τῶν ἱεραποστόλων στὴ χώρα τους κι ἐδέχθηκαν ἐπίσκοπο. ῎Ετσι ἐτέθηκαν οἱ στερεὲς βάσεις γιὰ τὴν κατὰ τὸν ἑπόμενο αἰῶνα ὁλοκληρωτικὴ ἐκχριστιάνισι τῆς χώρας των, ποὺ ἐπίσημα τοποθετεῖται στὸ 988.
Αὐτὴ ἡ ἀποστολὴ δὲν ἦταν νέα, ἀλλ᾿ ἀποτελοῦσε συνέχεια τῆς προηγούμενης. Οἱ ἱεραπόστολοι μαζὶ μὲ τοὺς πολιτικοὺς ἀπεσταλμένους, ἔπειτα ἀπὸ πολύμηνη παραμονὴ στὴν Κριμαία, μετέβηκαν στὴ Χαζαρία, τὴν ἄνοιξι τοῦ 861. Οἱ Χάζαροι, φῦλο τῆς τουρκικῆς ὁμοφυλίας, κατεῖχαν τότε τὴν περιοχὴ ἀπὸ τὴν Κριμαία ἕως τὸν Κάτω Βόλγα καὶ ἀπὸ τὸν Εὔξεινο ἕως τὴν Κασπία. ῾Ο Καύκασος ἀποτελοῦσε τὰ σύνορά τους πρὸς τὸν νότο. Πολυάριθμοι μικροὶ λαοὶ ἢ ἀποσπάσματα λαῶν εἶχαν ὑποταχθῆ σ᾿ αὐτούς· ᾿Αβασγοί, ᾿Αλανοί, Γότθοι, Μαγυάροι, Σλάβοι.
Σὲ μιὰ ἐποχὴ ποὺ οἱ ῎Αραβες εἶχαν ἐπιχειρήσει ταυτοχρόνως νὰ διεισδύσουν βορείως τοῦ Καυκάσου καὶ νὰ καταλάβουν τὴν Κωνσταντινούπολι, οἱ Βυζαντινοὶ καὶ οἱ Χάζαροι ἦλθαν σὲ συνεννόησι γιὰ ν᾿ ἀντιμετωπίσουν μαζὶ τὸν κοινὸ ἐχθρό. ᾿Απὸ τότε οἱ σχέσεις τους εἶναι εἰρηνικὲς καὶ ἀπὸ καιρὸ σὲ καιρὸ φιλικές.
῾Ο ᾿Ιουστινιανὸς Β¢ κατέφυγε ἐκεῖ καὶ ἐνυμφεύθηκε θυγατέρα τοῦ χαγάνου, τοῦ ἡγεμόνος τους. ῎Επειτα ἀπὸ μερικὲς δεκαετίες ἡ θυγατέρα ἑνὸς ἄλλου χαγάνου, ποὺ μετωνομάσθηκε σὲ Εἰρήνη, ἔγινε σύζυγος τοῦ Κωνσταντίνου τοῦ Ε¢.
Τώρα οἱ ἡγεμόνες των αἰσθάνονταν τὴν ἀνάγκη νὰ συνδεθοῦν στενώτερα μὲ τοὺς Βυζαντινούς· κι ἕνα πρόσφορο μέσο γι᾿ αὐτὸ ἦταν νὰ πλησιάσουν τὴ χριστιανικὴ θρησκεία. Εἶχαν προχωρήσει περισσότερο ἀπὸ τὰ ἄλλα τουρκικὰ φῦλα στὸν πολιτισμὸ καὶ ἡ χώρα τους προσείλκυε πολλοὺς ἐμπόρους, ῞Ελληνες, ᾿Ιουδαίους καὶ ῎Αραβες. ῾Υπῆρχε ὅμως ἀπὸ καιρὸ κάποια ἐμπλοκὴ σ᾿ αὐτὸ τὸ θέμα. Τὸ 730 ὁ χαγᾆνος Μπουλὰν εἶχε καλέσει ἐκπροσώπους τῶν τριῶν μονοθεϊστικῶν θρησκειῶν (Χριστιανισμοῦ, ᾿Ιουδαϊσμοῦ καὶ Μωαμεθανισμοῦ), γιὰ νὰ τοῦ ἀναπτύξουν τὰ σχετικὰ μὲ τὴν διδασκαλία καὶ λατρεία τους, ὥστε νὰ ἐπιλέξη τὴν καλύτερη γιὰ τὸν λαό του. ᾿Επειδὴ παρατήρησε ὅτι καὶ οἱ τρεῖς ἀποδέχονταν τὴν Παλαιὰ Διαθήκη, ποὺ εἶναι ᾿Ιουδαϊκῆς προελεύσεως, σὰν κοινὸ παρονομαστή, ἐπέλεξε τὸν ᾿Ιουδαϊσμό. ῾Ο λαός του ὅμως παρέμεινε διστακτικός, ἂν καὶ ὁ ᾿Ιουδαϊσμὸς κατέκτησε ἀρκετὸ ἔδαφος.
῾Ο χαγᾆνος τῆς ἐποχῆς ποὺ ἱστοροῦμε ἐζήτησε πάλι διαφώτισι γιὰ τὴν χριστιανικὴ θρησκεία, ἐμπρὸς στὸν κίνδυνο τῶν Ρώσων μάλιστα. ῎Ετσι ὁ Κωνσταντῖνος καὶ ὁ Μεθόδιος ποὺ εἶχαν ἀναλάβει τὴ διπλῆ ἐντολή, ἀφοῦ ἀναχώρησαν μὲ πλοῖο ἀπὸ τὴ Χερσῶνα, ἀποβιβάσθηκαν στὶς ἀνατολικὲς ἀκτὲς τοῦ Εὐξείνου Πόντου. Πρωτεύουσα τῆς Χαζαρίας ἦταν αὐτὴ τὴν ἐποχὴ ἡ ᾿Ιτίλ, ἀλλὰ ὁ χαγᾆνος ἔμενε μερικὲς φορὲς στὴ Σάρκελ, πόλι κοντὰ στὸν Εὔξεινο, τὴν ὁποία εἶχαν κτίσει βυζαντινοὶ ἀρχιτέκτονες. Στὴν τράπεζα τοῦ χαγάνου εἶχαν διαδοχικὲς συζητήσεις μὲ ἐκπροσώπους πρῶτα τοῦ ᾿Ιουδαϊσμοῦ κι ἔπειτα τοῦ Μωαμεθανισμοῦ, τοὺς ὁποίους ὁ Κωνσταντῖνος ἀπεστόμωσε. Οἱ συζητήσεις ἐστράφηκαν γύρω ἀπὸ τὰ θέματα ποὺ ἦταν ἀμφισβητούμενα ἀνάμεσα στὰ τρία θρησκεύματα. Τὸ Τριαδικὸ δόγμα ἦταν βασικὸ θέμα, διότι ἐνδιέφερε καὶ τὶς τρεῖς θρησκεῖες. Πρὸς τοὺς ᾿Ιουδαίους ἰδιαιτέρως ἔπρεπε νὰ ἐξηγήσουν ὅτι ὁ ᾿Ιησοῦς Χριστὸς ἀπέρριψε τὸν μωσαϊκὸ νόμο, ὅπως ὁ Μωϋσῆς εἶχε ἀπορρίψει τὸν νόμο τοῦ Νῶε. Τέλος, ἀπέναντι στοὺς Μωαμεθανοὺς ἐτόνισαν τὴν αὐστηρότητα, ἀλλὰ καὶ σταθερότητα καὶ εὐγένεια τῶν χριστιανικῶν ἠθῶν.
᾿Απὸ τὸ πέρασμα τῶν βυζαντινῶν ἱεραποστόλων προκλήθηκε βαθειὰ ἐντύπωσις. ῾Ο χαγᾆνος ὑποσχέθηκε συνέχισι τῆς φιλίας του μὲ τοὺς Βυζαντινοὺς καὶ στρατιωτικὴ βοήθεια, καὶ ἐπέτρεψε σὲ ὅλους ὅσοι ἤθελαν νὰ βαπτισθοῦν. Διακόσιοι ἐπίσημοι ἄνδρες ἐβαπτίσθηκαν ἀμέσως ἀπὸ τοὺς ἱεραποστόλους καὶ πολλοὶ ἐδήλωσαν ὅτι θὰ τοὺς μιμηθοῦν ἀργότερα. Τὸ ἴδιο ἐδήλωσε καὶ ὁ χαγᾆνος μ᾿ ἐπιστολή του πρὸς τὸν αὐτοκράτορα. Κατὰ τὸν ἀποχαιρετισμὸ ὁ Κωνσταντῖνος δὲν ἐδέχθηκε νὰ πάρη δῶρα ἀπὸ τὸν χαγᾆνο, ἀλλὰ παρέλαβε 200 ῞Ελληνες αἰχμαλώτους ποὺ τοῦ παρέδωσε ἐκεῖνος.
Οἱ ἀπεσταλμένοι ἐπέστρεψαν στὴν Κωνσταντινούπολι πάλι διὰ μέσου Χερσῶνος ὅπου παρέλαβαν τὰ λείψανα τοῦ Κλήμεντος, τὸ φθινόπωρο τοῦ 861. ῾Ο Κωνσταντῖνος ἐπανέλαβε τὰ μαθήματά του στὴν Πατριαρχικὴ Σχολή. Συνέταξε μιὰ ἔκθεσι περὶ τῶν ἐνεργειῶν τους στὶς δυὸ ἐκεῖνες περιοχές, Κριμαία καὶ Χαζαρία, καὶ ἔγραψε ἕνα ἀπολογισμὸ περὶ τῶν συζητήσεών του στὴ χώρα τῶν Χαζάρων, ποὺ ὁ Μεθόδιος ἀργότερα μετέφρασε στὰ σλαβικά.
ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΣΤΟΥΣ ΣΛΑΒΟΥΣ
Οἱ Σλάβοι ἐμφανίζονται γιὰ πρώτη φορὰ στὴν ἱστορία κατὰ τὰ τέλη τοῦ πρώτου μ.Χ. αἰῶνος. ᾿Εζοῦσαν τότε ἀνατολικώτερα τῶν Γερμανῶν, ὅπως καὶ σήμερα, στὴν περιοχὴ τοῦ πολωνικοῦ ποταμοῦ Βιστούλα. Τὸν ἕκτο αἰῶνα διακρίνονταν τρεῖς ὁμοφυλίες των: Σλάβοι, Βένδες καὶ ῎Αντες. Αὐτὲς οἱ ὁμοφυλίες ἦσαν χωρισμένες σὲ μικρότερες ὁμάδες, ἀλλὰ οἱ ξένοι ἔδιναν σὲ ὅλους αὐτοὺς σὰν κοινὸ καὶ τὸ ὄνομα Σκλάβοι ἢ Σκλαβηνοί. Μὲ τὴ συνηθισμένη στοὺς ἀπολιτίστους λαοὺς τάσι νὰ διεισδύουν πρὸς τὸν πλούσιο καὶ πολιτισμένο κόσμο, ἄρχισαν ἀπὸ τὸν τρίτο αἰῶνα κινήσεις ποὺ διήρκεσαν ἕως τὸν ἔνατο αἰῶνα. Διασκορπίσθηκαν ἔτσι στὸ μεγαλύτερο μέρος τῆς Εὐρώπης ἀπὸ τὸν Δὸν μέχρι τῶν ῎Αλπεων καὶ ἀπὸ τὴ Βαλτικὴ μέχρι τοῦ Αἵμου. Μποροῦμε νὰ εἰποῦμε ὅτι τὴν ἐποχὴ ποὺ ἱστοροῦμε ἐδῶ, τὸν ἔνατο αἰῶνα, εἶχαν σταθεροποιήσει τὶς θέσεις τους στοὺς σημερινοὺς περίπου χώρους μὲ ὀλίγες μεταγενέστερες διαφοροποιήσεις. Οἱ Ρῶσοι, ὅπως εἴδαμε, κατεῖχαν τότε τὴν χώρα ἀπὸ τὸν Δνείπερο ἕως τὸν Δόν, ἐνῶ γύρω τους ἐζοῦσαν ἄλλα μικρότερα σλαβικὰ φῦλα ποὺ ἀφωμοιώθηκαν μὲ αὐτοὺς ἀργότερα. Οἱ Πολωνοὶ ἐζοῦσαν γύρω ἀπὸ τὸν ποταμὸ Βιστούλα. Στὸν ῎Ελβα κατοικοῦσαν Βελέτες, ᾿Αβοδρῖτες καὶ Σοραβοί, ποὺ ἀργότερα συγχωνεύθηκαν μὲ γειτονικές τους φυλές. Οἱ Τσέχοι καὶ οἱ Σλοβᾆκοι κατεῖχαν ἐπίσης τὴ σημερινή τους περιοχή.
Οἱ Σλοβᾆκοι ἦταν φυλὴ πολυάνθρωπη· ἕνα μέρος τους ποὺ κατοικοῦσε γύρω στὸν ποταμὸ Μοράβα, ὠνομάσθηκαν Μοραβοὶ καὶ ἔγιναν τὸ ἰσχυρότερο φῦλο αὐτὴν τὴν ἐποχή. ῞Ενα ἄλλο μέρος τους, μὲ τὸ παραλλαγμένο ὄνομα Σλοβένοι, εἶχε ἐγκατασταθῆ στὴν Παννονία κάτω ἀπὸ τὸν Δούναβη. Τὴν βόρεια ᾿Ιλλυρία διαμοιράσθηκαν οἱ Κροᾆτες καὶ οἱ Σέρβοι, καὶ τὴ βόρεια Θράκη κατέλαβαν οἱ Βούλγαροι, ποὺ ἀποτελέσθηκαν ἀπὸ ἀνάμιξι μιᾆς ὀρδῆς Ταταροτούρκων εἰσβολέων, ποὺ ὀνομάζονται Πρωτοβούλγαροι, Σλάβων ποὺ εἶχαν ἐγκατασταθῆ ἐκεῖ λίγο ἐνωρίτερα καὶ ῾Ελλήνων Θρακῶν. Διάφορα φῦλα, ποὺ εἶχαν διασπαρῆ στὶς ἑλληνικὲς χῶρες, συγχωνεύθηκαν βαθμιαίως μὲ τοὺς ῞Ελληνες ἢ μὲ τὸν καιρὸ ἀπωθήθηκαν βορειότερα.
Οἱ Σλάβοι κατὰ τὸν νομαδικό τους βίο ἐζοῦσαν σὲ πρόχειρα κατασκευασμένες καλύβες. Βαθμιαίως συγκρότησαν ἀγροτικοὺς καὶ ποιμενικοὺς οἰκισμούς. Γιὰ τὴν ἀσφάλειά τους κατασκεύασαν ὀχυρὰ ποὺ ὠνομάζονταν γρὰδ καὶ μὲ τὸν καιρὸ ἐξελίχθηκαν σὲ πόλεις· ἀλλὰ βέβαια αὐτὴ ἡ ἐξέλιξι παρατηρήθηκε μόλις τὸν ὄγδοο αἰῶνα. ᾿Εστεροῦνταν παιδείας, δὲν εἶχαν γραφομένη γλῶσσα καὶ τὸ δίκαιό τους καθωρίζονταν ἀπὸ τοὺς φυλάρχους καὶ τὰ ἔθιμα.
῞Εως τότε δὲν μποροῦσαν νὰ ἔχουν ναοὺς καὶ ἀντὶ γιὰ ἱερεῖς εἶχαν μάγους, τοὺς ὁποίους προσκαλοῦσαν σὲ βοήθεια κατὰ τὶς δύσκολες στιγμὲς τῆς ζωῆς τους. Στοιχειώδεις λατρευτικὲς πράξεις ἐτελοῦσαν οἱ ἀρχηγοὶ οἰκογενειῶν καὶ πατριῶν, οἱ ὁποῖοι ἐφύλασσαν καὶ τὰ ἱερά τους σύμβολα.
Σὲ σύγκρισι μὲ ἄλλους λαοὺς τῆς Εὐρώπης ἐβράδυναν νὰ ἐκχριστιανισθοῦν, πρᾆγμα ποὺ ὀφείλεται στὸ γεγονὸς ὅτι ἐπὶ αἰῶνες ἦσαν νομάδες καί, ὅπου ἐγκαθίσταντο, ὑποχρέωναν τοὺς ἐντοπίους ἢ νὰ ἐγκαταλείψουν τὴν περιοχή τους ἢ ν᾿ ἀφομοιωθοῦν. ῞Οπου συνάντησαν τὸν Χριστιανισμό, ὅπως στὴ Θράκη, τὴν ᾿Ιλλυρία καὶ τὴν Παννονία, τὸν κατέστρεψαν τελείως ἢ τὸν ἐξάρθρωσαν, μέχρις ὅτου τὸν ἐδέχθηκαν καὶ οἱ ἴδιοι.
Τὰ πρῶτα στοιχεῖα τοῦ Χριστιανισμοῦ παρέλαβαν οἱ Σλάβοι ἀπὸ τοὺς κατοίκους τῶν παραπάνω περιοχῶν, ποὺ παρέμειναν σ᾿ αὐτὲς μετὰ τὴν κατάληψι. Αὐτοὶ οἱ κάτοικοι, ὅσοι τυχὸν ἔμειναν, παρ᾿ ὅλο ποὺ ἔχασαν τὴν ἐκκλησιαστική τους ὀργάνωσι, κατώρθωσαν νὰ διατηρήσουν βασικὰ στοιχεῖα τῆς θρησκευτικῆς των πίστεως, τὰ ὁποῖα διωχέτευσαν ἀφανῶς στοὺς εἰσβολεῖς. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος γιὰ τὸν ὁποῖο οἱ Νότιοι Σλάβοι ἐπλησίασαν πρῶτοι τὴν ἰδέα τοῦ ἑνὸς Θεοῦ. ᾿Αλλὰ ἡ χριστιανικὴ πίστι διαδίδονταν ἐπίσης μὲ τοὺς ἐμπόρους καὶ τοὺς αἰχμαλώτους ἀπὸ τὶς δυὸ πλευρές· τέλος διαδίδονταν ἀπὸ τοὺς ἀνεπισήμους ἱεραποστόλους. ῞Ελληνες ἱεραπόστολοι ἐργάσθηκαν μεταξὺ ὅλων τῶν σλαβικῶν ἐθνῶν· ᾿Ιταλοὶ καὶ Γερμανοὶ περιωρίσθηκαν στοὺς δυτικοὺς Σλάβους.
῾Ο Χριστιανισμὸς ἐβοήθησε τὰ σλαβικὰ ἔθνη νὰ ἰσχυροποιήσουν τὴν κρατική τους ἐξουσία, νὰ ὀργανωθοῦν κοινωνικῶς, ν᾿ ἀναπτύξουν παιδεία καὶ νὰ εἰσέλθουν στὴν χορεία τῶν πολιτισμένων λαῶν.
Τὸ 836 ὁ ἡγεμὼν τῶν Μοραβῶν Μοϊμὶρ κατέκτησε καὶ τὴν ἄλλη Σλοβακία κι ἔτσι δημιούργησε ἕνα σχετικὰ μεγάλο κράτος, ποὺ συχνὰ στὶς πηγὲς λέγεται Μεγάλη Μοραβία. ᾿Επειδὴ ὅμως ὁ Μοϊμὶρ εἶχε ἐπιδιώξει νὰ κατακτήση κι ἄλλα ἐδάφη, ὁ Βαυαρὸς βασιλεὺς Λουδοβῖκος ὁ Γερμανικὸς (843-876) ἐπιτέθηκε ἐναντίον του, τὸν συνέλαβε καὶ στὴ θέσι του τοποθέτησε τὸν ἀνεψιό του Ραστισλάβο (846-870), τὸν ὁποῖο ἐθεωροῦσε φίλο του, ἂν καὶ αὐτὸς δὲν ἐβράδυνε ν᾿ ἀποτινάξη τὸν γερμανικὸ ζυγό. Δὲν εἶναι γνωστὸ ἀπὸ τὶς πηγές, ποῦ εἶχε τὴν πρωτεύουσά του ὁ Ραστισλάβος, ἀλλὰ οἱ νεώτερες ἀνασκαφὲς ἔδειξαν ὅτι τὸ ἰσχυρότερο φρούριο τῆς χώρας κατὰ τὴν ἐποχή του ἦταν τὸ Βάλυ, κοντὰ στὴ σημερινὴ πόλι Μικούλτσισε, κι ἴσως αὐτὸ ἀποτελοῦσε τὴν πρωτεύουσά του τότε. ῎Αλλα ἀξιόλογα φρούρια ἦταν τὸ Στάρε Μέστο καὶ τὸ Βέλεχραδ στὴ Μοραβία, ἐνῶ στὴ Σλοβακία ἦταν ἡ Νίτρα.
῾Η δύναμη τῆς Μοραβίας ἐγίνονταν ἀπειλητικὴ καὶ γιὰ τοὺς Βουλγάρους, ποὺ κατεῖχαν τότε ἐκτὸς ἀπὸ τὴ Μοισία καὶ ὅλη σχεδὸν τὴ σημερινὴ Ρουμανία. ᾿Εμπρὸς στὶς δυσκολίες ὁ Λουδοβῖκος ἀπευθύνθηκε στὸν βασιλέα τῶν Βουλγάρων Βόρι, ποὺ ἦταν ἀκόμη εἰδωλολάτρης, καὶ τοῦ πρότεινε νὰ ἐπιτεθοῦν συγχρόνως κι οἱ δυὸ κατὰ τοῦ Ραστισλάβου, γιὰ νὰ διαλύσουν τὸ κράτος του. ῾Ο Ραστισλάβος, ἀντιλαμβανόμενος τὸν κίνδυνο, ἀπευθύνθηκε στὸν βυζαντινὸ αὐτοκράτορα Μιχαὴλ Γ¢, ζητώντας του βοήθεια θρησκευτικὴ καὶ πολεμική. Αὐτὴ ἦταν ἡ ἀφορμὴ τῆς ἱεραποστολῆς τοῦ Κωνσταντίνου καὶ τοῦ Μεθοδίου.
῾Ο πόλεμος ἐξέσπασε τὸ 864. Οἱ δυὸ σύμμαχοι ἐπιτέθηκαν ἐναντίον τῆς Μοραβίας, ἀλλὰ καὶ οἱ Βυζαντινοὶ ἐπιτέθηκαν ἐναντίον τῆς Βουλγαρίας, καὶ ἀνάγκασαν τὸ Βόριδα νὰ συνθηκολογήση καὶ νὰ βαπτισθῆ χριστιανός, γιὰ ν᾿ ἀποφύγη τὶς συνέπειες τῆς ἧττας του. ᾿Απὸ τὴν ἄλλη πλευρά, τὴ βόρεια, ὁ Ραστισλάβος παρὰ τὴν ἀνδρεία ἀντίστασί του κατὰ τῶν Βαυαρῶν, ἀναγνώρισε τὴν ἀνωτερότητά τους μὲ συνθήκη, χωρὶς ὅμως νὰ ὑποταχθῆ τελείως. Τὸ 869 ἐξέσπασε πάλι πόλεμος μεταξὺ Μοραβῶν καὶ Βαυαρῶν καὶ ἐφαίνονταν ὅτι θὰ τὸν ἐκέρδιζε ὁ Ραστισλάβος, ἀλλὰ τὸν ἐπρόδωσε ὁ ἀνεψιός του Σβατοπλούκ, ποὺ τὸν συνέλαβε καὶ τὸν παρέδωσε στοὺς Βαυαρούς, οἱ ὁποῖοι τὸν ἐτύφλωσαν καὶ τὸν ἐφυλάκισαν.
῾Ο Σβατοπλοὺκ (870-894), ἀφοῦ ἀνέχθηκε τὴ γερμανικὴ κυριαρχία γιὰ μερικὰ χρόνια, ἐπαναστάτησε μὲ τὴ σειρά του, ἀπελευθέρωσε τὴ χώρα του καὶ μὲ μιὰ σειρὰ ἐπιτυχημένων ἐπιχειρήσεων τὴν ἐμεγάλωσε, κάνοντάς την αὐτοκρατορία. Στὸν ἀρχικὸ πυρῆνα της, ποὺ περιελάμβανε τὴ Μοραβία καὶ τὴ Σλοβακία, πρόσθεσε τὴ Βοημία, τὴ Λουσατία, τὴ Σιλεσία, τὴ Νότια Πολωνία καὶ ὅλη σχεδὸν τὴν Παννονία, νοτίως τοῦ Δουνάβεως, τὴ σημερινὴ Οὑγγαρία. ᾿Εν τούτοις ὅμως μετὰ τὸν θάνατο αὐτοῦ τοῦ δυναμικοῦ ἡγεμόνος, ὁ ὁποῖος ἔφερε πολλὰ ἐμπόδια στὸ ἔργο τοῦ Μεθοδίου, αὐτὸ τὸ μεγάλο κράτος ἄρχισε ν᾿ ἀποδυναμώνεται, γιὰ νὰ διαλυθῆ τελείως μὲ ἕνα κτύπημα τῶν Οὕγγρων, τοῦ τουρκοταταρικοῦ λαοῦ ποὺ ἔρχονταν ἀπὸ τὰ ἀνατολικά.
῾Ο Ραστισλάβος τὸ 862 ἔστειλε στὴν Κωνσταντινούπολι πρεσβεία, μὲ τὴν ὁποία ἐζητοῦσε ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα ἐπίσκοπο καὶ διδάσκαλο, γιὰ νὰ διδάξη τὸν Χριστιανισμὸ στοὺς ὑπηκόους του. Τὸ Βυζάντιο καὶ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο εἶχαν ρυθμίσει τὰ πράγματα κατὰ τέτοιον τρόπο, ὥστε οἱ ἴδιοι οἱ ἡγεμόνες τῶν ἀπολιτίστων λαῶν νὰ ζητοῦν τὴν ἱεραποστολή. Τὸ γράμμα ποὺ ἔφεραν οἱ ἀπεσταλμένοι ἔλεγε: “Εἴμαστε Σλάβοι, ἄνθρωποι ἀγροῖκοι. ῾Ο λαός μας ἀπέρριψε τὴν εἰδωλολατρεία καὶ τιμᾆ τὸ χριστιανικὸ νόμο, ἀλλὰ δὲν ἔχομε διδάσκαλο ἱκανὸ νὰ μᾆς διδάξη τὴν ἀληθινὴ πίστι στὴ γλῶσσα μας. ῎Αλλοι λαοὶ θὰ ἀκολουθήσουν προφανῶς τὸ παράδειγμά μας. Στεῖλε μας λοιπόν, Κύριε, τέτοιον ἐπίσκοπο καὶ διδάσκαλο. ᾿Απὸ σᾆς πράγματι διαδίδεται ὁ ἀγαθὸς νόμος πρὸς ὅλες τὶς χῶρες”. ᾿Αμέσως μετὰ τὸν ἐρχομὸ τῆς πρεσβείας ὑπὸ τὴν προεδρεία τοῦ αὐτοκράτορος Μιχαὴλ τοῦ Γ¢ συνῆλθε ἡ σύγκλητος σὲ σύσκεψι, στὴν ὁποία πλὴν ἄλλων ἔλαβαν μέρος προφανῶς καὶ ὁ πρωθυπουργὸς Βάρδας καὶ ὁ πατριάρχης Φώτιος. ῞Ολοι ἀπέβλεψαν στὸν Κωνσταντῖνο, τὸν ὁποῖο ὁ αὐτοκράτωρ ἐκάλεσε, γιὰ νὰ τοῦ ἀναθέση τὸ ἔργο, παρ᾿ ὅλο ποὺ ἐγνώριζε ὅτι ἦταν ἐπιφορτισμένος μὲ βαρὺ ἔργο. ῾Ο Κωνσταντῖνος ἐβεβαίωσε ὅτι, εἴτε κουρασμένος εἴτε ἀσθενής, θὰ μεταβῆ μὲ χαρά, ἀρκεῖ οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι νὰ ἔχουν ἀλφάβητο κατάλληλο γιὰ τὴ γλῶσσα τους. Βεβαίως εἶχε μεταφράσει ὁ ἴδιος κείμενα στὴ σλαβικὴ μὲ ἑλληνικοὺς χαρακτῆρες καὶ παρατηροῦσε ὅτι δὲν ἀποδίδονταν μὲ αὐτοὺς ὅλοι οἱ φθόγγοι της. ῾Ο βασιλεὺς ὅμως παρατήρησε· “ἂν θέλης, ὁ Θεὸς μπορεῖ νὰ σὲ βοηθήση νὰ τὸ εὕρης ἐσύ”. ῾Ο Κωνσταντῖνος ἀποχώρησε ἀπὸ τὴ συνεδρίασι καὶ κατὰ τὴ συνήθειά του ἐπιδόθηκε στὴν προσευχὴ μαζὶ μὲ μερικοὺς συνεργάτες του· ἡ βοήθεια τοῦ Θεοῦ δὲν ἐβράδυνε νὰ φανερωθῆ. Φωτισμένος ἀπὸ τὴ θεία χάρι, συνέθεσε τὸ πρῶτο σλαβικὸ ἀλφάβητο κι ἔπειτα ἀσχολήθηκε μὲ τὴ μετάφρασι τοῦ εὐαγγελικοῦ κειμένου τοῦ ᾿Ιωάννη: “᾿Εν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος, καὶ ὁ Λόγος ἦν πρὸς τὸν Θεὸν καὶ Θεὸς ἦν ὁ Λόγος”. Αὐτὲς ἦσαν οἱ πρῶτες λέξεις ποὺ ἐγράφηκαν ποτὲ μὲ τὸ σλαβικὸ ἀλφάβητο.
῾Η γραφὴ τὴν ὁποία ἐπενόησε ὁ Κύριλλος λέγεται γλαγολιτική. ᾿Ενῶ κατ᾿ ἀρχὴν στηρίζεται στὴ μικρόσχημη ἑλληνικὴ γραφή, στρογγυλοποιεῖ, περιπλέκει καὶ παραλλάσσει τοὺς χαρακτῆρες. Γιὰ τοὺς φθόγγους ποὺ ἀπουσιάζουν ἀπὸ τὴν ἑλληνικὴ γλῶσσα, χρησιμοποιεῖ παραλλαγμένους ἑλληνικοὺς χαρακτῆρες ἢ ἄλλους ποὺ ἐπινοήθηκαν ἀπὸ τὸν ἴδιο. Μὲ τὴ δύσκολη τούτη γραφὴ ὁ Κύριλλος ἤθελε νὰ τονίση τὴν ἐθνικὴ καὶ γλωσσικὴ ἰδιομορφία τῶν Σλάβων.
᾿Αργότερα αὐτὴ ἡ γραφὴ μεταβλήθηκε, δηλαδὴ ἐπῆρε ὡς βάσι τὴ μεγαλόσχημη ἑλληνικὴ γραφὴ καὶ ἁπλουστεύθηκε· ἔτσι ἐδημιουργήθηκε ἡ λεγομένη Κυρίλλειος γραφή. ῾Η δεύτερη αὐτὴ μορφὴ τοῦ ἀλφαβήτου προφανῶς ἐπινοήθηκε ἀπὸ τὸν Μεθόδιο, ποὺ τὴ χαρακτήρισε Κυρίλλεια πρὸς τιμὴ τοῦ ἀδελφοῦ του ποὺ ἤδη εἶχε ἀποθάνει.
῾Η γλῶσσα στὴν ὁποία οἱ δύο ἀδελφοὶ μετέφρασαν τὰ βιβλικὰ καὶ λειτουργικὰ κείμενα ἦταν ἡ ὁμιλουμένη τότε ἀπὸ τὰ νοτιοσλαβικὰ φῦλα ποὺ εἶχαν εἰσχωρήσει στὰ ἐδάφη τῆς ἑλληνικῆς αὐτοκρατορίας. Πολλοὶ Σλάβοι ἔρχονταν στὴ Θεσσαλονίκη γιὰ ἐμπορικοὺς λόγους κι ἀκόμη περισσότεροι ἐργάζονταν ὡς ὑπηρέτες (σκλάβοι) στὶς οἰκογένειες εὐγενῶν Θεσσαλονικέων, ὅπως ἦταν καὶ ἡ οἰκογένεια τοῦ Μεθοδίου καὶ τοῦ Κωνσταντίνου. Τὰ μέλη αὐτῶν, καθὼς καὶ οἱ ἔμποροι, ἐμάθαιναν πολλὲς λέξεις ἐκείνης τῆς ἀκατέργαστης διαλέκτου κατ᾿ ἀνάγκην.
Φυσικὰ ἄνθρωποι ὑψηλῆς νοημοσύνης, ὅπως ὁ Κωνσταντῖνος καὶ ὁ Μεθόδιος εὐχερῶς συνελάμβαναν καὶ ὅλον τὸν μηχανισμὸ αὐτῆς τῆς γλώσσας. Δὲν πρέπει νὰ λησμονοῦμε ὅτι ἀργότερα ὁ Μεθόδιος ἔζησε δέκα χρόνια ἀνάμεσα σὲ Σλάβους ὡς διοικητὴς Σκλαβηνίας καὶ ὅτι ὁ Κύριλλος εἶχε μεγάλη εὐχέρεια γλωσσομαθείας, ἀφοῦ ἐγνώριζε ὀκτὼ τουλάχιστο γλῶσσες.
᾿Επειδὴ τὰ σλαβικὰ φῦλα εἶχαν ἀποσπασθῆ τὸ ἕνα ἀπὸ τὸ ἄλλο μόλις πρὸ τριακοσίων ἐτῶν, δὲν ὑπῆρχαν ἀκόμη μεγάλες διαλεκτικὲς διαφορὲς μεταξύ τους· ἑπομένως ἡ γλῶσσα τῶν νοτίων Σλάβων ἦταν κατανοητὴ ἀπὸ τοὺς δυτικοὺς καὶ βορείους Σλάβους. ᾿Αλλὰ ἡ γλωσσικὴ μορφή, τὴν ὁποία ἐχρησιμοποίησαν οἱ δυὸ ἀδελφοὶ δὲν ἦταν καθ᾿ ὅλα ὅμοια μὲ τὴν ὁμιλουμένη ἐκείνη διάλεκτο. Εἶχε ὑποστῆ μεταμόρφωση μὲ τὴ γραφίδα τους. ᾿Απέκτησε σύνθετες λέξεις καὶ νέους γλωσσικοὺς τύπους, κατ᾿ ἐπίδραση τῆς ἑλληνικῆς, καὶ ἐπῆρε ἱεροπρεπῆ χαρακτῆρα. ῏Ηταν ἕως ἕνα σημεῖο γλῶσσα τεχνητὴ ποὺ ποτὲ δὲν χρησιμοποιήθηκε αὐτούσια στὸν προφορικὸ λόγο. ᾿Αλλὰ παρ᾿ ὅλα αὐτὰ ἀπετέλεσε τὴ βάσι τῆς ἀναπτύξεως ὅλων τῶν ἐθνικῶν σλαβικῶν γλωσσῶν κι ἔγινε τὸ μέσο κάποιας ἑνότητος τῶν σλαβικῶν λαῶν ἀπὸ τὴν ἐποχὴ ἐκείνη ἕως σήμερα.
Πρὶν ξεκινήση γιὰ τὸ μεγάλο ταξίδι, ὁ Κωνσταντῖνος συμπλήρωσε τὴ μετάφραση τῶν τεσσάρων εὐαγγελίων, τῶν ἐπιστολῶν τῆς Κ. Διαθήκης καὶ μιᾆς περιωρισμένης συλλογῆς πατερικῶν κειμένων. Συνέταξε ἐπίσης γραμματικὴ καὶ ὁμιλίες.
ΤΟ ΕΡΓΟ ΣΤΗΝ ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΕΥΡΩΠΗ
῾Ο Χριστιανισμὸς εἶχε ἀρχίσει νὰ διαδίδεται ἀνάμεσα στοὺς Μοραβοὺς ἀπὸ ἱεραποστόλους ῞Ελληνες, ᾿Ιταλοὺς καὶ Γερμανοὺς (Βίος Μεθοδίου, 5), ἀλλά, ἐνῶ οἱ ἡγεμόνες τους καὶ ἀρκετοὶ εὐγενεῖς εἶχαν βαπτισθῆ, ὁ λαὸς παρέμενε ἀκόμη στὴν εἰδωλολατρεία. ῾Η τάσις πολλῶν δυτικῶν ἱστορικῶν νὰ ἐπιβάλουν τὴν ἄποψι ὅτι ᾿Ιρλανδοσκῶτοι καὶ ἄλλοι δυτικοὶ ἱεραπόστολοι εἶχαν διαδώσει σὲ μεγάλη ἔκτασι τὴ χριστιανικὴ πίστι ἀνάμεσα στοὺς Μοραβοὺς καὶ τοὺς γειτονικοὺς λαοὺς εἶναι ἀβάσιμη. Τὰ ἴχνη παλαιῶν ναῶν ποὺ εὑρέθηκαν μὲ τὶς ἀνασκαφὲς ἀνάγονται στὴν ἐποχὴ τοῦ Κωνσταντίνου καὶ τοῦ Μεθοδίου, ἐνῶ οἱ δυὸ ἢ τρεῖς ναοὶ ποὺ ἐντοπίζονται στὴν πρὶν ἀπὸ αὐτοὺς ἐποχὴ εἶναι κτίσματα ὡρισμένων πριγκήπων ποὺ ἤθελαν νὰ ἐξευμενίσουν τοὺς Γερμανοὺς ἡγεμόνες.
῾Ο Ραστισλάβος ἐστράφηκε πρὸς τὸ Βυζάντιο γιὰ νὰ ζητήσει ἐπίσκοπο καὶ διδάσκαλο ὄχι γιὰ τὴν ὁλοκλήρωσι τῆς διαδόσεως τοῦ Χριστιανισμοῦ, ἀλλὰ γιὰ τὴν ἐξ ἀρχῆς σχεδὸν διάδοσί του. ῞Ο,τι εἶχε γράψει προηγουμένως καὶ στὸν πάπα Νικόλαο τῆς Ρώμης βεβαιώνεται μὲν στὴν ἐπιστολὴ τοῦ ᾿Αδριανοῦ Β¢, διαδόχου τοῦ Νικολάου, ἀλλὰ φαίνεται ἀνυπόστατο· διότι ὁ Ραστισλάβος ἐγνώριζε πολὺ καλὰ ὅτι στὴ Ρώμη δὲν ὑπῆρχαν διδάσκαλοι τῆς σλαβονικῆς γλώσσας καὶ προφανῶς ὁ ᾿Αδριανὸς ἔγραψε αὐτὸ τὸ πρᾆγμα γιὰ νὰ δικαιολογήση τὴν ἀπόφασί του νὰ δεχθῆ τὴν εἰσαγωγὴ τῆς σλαβονικῆς καὶ ν᾿ ἀπαιτήση ὑπακοὴ τῆς σλαβονικῆς ᾿Εκκλησίας στὴ Ρώμη.
῾Η στροφὴ τοῦ Ραστισλάβου πρὸς τὸ Βυζάντιο ὀφείλεται σὲ δύο λόγους· πρῶτα στὴν ἀνάγκη νὰ ζητήση στὶς δύσκολες στιγμὲς ποὺ ἐπερνοῦσε βοήθεια ἀπὸ ἕνα κράτος ποὺ δὲν μποροῦσε ποτὲ νὰ ἐπέμβη σὲ βάρος του λόγω τῆς μεγάλης ἀποστάσεως· καὶ δεύτερο διότι ἐγνώριζε ὅτι ἐκεῖ ἐγίνονταν προεργασία μεταφράσεως τῶν ἐκκλησιαστικῶν βιβλίων στὴ σλαβικὴ γλῶσσα.
Πρέπει σ᾿ αὐτὸ τὸ σημεῖο νὰ παρατηρηθῆ ὅτι εἶναι λαθεμένη ἡ ἄποψις, ὅτι ὁ Μοραβὸς ἡγεμὼν ἐζήτησε δυὸ πρόσωπα, ἕναν ἐπίσκοπο καὶ ἕνα διδάσκαλο. ᾿Εκείνη τὴν ἐποχὴ ὁ ἐπίσκοπος ἐθεωρεῖτο ὁ κατ᾿ ἐξοχὴν διδάσκαλος τῆς χριστιανικῆς πίστεως· ἄλλο βέβαια ὅτι τὸ Βυζάντιο ἔστειλε δυὸ πρόσωπα μαζὶ μὲ πολλοὺς ἀκολούθους. Τὸ Βυζάντιο δὲν ἔστειλε ἐπίσκοπο, ὅπως ἐζητοῦσε ὁ Μοραβός· διότι κατὰ τὴν ἑλληνικὴ ὀρθόδοξη ἄποψι ὁ ἐπίσκοπος κυβερνᾆ ὡρισμένη ἐπαρχία καὶ δὲν μπορεῖ νὰ προβαίνη σὲ ἱεραποστολικὲς περιοδεῖες. Γι᾿ αὐτὸ ἀντὶ γιὰ ἐπίσκοπο ἔστειλε ὁμάδα ἱεραποστόλων. ῾Ο ἐπίσκοπος ἢ οἱ ἐπίσκοποι τῆς περιοχῆς ἔπρεπε νὰ προέλθουν ἀπὸ τὸ ἔργο αὐτῶν τῶν ἱεραποστόλων.
῾Υπὸ τὴν ἡγεσία τοῦ Κωνσταντίνου καὶ τοῦ Μεθοδίου ἐξεκίνησε αὐτὴ ἡ ὁμάδα γιὰ τὴ Μοραβία τὴν ἄνοιξι τοῦ 863. Πρέπει βέβαια νὰ σημειωθῆ ὅτι ἡ αἴτησις τοῦ Ραστισλάβου ἐκτὸς ἀπὸ τὶς θρησκευτικὲς προτάσεις εἶχε καὶ πολιτικές, τὶς ὁποῖες φυσικὰ προέβαλαν οἱ πρέσβεις προφορικὰ καὶ ὄχι γραπτά, χάριν ἀσφαλείας. Εἶναι λοιπὸν πιθανὸ ὅτι τὰ μέλη τῆς μοραβικῆς πρεσβείας ποὺ ἦσαν ἐπιφορτισμένα μὲ τὴν πολιτικὴ ἀποστολὴ εἶχαν ἐπιστρέψει ἐνωρίτερα στὴ χώρα τους μὲ τὴν ὑπόσχεσι τοῦ αὐτοκράτορος Μιχαὴλ Γ¢ ὅτι θὰ βοηθήση τοὺς Μοραβοὺς στὶς διαφορές τους μὲ τοὺς Βουλγάρους. Τὰ ἄλλα μέλη ἔμειναν ἐπὶ τόπου στὴ βασιλεύουσα, γιὰ νὰ ὁδηγήσουν τὴν ἱεραποστολή. ῾Η ὁμάδα τῆς ἱεραποστολῆς περιελάμβανε, ἐκτὸς ἀπὸ τοὺς δύο ἀδελφούς, τὸν Κλήμεντα, μετέπειτα ἀρχιεπίσκοπο ᾿Αχρίδος, τὸν Κωνσταντῖνο, μετέπειτα ἀρχιεπίσκοπο Πρεσλάβας, τοὺς Ναούμ, Σάβα, ᾿Αγγελάριο, Λαυρέντιο καὶ ἄλλους συνεργάτες, ποὺ διακρίθηκαν καὶ ἀργότερα στὸ ἱεραποστολικὸ ἔργο. ᾿Εφοδιασμένοι μὲ γράμμα τοῦ αὐτοκράτορος πρὸς τὸν Ραστισλάβο οἱ ἱεραπόστολοι ἐπῆραν τὸν δρόμο τῆς Εὐρώπης, φυσικὰ μέσω τῆς Θεσσαλονίκης, ὅπου διέμενε πάντα ἡ μητέρα τους, τὴν ὁποία δὲν εἶχαν ἰδεῖ γιὰ πολὺ καιρό. Μὲ τὴν εὐκαιρία αὐτὴ ἡ μητέρα τοὺς συνέστησε, σὲ περίπτωσι ποὺ ὁ ἕνας ἀπὸ τοὺς δύο πεθάνει στὰ ξένα, ὁ ἄλλος νὰ μεταφέρη τὸ σκήνωμά του στὴ μονή τους. ῎Επειτα διὰ τῶν Σκοπίων, τῆς Ναϊσσοῦ, τῆς Σιγγιδόνος (Βελιγραδίου), τοῦ Σιρμίου, ἔφθασαν στὴ Μοραβία, ὅπου τοὺς ἐπερίμεναν ἐκπρόσωποι τοῦ ἡγεμόνος.
Στὴ συνέχεια οἱ κάτοικοι τῆς Μοραβίας, ἄρχοντες καὶ λαός, ἐπεφύλαξαν θερμὴ ὑποδοχὴ στοὺς ῞Ελληνες ἱεραποστόλους. Πρῶτος σταθμός τους ἦταν τὸ ἀνάκτορο τοῦ Ραστισλάβου, ποὺ ὅπως ἐσημειώσαμε παραπάνω ἦταν στὸ Βάλυ. ῎Επειτα, ὅπως φαίνεται, ἐγκαταστάθηκαν στὴ μικρὴ πόλι Βέλεχραδ, ποὺ εὑρισκόταν κοντὰ στὸ σημερινὸ Στάρε Μιέστο, ὅπου ἦσαν ἀπὸ παλαιότερα ἐγκατεστημένοι οἱ πρῶτοι Βυζαντινοὶ ἱεραπόστολοι καὶ πολλοὶ ῞Ελληνες ἔμποροι.
Οἱ Μοραβοὶ ἐζοῦσαν κατὰ πατριὲς στοὺς ἀγροτικοὺς οἰκισμούς των. Σὲ κάθε περιφέρεια ὑπῆρχαν ἕνα ἢ περισσότερα ὀχυρά, χρὰδ (γράδ), ὅπου ἔμεναν οἱ φύλαρχοι μὲ τὸ στρατό τους. ᾿Αλλὰ τὰ ὀχυρὰ ἐξελίχθηκαν μὲ τὸν καιρὸ σὲ πόλεις. Τὸ Βέλεχραδ εἶναι τὸ πρῶτο καὶ ἴσως τὸ μόνο τότε ὀχυρὸ ποὺ εἶχε πάρει τὴ μορφὴ κωμοπόλεως.
῾Ο Κωνσταντῖνος καὶ ὁ Μεθόδιος ἐπιδόθηκαν στὸ ἔργο τους μὲ σύστημα καὶ ἀποτελεσματικότητα. ῞Ιδρυσαν πρῶτα μιὰ σχολὴ στὴν ὁποία ἐφοίτησαν νέοι εὐγενῶν οἰκογενειῶν ἐπιλεγμένων ἀπὸ τὸν Ραστισλάβο. Οἱ νέοι αὐτοὶ ἐδιδάσκονταν τὸ ἀλφάβητο, τὴ γραμματική, τὴν ἁγία Γραφή, τὶς ἀκολουθίες, τοὺς βυζαντινοὺς νόμους. Συγχρόνως ἐπεξέτειναν τὴ διδαχὴ στὸ λαὸ κι ἐβάπτιζαν ὅσους προσέρχονταν στὸ Χριστιανισμό. Γιὰ τὴν διδαχὴ αὐτὴ ἀπέστειλαν τοὺς συνεργάτες των στοὺς διεσκορπισμένους οἰκισμοὺς τῆς χώρας. ῎Ετσι ὁ Χριστιανισμός, ποὺ εἶχε διαδοθῆ ἕως τότε σὲ λίγα ὀχυρά, τὰ ὁποῖα εἶχαν ἀποκτήσει καὶ ξυλίνους ναούς, διαδόθηκε πλέον ἀπὸ τὸ ἕνα ἄκρο τῆς χώρας στὸ ἄλλο μεταξὺ τῶν Μοραβῶν, ἀλλὰ ἐπίσης καὶ τῶν Τσέχων, τῶν Σλοβάκων, τῶν Πολωνῶν.
Οἱ ἱεραπόστολοι ὠργάνωσαν ἀμέσως λατρεία στὴ σλαβικὴ γλῶσσα, μεταφράζοντας γιὰ χρῆσι στὴ λατρεία τὶς ἀκολουθίες λίγο λίγο, σύμφωνα μὲ τὴν πορεία τοῦ ἡμερολογίου. ῾Ο Κωνσταντῖνος, βοηθούμενος ἀπὸ τὸν Μεθόδιο, μετέφρασε τὴ λειτουργία καὶ τὰ βασικὰ στοιχεῖα τοῦ ὄρθρου, τῶν ὡρῶν, τοῦ ἑσπερινοῦ, τοῦ ἀποδείπνου, καὶ τοῦ εὐχολογίου, συμπληρώνοντας ἀπὸ καιρὸ σὲ καιρὸ τὴ μετάφρασι αὐτῶν τῶν ἀκολουθιῶν· μετέφρασε ἐπίσης τὸν Ψαλτῆρα. Βέβαια ἡ μετάφρασις τῶν λειτουργικῶν βιβλίων στὶς λεπτομέρειές τους, κυρίως τῶν μηναίων, συνεχίσθηκε ἐπὶ αἰῶνες.
Μέριμνα τῶν ἱεραποστόλων ἦταν ἐπίσης καὶ ἡ ἀνέγερσις λιθίνων ναῶν, ἀπὸ τοὺς ὁποίους ἔχουν πολλοὶ ἀνιχνευθῆ τελευταῖα μὲ τὴν ἀρχαιολογικὴ σκαπάνη. Φυσικὰ γιὰ τὸ ἔργο τοῦτο θὰ χρησιμοποιήθηκαν ῞Ελληνες τεχνῖτες καὶ ζωγράφοι, ποὺ προφανῶς ἔφθασαν στὸ μεταξὺ στὴ Μοραβία.
Τὸ ἔργο τῶν ῾Ελλήνων τούτων ἱεραποστόλων, ὑπὸ τὴν ἡγεσία τῶν δύο ἀδελφῶν, ἦταν πολὺ ἐπιτυχέστερο ἀπὸ τῶν ᾿Ιταλῶν καὶ τῶν Γερμανῶν. ᾿Αλλὰ πάντως οἱ ἀδελφοὶ ἀνέχθηκαν κι αὐτούς, παρ᾿ ὅλο ποὺ ἔβλεπαν ὅτι ὄχι ἁπλῶς ἐπέτρεπαν στοὺς ὀπαδούς τους μερικὲς ἀνωμαλίες, ἀλλὰ εἶχαν παραλάβει οἱ ἴδιοι ὡρισμένες δεισιδαιμονίες ἀπὸ τοὺς εἰδωλολάτρες Μοραβούς. ᾿Εκεῖνοι ὅμως ἐπετέθηκαν ἐναντίον τῶν ἀδελφῶν καὶ τῶν συνοδῶν τους. Εὑρῆκαν τὴν εὐκαιρία πολὺ γρήγορα, τὸ 864, ὅταν λίγο μετὰ τὴν ἄφιξι τῶν ἀδελφῶν στὴ Μοραβία ὁ Ραστισλάβος συνθηκολόγησε μὲ τὸν Λουδοβῖκο τὸν Γερμανικό, γιὰ ν᾿ ἀναθαρρήσουν καὶ νὰ τοὺς κατηγορήσουν. ᾿Ισχυρίσθηκαν ὅτι ὁ Θεὸς μπορεῖ νὰ ὑμνῆται καὶ νὰ λατρεύεται μόνο σὲ τρεῖς γλῶσσες, ἑβραϊκή, ἑλληνική, λατινική, δηλαδὴ στὶς γλῶσσες τῆς ἐπιγραφῆς ποὺ ἔβαλε ὁ Πιλᾆτος στὸ Σταυρὸ τοῦ Κυρίου, ἀλλὰ ὄχι καὶ στὴ σλαβική· ἑπομένως ὁ Κωνσταντῖνος καὶ ὁ Μεθόδιος εἶναι ἀξιοκατάκριτοι ποὺ χρησιμοποιοῦσαν μιὰ ἀπηγορευμένη γλῶσσα, τὴ σλαβική. ῾Ο Κωνσταντῖνος ἀνέτρεψε εὔκολα τοὺς ἰσχυρισμούς του καὶ τοὺς ἐχαρακτήρισε τριγλωσσικοὺς καὶ πιλατιανούς.
Βέβαια τὰ αἴτια τῆς ἐπιθέσεως εἶναι ἄλλα. Οἱ Γερμανοὶ εἶχαν ἐξοργισθῆ ἀπὸ τὴν ἐπίσημη πρόσκλησι τῶν ῾Ελλήνων ἱεραποστόλων, διότι ἀντιπαθοῦσαν καὶ ἐπιβουλεύονταν τοὺς Βυζαντινούς. ᾿Απὸ τὴν πλευρά τους καὶ οἱ ῞Ελληνες περιφρονοῦσαν τοὺς Γερμανοὺς ὡς ἡμιπολιτίστους καὶ διεκδικητὰς τοῦ αὐτοκρατορικοῦ τίτλου. Καὶ οἱ Σλάβοι ἄλλωστε τοὺς ἐχαρακτήριζαν μὲ τὸ ὄνομα νέμετς, βαρβάρους. ᾿Αρχηγὸς τοῦ Γερμανικοῦ κλήρου τῆς Μοραβίας ἦταν ὁ Βίχιγκ, τῶν ᾿Ιταλῶν ὁ ᾿Ιωάννης. ῞Ολοι αὐτοὶ οἱ δυτικοὶ κληρικοὶ τῆς Μοραβίας θὰ ἔφθαναν μόλις τοὺς 15. ῾Ο Ραστισλάβος, πιεζόμενος ἀπὸ τὶς ἐξελίξεις τῶν πολιτικῶν πραγμάτων, θέλησε νὰ συμβιβάση τὶς παρατάξεις, ἀλλὰ δὲν τὸ κατώρθωσε. Παρ᾿ ὅλα ὅμως αὐτὰ τὸ ἔργο προχωροῦσε μὲ μεγάλη ἐπιτυχία.
Οἱ ἱεραπόστολοι ἔμειναν αὐτὴν τὴν πρώτη περίοδο ἀπὸ τὸ φθινόπωρο τοῦ 863 ἕως τὶς ἀρχὲς τοῦ 867, δηλαδὴ τρία χρόνια καὶ τέσσερις μῆνες. Εἶχαν ἐκπαιδεύσει κιόλας πολλοὺς μαθητάς, ἀνάμεσα στοὺς ὁποίους ἦσαν ἑκατὸ περίπου θεολόγοι. Δὲν εἶχαν ὅμως ἀρκετοὺς ἱερεῖς γιὰ τὴν τέλεσι τῆς λατρείας. ῞Οπως εἶναι γνωστό, ἀπὸ τοὺς ἀδελφοὺς μόνο ὁ Κωνσταντῖνος ἦταν ἱερεύς, ἀλλὰ εἶναι πιθανὸ ὅτι καὶ μερικοὶ ἀπὸ τοὺς συνεργάτες των ἦσαν ἐπίσης χειροτονημένοι, ἐνῶ προστέθηκαν σ᾿ αὐτοὺς καὶ οἱ παλαιοὶ ῞Ελληνες ἱεραπόστολοι τῆς περιοχῆς. Τὸ σύνολο τῶν Βυζαντινῶν κληρικῶν στὴ Μοραβία πρέπει νὰ ἐκυμαίνονταν γύρω στοὺς 20. ᾿Αλλὰ πάντως δὲν ἐπαρκοῦσαν γιὰ τὴν κάλυψι ὅλων τῶν ἀναγκῶν τοῦ αὐξανομένου ποιμνίου. ῎Επρεπε νὰ ζητήσουν χειροτονία ἑνὸς ἢ δύο ἐπισκόπων γιὰ τὴ μετάδοσι τῆς ἱερωσύνης σὲ ἄλλους.
ΟΙ ΑΔΕΛΦΟΙ ΣΤΗ ΡΩΜΗ
Οἱ δυὸ ἀδελφοὶ ἀνεχώρησαν ἀπὸ τὴ Μοραβία, ἀφοῦ ἄφησαν ἐκεῖ μερικοὺς συνεργάτες των. ᾿Αντὶ νὰ συνεχίσουν τὸ δρόμο πρὸς τὸν προορισμό τους, ἐπέρασαν ἀπὸ τὴν πρωτεύουσα τῆς Παννονίας, τὸ Βλάτινσκι Κοστέλ. Αὐτὴ ἡ χώρα, ποὺ παλαιότερα ἀνῆκε στὴ ρωμαϊκὴ κι ἔπειτα στὴ βυζαντινὴ αὐτοκρατορία, εἶχε καταληφθῆ τώρα ἀπὸ τοὺς Σλοβένους ποὺ ἦταν ἀπόσπασμα τῶν Σλοβάκων. ῾Ο Χριστιανισμός, ἀφοῦ πρῶτα καταστράφηκε ἀπὸ τοὺς Σλάβους, τώρα ἐπανέρχονταν σ᾿ αὐτήν. ῾Ο ἡγεμὼν Κότσελ, ποὺ ἦταν ἤδη χριστιανός, ἐζήλευε τὴν τύχη τῶν Μοραβῶν, διότι εἶχαν ἐπιτύχει τέτοιους διδασκάλους. Εἶχε ἔλθει σ᾿ ἐπαφὴ μὲ τοὺς ἱεραποστόλους καὶ πρωτύτερα· τώρα ἔρχονταν αὐτοὶ οἱ ἴδιοι στὴ χώρα του, γιὰ νὰ ἱκανοποιήσουν καὶ τὸ δικό τους αἴτημα νὰ διδάξουν τοὺς Σλοβένους. ῾Ο ἡγεμὼν τοὺς ὑποδέχθηκε μὲ δικαιολογημένο ἐνθουσιασμό, ἔμαθε ὁ ἴδιος τὴ σλαβικὴ γραφὴ κι ἐδιάβασε τὰ βιβλία τους. Παρέμειναν στὴν Παννονία ἐπὶ ἕξι μῆνες, κατὰ τὴ διάρκεια τῶν ὁποίων ἐξεπαίδευσαν πενήντα μαθητάς.
῎Επειτα συνέχισαν τὸ δρόμο τους. Ποιὸς ἦταν ὁ προορισμός τους καὶ ὁ σκοπὸς τοῦ νέου ταξιδιοῦ τους; Δὲν λέγεται σαφῶς στοὺς Βίους. ᾿Επειδὴ τελικὰ ἐπῆγαν στὴ Ρώμη, ὅπου παρέμειναν ἀρκετὸ χρόνο, οἱ Ρωμαιοκαθολικοὶ ἱστορικοὶ ἰσχυρίζονται ὅτι ἡ Ρώμη ἦταν ὁ προορισμός τους καὶ σκοπός τους ἦταν νὰ ἐπιδιώξουν ἀναγνώρισι τῆς ἀποστολῆς των ἀπὸ τὸν πάπα. Αὐτὴ ἡ ἄποψις εἶναι ἀβάσιμη. Τὸν προορισμό τους εὑρίσκομε στὰ λόγια τοῦ Βίου τοῦ Μεθοδίου, κατὰ τὰ ὁποῖα, “ἔπειτα ἀπὸ τρία χρόνια, ἀφοῦ κατάρτισαν μαθητάς, ἐπέστρεψαν ἀπὸ τὴ Μοραβία” (Βίος Μεθοδίου, 5). ᾿Επιστρέφει κανεὶς στὸ μέρος ἀπὸ τὸ ὁποῖο εἶχε φύγει, κι ἐδῶ οἱ ἀδελφοὶ ἐπέστρεψαν στὴν Κωνσταντινούπολι.
Οἱ δύο ἀδελφοὶ εἶχαν ἀναλάβει μιὰ μεγάλη ἀποστολὴ ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα Μιχαὴλ τὸν Γ¢ καὶ τὸν πατριάρχη Φώτιο. ᾿Ενήργησαν τὰ πάντα σύμφωνα μὲ τὶς ἐντολές τους, καὶ τώρα, ποὺ ἔβλεπαν ὅτι οἱ ἐκκλησίες τῆς Μοραβίας καὶ τῆς Σλοβενίας μποροῦσαν νὰ ὀργανωθοῦν μητροπολιτικῶς, ἐπήγαιναν στὴν πρωτεύουσα τῆς αὐτοκρατορίας, γιὰ νὰ δώσουν ἀπολογισμὸ τοῦ ἔργου τους, νὰ χειροτονήσουν τοὺς μαθητάς των, ἴσως τέσσερις ἢ πέντε, ἐπισκόπους, ἀλλὰ ἐπίσης νὰ χειροτονηθοῦν καὶ οἱ ἴδιοι σ᾿ ἐπισκόπους, γιὰ ν᾿ ἀναλάβουν τὶς ἀρχιεπισκοπὲς ποὺ ἐπρόκειτο νὰ συσταθοῦν στὶς δυὸ ἐκεῖνες χῶρες. Εἶχαν δηλαδὴ ἀποφασίσει νὰ ἱκανοποιήσουν τὰ αἰτήματα τῶν Σλάβων, δεχόμενοι τὴ χειροτονία τους ὁ Κωνσταντῖνος γιὰ τὴ Μοραβία, ὁ Μεθόδιος γιὰ τὴ Σλοβενία.
᾿Αλλ᾿ ὅταν εὑρίσκονταν ἀκόμα στὴ Ρώμη ἔμαθαν δυσάρεστα νέα. ῾Ο Βόρις τῆς Βουλγαρίας εἶχε ἀποσπάσει τὴ βουλγαρικὴ ᾿Εκκλησία ἀπὸ τὴν ἐπιρροὴ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου κι ἐστρέφονταν πρὸς τὴ Δύσι. ῾Ο δρόμος, ποὺ εἶχαν ἀκολουθήσει κατὰ τὴ μετάβασί τους στὴν Κεντρικὴ Εὐρώπη οἱ ἱεραπόστολοι, ἀπὸ τὴν Θεσσαλονίκη στὸ Βελιγράδι, ἦταν κλεισμένος. Δὲν ἦταν λοιπὸν φρόνιμο νὰ μεταβοῦν διὰ τοῦ βουλγαρικοῦ ἐδάφους στὴν Κωνσταντινούπολι, ἀλλὰ ἔπρεπε ν᾿ ἀκολουθήσουν τὸ δρόμο τῆς θάλασσας. Γι᾿ αὐτὸ κατέβηκαν στὴ Βενετία, ποὺ πολιτικῶς ἦταν προτεκτορᾆτο τοῦ Βυζαντίου, ἀλλὰ ἐκκλησιαστικῶς ὑπαγόταν στὴ Ρώμη. Στὴν πόλι αὐτὴ ὅμως τοὺς ὑποδέχθηκαν μὲ ἄγριες διαθέσεις δυτικοὶ ἐπίσκοποι, ἱερεῖς καὶ μοναχοί, ποὺ τοὺς κατηγοροῦσαν διότι χρησιμοποιοῦσαν τὴ σλαβικὴ γλῶσσα στὴ λατρεία, παρὰ τὴν ἀπόφασι τῆς συνόδου τῆς Φραγκφούρτης ποὺ εἶχε συγκληθῆ ἀπὸ τὸν Μέγα Κάρολο καὶ εἶχε ἐπιτρέψει τὶς μεταφράσεις.
῾Ο Κωνσταντῖνος, ἀντιμετωπίζοντας τοὺς ἀντιπάλους του καὶ ἀλλοῦ καὶ στὴ Βενετία, ἐπεκαλεῖτο τὸ γεγονὸς ὅτι ὅλοι οἱ λαοὶ ἔχουν τὸ εὐαγγέλιο καὶ ὑμνοῦν τὸ Θεὸ στὴ γλῶσσα τους: ᾿Αρμένιοι, Πέρσες, ᾿Αβασγοί, ῎Ιβηρες, Σουγδαῖοι, Γότθοι, ῎Αβαροι, Τοῦρκοι, Χάζαροι, ῎Αραβες, Αἰγύπτιοι, Σῦροι καὶ ἄλλοι. ᾿Αλλὰ δὲν ἔπειθε· διότι ὅλοι οἱ λαοὶ αὐτοὶ ἀνῆκαν στὸ κλῖμα τῆς ᾿Ανατολῆς καὶ ἦταν φυσικὸ νὰ χρησιμοποιοῦν τὴν δική τους γλῶσσα στὴ λατρεία. Στὴ Δύσι μόνο τρεῖς γλῶσσες ἦταν δεκτές, κι ἀπὸ αὐτὲς μόνο οἱ δύο γιὰ τὴ λατρεία· ἡ ἑλληνικὴ γιὰ τὴν ᾿Ανατολή, ἡ λατινικὴ γιὰ τὴ Δύσι.
Οἱ ἐπιτόπιοι παράγοντες τῆς Βενετίας φαίνεται ὅτι ἔθεσαν τοὺς ἱεραποστόλους ὑπὸ περιορισμό, κι ἔπειτα ὁ πάπας Νικόλαος Α¢ (858-867), ποὺ εὑρίσκονταν σὲ ὀξεῖα ἀντίθεσι μὲ τὸν Φώτιο, τοὺς ἐκάλεσε στὴ Ρώμη γιὰ ἐξέτασι. ῎Εφθασαν ἐκεῖ τὸν Δεκέμβριο τοῦ 867. Τότε ὅμως εἶχε ἀλλάξει πλέον ἡ κατάστασις στὴ Ρώμη. ῾Ο Νικόλαος εἶχε ἀποθάνει· ὁ νέος πάπας ᾿Αδριανὸς Β¢ (867-872), ὁ κλῆρος καὶ ὁ λαὸς τῆς Ρώμης ἐδέχθηκαν μ᾿ ἐνθουσιασμὸ τοὺς ἱεραποστόλους, διότι ὅπως πληροφορήθηκαν στὸ μεταξύ, τοὺς ἔφεραν πολύτιμα δῶρα, τὰ λείψανα τοῦ ἁγίου Κλήμεντος. ᾿Εξ αἰτίας αὐτοῦ τοῦ λόγου καὶ τῆς ἐπιθυμίας τοῦ πάπα ν᾿ ἀποκαταστήση τὶς διαταραγμένες σχέσεις μὲ τὴν Κωνσταντινούπολι, δὲν παρουσιάσθηκαν ἐμπόδια στὶς ἐπιδιώξεις τῶν δύο ἀδελφῶν. Τὰ λείψανα τοῦ ἁγίου Κλήμεντος ἀποτέθηκαν στὸν πρὸς τιμή του ναὸ ποὺ ὑπῆρχε στὴ Ρώμη ἀπὸ τὸν τέταρτο αἰῶνα. ῎Επειτα ἀπὸ πολλὲς συζητήσεις ἐπίσης ὁ πάπας ἀποδέχθηκε καὶ τὰ σλαβικὰ βιβλία, τὰ ὁποῖα ἀπέθεσε στὸ Ναὸ τῆς Παναγίας, τὸν ὀνομαζόμενο Φάτνη. Εἶναι ὁ ναὸς τῆς Ρώμης ποὺ σήμερα λέγεται Santa Maria Maggiore, ῾Αγία Μαρία ἡ Μεγάλη. ῾Η ἀποδοχὴ ἔγινε σ᾿ ἐπίσημη τελετή, κατὰ τὴν ὁποία ὁ Κωνσταντῖνος ἐτέλεσε τὴ λειτουργία στὴ σλαβονικὴ γλῶσσα.
Οἱ ἀδελφοὶ ἔμειναν πολὺν καιρὸ στὴ Ρώμη, μαζὶ καὶ οἱ δύο 14 μῆνες ἕως τὸ θάνατο τοῦ Κωνσταντίνου καὶ ἔπειτα ἄλλους 6 περίπου μῆνες μόνος ὁ Μεθόδιος μὲ τοὺς συνοδούς του. ῍Αν τὰ πράγματα ἦσαν ὁμαλά, ἡ παραμονή τους δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ ὑπερβῆ τοὺς δυὸ ἢ τρεῖς μῆνες, ἀφοῦ μάλιστα ὁ τόπος τῆς δραστηριότητός των ἐζητοῦσε τὴν παρουσία τους.
Οἱ λόγοι γιὰ τοὺς ὁποίους ἔμειναν τόσο πολὺ στὴ Ρώμη εἶναι πολλαπλοί. Τὸ Σεπτέμβριο τοῦ 867, ὅταν πιθανῶς οἱ ἀδελφοὶ εὑρίσκονταν στὴ Βενετία, ἐδολοφονήθηκε ὁ αὐτοκράτωρ τοῦ Βυζαντίου Μιχαὴλ ὁ Γ¢ καὶ ἀνέλαβε τὴν ἐξουσία ὁ Βασίλειος Α¢ ὁ Μακεδών· τὸν Νοέμβριο τοῦ ἰδίου ἔτους ἀπομακρύνθηκε ἀπὸ τὸν πατριαρχικὸ θρόνο ὁ Φώτιος καὶ ἐπανῆλθε σ᾿ αὐτὸν ὁ ᾿Ιγνάτιος. ῎Ετσι οἱ ἄνδρες ποὺ εἶχαν στείλει τοὺς ἱεραποστόλους στὴν Κεντρικὴ Εὐρώπη ἦσαν νεκροὶ καὶ ἐκτὸς ἐξουσίας καὶ οἱ ἴδιοι δὲν ἐγνώριζαν ποιὰ στάσι θὰ ἐκρατοῦσαν ἀπέναντί τους οἱ νέοι ἄρχοντες. Σὲ ποιοὺς θὰ ἔδιναν τὸν ἀπολογισμὸ τοῦ ἔργου τους, ἂν θὰ μετέβαιναν στὴν Κωνσταντινούπολι;
῎Ετσι ἀναγκάσθηκαν νὰ δεχθοῦν οἱ ἴδιοι τὴν μετάβασί τους καὶ τὴν παράτασι τῆς παραμονῆς τους στὴ Ρώμη. ᾿Απὸ τὸ ἄλλο μέρος οἱ Ρωμαῖοι ἄρχοντες δὲν ἤθελαν νὰ τοὺς ἀφήσουν τόσο ἐνωρὶς νὰ ἐπιστρέψουν στὴν Μοραβία καὶ Παννονία, διότι δὲν εἶχαν ἐμπιστοσύνη σ᾿ αὐτούς· ἐφοβῶνταν ὅτι θὰ παρέμεναν ἀφωσιωμένοι στὴν Κωνσταντινούπολι, καὶ εἶχαν δίκαιο. ᾿Εκεῖ ἦταν συνεχῶς ἡ σκέψις των. ῎Ισως στὸ μεταξὺ εἶχαν καθαρισθῆ τὰ πράγματα, ὥστε νὰ ἐγίνονταν εὐπρόσδεκτοι ἀπὸ τοὺς νέους ἄρχοντες τοῦ Βυζαντίου. ῞Ομως οἱ Ρωμαῖοι δὲν ἤθελαν νὰ τοὺς ἀφήσουν οὔτε γιὰ τὴν Κωνσταντινούπολι.
Εἴπαμε προηγουμένως ὅτι στὴ Μοραβία ὑπῆρχαν μερικοὶ ῞Ελληνες ἱερεῖς ἀπὸ προηγουμένως καὶ ὅτι ἐπίσης μερικοὶ ἀπὸ τοὺς συνοδοὺς τῶν ἀδελφῶν ἦσαν ἴσως χειροτονημένοι. Τώρα οἱ ἀδελφοὶ ἐπεδίωκαν νὰ μεταβοῦν στὴν Κωνσταντινούπολι, γιὰ νὰ χειροτονηθοῦν σὲ ἐπισκόπους, ποὺ θὰ ἀναλάμβαναν τὶς δύο ὑπὸ σύστασι ἀρχιεπισκοπές, καὶ νὰ χειροτονήσουν ἐπίσης μερικοὺς συνεργάτες τους σὲ ἐπισκόπους, ὥστε ν᾿ ἀποτελέσουν τὴν ἱεραρχία τῶν δύο περιοχῶν.
Οἱ δύο ἀδελφοὶ μαζὶ μὲ τοὺς μαθητάς των ἔμεναν στὰ ἑλληνικὰ μοναστήρια τῆς Ρώμης, ἀναμένοντας τὶς χειροτονίες, ἔστω καὶ ἀπὸ τὸν πάπα, ἀφοῦ ἐκείνη τὴν ἐποχὴ ἡ ᾿Εκκλησία, παρὰ τὶς διαφορὲς ποὺ ὑπῆρχαν, ἦταν ἑνωμένη. Οἱ ἄρχοντες τῆς Ρώμης δὲν ἦσαν βέβαια διατεθειμένοι νὰ δώσουν τέτοιες δικαιοδοσίες· ἀλλὰ πάντως ὁ πάπας ᾿Αδριανὸς Β¢ ἐχειροτόνησε τὸν Μεθόδιο ἱερέα, ἐνῶ οἱ ἐπίσκοποι Φορμῶζος Πόρτου καὶ Γαυδέριχος Βελλέτρης ἐχειροτόνησαν μαθητάς των σὲ ἱερεῖς καὶ διακόνους. Κατὰ τὶς χειροτονίες αὐτὲς ἡ λειτουργία ἐτελέσθηκε σλαβικά.
῾Ο Κωνσταντῖνος, ποὺ φαίνεται ὅτι πάντοτε εἶχε ἐπισφαλῆ ὑγεία, ἀσθένησε τὸν Δεκέμβριο τοῦ 868. Προαισθανόμενος τὸ τέλος του νὰ ἐπέρχεται, ἐφόρεσε ἄμφια κι ἔμεινε ἐνδεδυμένος ὁλόκληρη τὴν ἡμέρα. Εἶπε χαρούμενος· “δὲν εἶμαι πλέον ὑπηρέτης οὔτε τοῦ αὐτοκράτορος, οὔτε κανενὸς ἄλλου ἐπὶ τῆς γῆς, ἀλλὰ τοῦ παντοδυνάμου Θεοῦ. ῎Ετσι ἤμουν πάντοτε, εἶμαι καὶ θὰ εἶμαι αἰωνίως. ᾿Αμήν”.
Τὴν ἑπομένη ἡμέρα ἐφόρεσε τὸ μοναχικὸ ἔνδυμα κι ἔλαβε τὸ ὄνομα Κύριλλος. ῎Εμεινε 50 ἡμέρες μὲ τὸ ἔνδυμα τοῦτο, καὶ ὅταν ἀντιλήφθηκε τὴν ὥρα τῆς ἐκδημίας του προσευχήθηκε ὑπὲρ τοῦ ποιμνίου, στὸ ὁποῖο ὁ Θεὸς τοποθέτησε τὸν ἴδιο ἐπὶ κεφαλῆς. Τὸ σημεῖο τοῦτο τῆς προσευχῆς δείχνει ὅτι ὁ Κύριλλος εἶχε ἴσως ἤδη χειροτονηθῆ ἐπίσκοπος Μοραβίας, ἂν καὶ αὐτὸ δὲν μαρτυρεῖται εὐθέως ἀπὸ τὸν Βίο του. ᾿Απέθανε σὲ ἡλικία 42 ἐτῶν τὴν 14 Φεβρουαρίου 869. ῾Ο Μεθόδιος ἀπέρριψε τὴν παραγγελία τοῦ πάπα νὰ γίνη μεγαλοπρεπὴς κηδεία. ᾿Εσκέφθηκε νὰ μεταφέρη τὸ σκήνωμα στὴν Κωνσταντινούπολι, κατὰ τὴν ἐπιθυμία τῆς μητέρας τους, ἀλλὰ οἱ Ρωμαῖοι τὸν ἀπέτρεψαν. ῎Ετσι ὁ Κύριλλος ἐτάφηκε στὸν ναὸ τοῦ ἁγίου Κλήμεντος, δεξιὰ τῆς ἁγίας Τράπεζας.
ΚΥΡΙΛΛΟΣ καὶ ΜΕΘΟΔΙΟΣ,
αὐτάδελφοι, (827-869), (820-886)
φωτισταὶ τῶν σλαβικῶν λαῶν, ἰσαπόστολοι
῾Η Θεσσαλονίκη κατὰ τὸν 9ο αἰῶνα μ.Χ. ἦταν μιὰ μεγαλόπολις, γεμάτη ἐμπορικὴ κίνησι, κοινωνικὴ ζωὴ καὶ πνευματικὴ ἄνθησι. Περιβαλλόταν ἀπὸ ἀπρόσβλητα τείχη καὶ δυνατοὺς προβόλους. Πλήθη λαοῦ κατέκλυζαν τὴ μεγάλη λεωφόρο ποὺ ἐχώριζε τὴν πόλι σὲ δύο τμήματα, αὐτὴν ποὺ συμπίπτει σχεδὸν μὲ τὴν ᾿Εγνατία ὁδὸ τῆς σημερινῆς πόλεως. Μὲ τὴν οἰκονομική της ἄνθησι εἶχε καταστῆ κέντρο ἕλξεως τοῦ ἐνδιαφέροντος τῶν ἐμπόρων καὶ τῆς ἁρπακτικῆς διαθέσεως τῶν πειρατῶν ἀπὸ τὰ πέρατα τῆς γῆς.
Μεγαλοπρεπεῖς ναοὶ καὶ ἐπιβλητικὰ δημόσια κτίρια ἐστόλιζαν τὶς πλατεῖες της κι ἐδέχονταν τὰ πλήθη ποὺ ἤθελαν νὰ ἱκανοποιήσουν τὶς θρησκευτικὲς καὶ κοινωνικές τους ἀνάγκες. Τὸ πρῶτο ἥμισυ τοῦ ἐνάτου αἰῶνος εἶχαν τιμήσει τὸν ἀρχιεπισκοπικό της θρόνο δυὸ διάσημοι ἄνδρες ἀπὸ ξένες ἐπαρχίες· ὁ ᾿Ιωσὴφ ὁ Στουδίτης καὶ ὁ Λέων ὁ Μαθηματικός, ὁ ἐν συνεχείᾳ πρύτανις τοῦ πανεπιστημίου Κωνσταντινουπόλεως. ᾿Ανῆκαν σὲ διαφορετικὰ θρησκευτικὰ στρατόπεδα, ὁ ἕνας εἰκονόφιλος κι ὁ ἄλλος εἰκονομάχος, ἀλλὰ ἦσαν κι οἱ δυὸ ἐξ ἴσου διαπρεπεῖς στὶς πνευματικὲς κι ἐπιστημονικὲς ἀσχολίες τους.
᾿Αλλὰ βέβαια τὸν φωτεινὸ στέφανο δόξας τῆς Θεσσαλονίκης ἔπλεξαν τότε τὰ δύο δικά της τέκνα: ὁ Κύριλλος καὶ ὁ Μεθόδιος.
ΤΟ ΝΕΑΝΙΚΟ ΣΤΑΔΙΟ
Οἱ γονεῖς τῶν δύο ἀδελφῶν, τῶν ὁποίων τὰ κοσμικὰ ὀνόματα ἦσαν Μιχαὴλ καὶ Κωνσταντῖνος, ἦσαν εὐγενοῦς καὶ ἐπίσημης καταγωγῆς. ῾Ο πατέρας τους Λέων ὑπηρετοῦσε στὴ Θεσσαλονίκη ὡς δρουγγάριος, δηλαδὴ ὡς χιλίαρχος, καὶ φαίνεται ὅτι ἀργότερα προήχθηκε σὲ στρατηγό. ῍Αν αὐτὸ συνέβηκε πραγματικά, τότε συγκέντρωσε στὰ χέρια του τὴν πολιτικὴ καὶ στρατιωτικὴ ἐξουσία τῆς Μακεδονίας. Εἶχαν ἑπτὰ παιδιά, τῶν ὁποίων τελευταῖο ἦταν ὁ Κωνσταντῖνος ποὺ ἐγεννήθηκε τὸ 827. ῾Ο Μιχαήλ, ποὺ ἀργότερα ἐπρόκειτο νὰ πάρη τὸ ὄνομα Μεθόδιος, εἶχε γεννηθῆ ἴσως τὸ 820. ῾Η ἀτμόσφαιρα εὐσεβείας, ἡ ὁποία ἐπικρατοῦσε στὸν οἶκο τοῦ Λέοντος, ἔδωσε στοὺς δύο ἀδελφοὺς τὴν πρώτη ὤθησι πρὸς τὶς πνευματικὲς ἐνασχολήσεις. ῾Η συμμετοχή τους στὴ λατρευτικὴ ζωὴ τῆς ᾿Εκκλησίας ἐκαλλιέργησε κι ἐξευγένισε τὸν χαρακτῆρα τους.
῾Ο Μιχαὴλ εἶχε τελειώσει τὶς σπουδές του, ὅταν ἀπέθανε ὁ πατέρας τους. Εἶχε παρακολουθήσει πρόγραμμα μαθημάτων, ἐγκυκλίων ἀλλὰ καὶ εἰδικῶν, τὰ ὁποῖα προωρίζονταν γιὰ τοὺς καταρτιζομένους μὲ σκοπὸ νὰ ἐπιδιώξουν θέσι στὴν ἀνώτερη κρατικὴ ὑπαλληλία. ᾿Απὸ τὴν αὐτοκράτειρα Θεοδώρα, ποὺ σύμφωνα μὲ κάποια ἄποψη ἦταν συγγενὴς τῶν γονέων του, διωρίσθηκε ἔπαρχος σὲ μιὰ “Σκλαβηνία”, πιθανῶς γύρω στὸ 845.
῞Οπως εἶναι γνωστό, ὁμάδες Σλάβων εἶχαν ἀρχίσει νὰ διεισδύουν στὰ ἐδάφη τῆς βυζαντινῆς αὐτοκρατορίας ἀπὸ τὶς ἀρχὲς τοῦ ἑβδόμου αἰῶνος. ᾿Ωργανωμένοι σὲ πατριὲς κατέβαιναν πρὸς τὰ κάτω, γιὰ νὰ ἐγκατασταθοῦν σὲ μέρη θερμότερα, ποὺ θὰ εὕρισκαν ἀκατοίκητα ἢ ὀλιγοκατοίκητα. Οἱ ῞Ελληνες κάτοικοι, διακρινόμενοι ἀπὸ τότε γιὰ τὴν ἀστυφιλία, ἦσαν συγκεντρωμένοι μέσα στὶς ὠχυρωμένες πόλεις καὶ στοὺς παραλιακοὺς οἰκισμούς, κι ἔτσι ἀπέφευγαν τὶς ἐπιδρομές, ἀλλὰ καὶ τὶς βαρειὲς γεωργικὲς ἐργασίες. ῾Η ὕπαιθρος χώρα λοιπὸν ἦταν πολὺ ἀραιοκατοικημένη, καὶ οἱ Σλάβοι μποροῦσαν νὰ ἐγκατασταθοῦν μὲ τὰ ποίμνιά τους σὲ ἀρκετὲς περιοχές. ῾Η βυζαντινὴ ἐξουσία τοὺς ἔθεσε κάτω ἀπὸ τὸν ἔλεγχό της πολὺ ἐνωρίς, ἐκτὸς ἀπὸ τὶς περιοχὲς ποὺ εὑρίσκονται βορείως τῆς γραμμῆς Δυρραχίου, Στόβων καὶ Φιλιππουπόλεως. Τοὺς κατηύθυνε σὲ τόπους ποὺ αὐτὴ ἤθελε, κυρίως σ᾿ ἐρημωμένους χώρους ἢ σὲ περάσματα. ᾿Ωργάνωσε γι᾿ αὐτοὺς ἰδιαίτερες διοικήσεις, ποὺ ὠνομάσθηκαν Σκλαβηνίες, καὶ διώριζε σ᾿ αὐτὲς βυζαντινοὺς ἀξιωματούχους.
Σὲ μιὰ τέτοια ἐπαρχία τῆς αὐτοκρατορίας, κατοικούμενη ἀπὸ ἀνάμικτους, ἑλληνικοὺς καὶ σλαβικοὺς πληθυσμούς, μὲ ἰδιαίτερη ὅμως συγκέντρωση τῶν τελευταίων, διωρίσθηκε διοικητὴς ὁ Μιχαήλ, ὁ ὁποῖος ἐκεῖ ἐπιδόθηκε στὴν ἐκμάθησι τῆς σλαβικῆς γλώσσας τῆς ὁποίας στοιχεῖα ἐγνώριζε κιόλας ἀπὸ ὑπηρέτες του σλαβικῆς καταγωγῆς. ῎Επειτα ἀπὸ μερικὰ χρόνια ἐγκατέλειψε τοῦτο τὸ ἀξίωμα, γιὰ ν᾿ ἀποσυρθῆ στὸν ῎Ολυμπο τῆς Βιθυνίας, τὸ ὄρος ποὺ κατὰ τὸν ἔνατο αἰῶνα ἦταν ὅ,τι ἐπρόκειτο νὰ γίνη λίγο ἀργότερα ὁ ῎Αθως· ὄρος τῶν μοναχῶν ἱερό. ᾿Εγκαταστάθηκε λοιπὸν σ᾿ ἕνα ἀπὸ τὰ μοναστήρια του κι ἐπιδόθηκε μὲ ζῆλο στὴν ἄσκησι, τὴν προσευχὴ καὶ τὴ μελέτη τῆς θεολογίας. ᾿Απὸ τότε εἶναι γνωστὸς μὲ τὸ μοναχικό του ὄνομα· Μεθόδιος.
῾Ο Κωνσταντῖνος, ποὺ ἐπρόκειτο νὰ μετονομασθῆ σὲ Κύριλλο μόλις κατὰ τὶς τελευταῖες ἡμέρες τῆς ζωῆς του, ἐπέδειξε ἀπὸ μικρὴ ἡλικία ἀξιόλογη ἱκανότητα στὴ μάθηση. Σὲ ἡλικία 14 ἐτῶν, ὅσο ἦταν ὅταν ἐπέθανε ὁ πατέρας του, ἐγνώριζε ἀπὸ μνήμης τὰ συγγράμματα τοῦ Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου. ῏Ηταν τὸ ἔτος 841. ᾿Αργότερα μετέβηκε στὴν πρωτεύουσα, τὴν Κωνσταντινούπολι, γιὰ νὰ συνεχίση τὶς σπουδές του στὸ ἐκεῖ πανεπιστήμιο, τὸ ὁποῖο μόλις πρὸ ὀλίγου εἶχε ἀναδιοργανωθῆ καὶ ἐλειτουργοῦσε ὑπὸ τὴ διεύθυνσι τοῦ διακεκριμένου ἐπιστήμονος Λέοντος τοῦ Μαθηματικοῦ, πρώην ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης, ὅπως εἴδαμε. Εἶχε προσκληθῆ ἀπὸ τὸν λογοθέτη τοῦ δρόμου, δηλαδὴ πρωθυπουργό, Θεόκτιστο, ποὺ τὸν ἐφιλοξένησε στὸν οἶκο του καὶ τὸν προστάτευσε ἕως τὸ τέλος τῶν σπουδῶν του, καθὼς καὶ στὰ πρῶτα χρόνια τῆς σταδιοδρομίας του.
Κοντὰ στὸν Λέοντα καὶ τὸν Φώτιο ἐσπούδασε τὰ μαθηματικὰ καὶ τὴ φιλοσοφία μαζὶ μὲ τὰ ἄλλα συγγενῆ μαθήματα, ἀλλὰ εἶχε ἰδιαίτερη ἐπίδοσι στὴ γλωσσομάθεια, ὥστε ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἑλληνικὴ ἐξέμαθε τὴ σλαβική, συριακή, ἑβραϊκή, σαμαρειτική, ἀραβική, χαζαρικὴ (τουρκική), λατινική, πιθανῶς ὅμως καὶ ἄλλες γλῶσσες.
᾿Αντίθετα ἀπὸ τὸν ἀδελφό του, ὁ Κωνσταντῖνος δὲν ἐγκατέλειψε τὴν πρωτεύουσα, ἂν καὶ κάποια στιγμὴ ἐσκέφθηκε νὰ τὸν μιμηθῆ ἀναχωρώντας σὲ ἀσκητήριο τοῦ Βοσπόρου. ῾Ο Θεόκτιστος, ποὺ εἶχε ἀπογοητευθεῖ ἀπὸ τὴν ἄρνησι τοῦ νεαροῦ ἐπιστήμονος νὰ δεχθῆ σὲ γάμο τὴ θετή του θυγατέρα, ἐφοβόταν μήπως χάσουν ἀπὸ τὴν ὑπηρεσία τους ἕνα πρόσωπο τέτοιας ἀξίας. Εἶπε λοιπὸν πρὸς τὴν αὐτοκράτειρα Θεοδώρα. “Αὐτὸς ὁ νεαρὸς φιλόσοφος περιφρονεῖ τὸν κόσμο. ᾿Αλλὰ δὲν πρέπει νὰ τὸν ἀφήσωμε νὰ φύγη ἀπὸ κοντά μας. ῍Ας τὸν χειροτονήσωμε λοιπόν, γιὰ νὰ τοῦ δώσωμε τὸ ἀξίωμα τοῦ πατριαρχικοῦ βιβλιοφύλακος στὸ ναὸ τῆς ῾Αγίας Σοφίας” (Βίος Κωνσταντίνου, 4).
Πρέπει νὰ ἐπῆρε αὐτὴ τὴ θέσι, μαζὶ μὲ τὸν βαθμὸ τοῦ διακόνου, τὸ 850. Τὸ ἑπόμενο ἔτος ἀναδείχθηκε σὲ καθηγητὴ τῆς φιλοσοφίας στὸ Πανεπιστήμιο τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ὡς διάδοχος τοῦ διδασκάλου του Φωτίου, ποὺ παραιτήθηκε ὅταν ἀνέλαβε τὸ ἀξίωμα τοῦ ἀρχιγραμματέως τοῦ κράτους, πρωτασηκρῆτις.
ΟΙ ΠΡΩΤΕΣ ΑΠΟΣΤΟΛΕΣ
Τὸ ἑλληνικὸ Βυζάντιο ἐδῶ καὶ διακόσια χρόνια, εὑρισκόταν σὲ κατάστασι συμπτύξεως, ἡ ὁποία ὀφειλόταν σὲ τρεῖς λόγους. Πρῶτον, στὶς ἀδιάκοπες ἐπιθέσεις βαρβαρικῶν φύλων, ἰδίως ἀπὸ τὸ νότο καὶ τὸ βορρᾆ, ποὺ ἀποτελοῦσαν αἰτίες συνεχοῦς αἱμορραγίας. Δεύτερον, στὴ μόνιμη ἀποφυγὴ τοῦ Βυζαντίου νὰ κατακτήση ξένα ἐδάφη, προερχόμενη ἀπὸ τὴν ἐπιθυμία του νὰ μὴ εἶναι μόνο διατηρητὴς τῆς πατρογονικῆς πολιτιστικῆς καὶ θρησκευτικῆς κληρονομίας, ἀλλὰ καὶ εἰρηνικὸς μεταδότης πρὸς τὰ ἔξω· καὶ κυρίως ἀπὸ τὴν ἐπιθυμία του νὰ τηρῆ τὴν χριστιανικὴ ἐντολὴ περὶ τῆς εἰρήνης. Τρίτον, στὴν ἑκατονταετῆ ἐσωτερικὴ ἔριδα ᾿Εκκλησίας καὶ πολιτείας γύρω ἀπὸ τὸ θέμα τῶν εἰκόνων.
Τὴν κατάστασι αὐτὴ ἐκμεταλλεύθηκαν, ὅπως εἶναι εὔλογο, οἱ ξένοι λαοί, κυρίως οἱ βαρβαρικοί, μὲ ἀποτέλεσμα ἡ μὲν αὐτοκρατορία νὰ συρρικνωθῆ, ὁ δὲ Χριστιανισμὸς νὰ χάση σημαντικὸ ἔδαφος στὴν ᾿Αφρικὴ καὶ τὴν ᾿Ασία.
Σύμφωνα μὲ τὸν Βίο τοῦ Κωνσταντίνου, οἱ ῎Αραβες μὲ τὴν προκλητικότητά τους εἶχαν διαμηνύσει στοὺς Βυζαντινοὺς ὅτι εἶναι ἕτοιμοι νὰ συζητήσουν τὸ θέμα τῆς τριαδικότητος τοῦ Θεοῦ. ῾Η βυζαντινὴ ἀποστολὴ ἀνατέθηκε στὸν Κωνσταντῖνο καὶ ἀπέβλεπε στὴ βελτίωση τῆς θέσεως τῶν ἐκεῖ χριστιανῶν διὰ συζητήσεων ἐμπρὸς στὸν χαλίφη Μουταβακήλ.
Πρέπει ὅμως νὰ σημειώσωμε ὅτι ἡ ἀποστολὴ δὲν ἦταν μόνο θρησκευτική· διότι στὸν Βίο σημειώνεται ὅτι ἦταν μαζὶ μὲ τὸν Κωνσταντῖνο καὶ ἕνας ἀσηκρῆτις, δηλαδὴ γραμματεὺς τῆς αὐτοκρατορίας, ὁ Γεώργιος, ἢ κατὰ μία ἄλλη παραλλαγὴ τοῦ κειμένου τοῦ Βίου ἕνας ἀσηκρῆτις, ποὺ μπορεῖ νὰ ἦταν ὁ πρωτασηκρῆτις Φώτιος, καὶ κάποιος Γεώργιος. ᾿Επρόκειτο λοιπὸν γιὰ μιὰ ἀποστολὴ ποὺ θὰ συζητοῦσε γενικὰ τὰ προβλήματα τῶν σχέσεων μεταξὺ Βυζαντίου καὶ ἀραβικοῦ Χαλιφάτου· ὁ Κωνσταντῖνος θὰ ἐκάλυπτε τὰ θρησκευτικὰ θέματα, ὁ Γεώργιος θὰ εἶχε τὴν εὐθύνη γιὰ τὰ σχετικὰ μὲ τοὺς αἰχμαλώτους καὶ ὁ Φώτιος θὰ συντόνιζε ὅλο τὸ ἔργο. Πρωτεύουσα τοῦ Χαλιφάτου γιὰ πολλὰ χρόνια ἦταν ἡ Βαγδάτη, ἀλλὰ ἀπὸ τὸ 836 ἡ ἕδρα εἶχε μεταφερθῆ στὴ Σαμάρρα, ποὺ εὑρισκόταν 100 χιλιόμετρα βορείως τῆς Βαγδάτης. ῾Ο χαλίφης ὅμως μερικὲς φορὲς ἔμενε καὶ στὴν παλαιὰ πρωτεύουσα κι ἔτσι μποροῦμε νὰ δεχθοῦμε μὲ βάσι ὡρισμένες ἐνδείξεις, ὅτι ἐκεῖ τὸν συνάντησε ἡ ἀποστολή, στὴ Βαγδάτη.
῾Ο βιογράφος σημειώνει ἀρχικὰ ἕνα μέτρο καταπιέσεως ποὺ εἶχαν ἐφαρμόσει οἱ μουσουλμανικὲς ἀρχές. ᾿Ανάμεσα στὰ ἄλλα εἶχαν ὑποχρεώσει τοὺς Χριστιανοὺς νὰ ζωγραφήσουν στὶς θύρες τῶν σπιτιῶν τους, ἀπὸ τὸ ἔξω μέρος, τὴ μορφὴ τοῦ Διαβόλου, κάτι ποὺ ὁ Κωνσταντῖνος ἑρμήνευσε καταλλήλως μὲ εἰρωνία λέγοντας· “Βλέπω ἔξω στὶς θύρες παραστάσεις διαβόλου καὶ συμπεραίνω ὅτι στὸ ἐσωτερικὸ τῶν σπιτιῶν τούτων κατοικοῦν χριστιανοί, ἀφοῦ οἱ διαβόλοι ἀναγκάσθηκαν νὰ βγοῦν ἔξω ἀπὸ τὰ σπίτια. ῞Οπου δὲν βλέπω αὐτὲς τὶς παραστάσεις, ἐκεῖ προφανῶς οἱ διαβόλοι κατοικοῦν μέσα”. Στὴ συνέχεια οἱ ἀξιωματοῦχοι τοῦ Χαλιφάτου περιέφεραν τοὺς ἀπεσταλμένους αὐτοὺς τοῦ Βυζαντίου στὰ ἀξιοθέατα τῆς πρωτεύουσάς των, γιὰ νὰ τοὺς καταπλήξουν, καὶ τοὺς ἔδειξαν ἀνάμεσα στὰ ἄλλα κήπους γεμάτους ἐξωτικὰ δένδρα, ποὺ ποτίζονταν μὲ τεχνητὰ μέσα ἀπὸ τὸν ποταμὸ Τίγρητα. ῾Ο Κωνσταντῖνος τοὺς ἐτόνισε πόσο θαυμαστὰ εἶναι τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ καὶ τὰ ἀγαθὰ ποὺ προσφέρει στοὺς ἀνθρώπους.
Σὲ συζήτησι μὲ μουσουλμάνους θεολόγους κατὰ τὴ διάρκεια συμποσίου, ὁ Κωνσταντῖνος ἔθιξε ἕνα ἀπὸ τὰ σπουδαιότερα σημεῖα διαφορῶν μεταξὺ τῶν δύο θρησκειῶν. Οἱ χριστιανοί, εἶπε, βαδίζουν πρὸς τὴν ἀπόκτησι τῆς τελειότητος μὲ ἠθικοὺς ἀγῶνες καὶ δοκιμάζουν μεταπτώσεις στὸ δρόμο τους, δὲν ἀκολουθοῦν μάλιστα ὅλοι τὸν ἴδιο δρόμο· ἀλλὰ τὰ ἐπιτεύγματά τους εἶναι πνευματικώτερα. Οἱ μουσουλμᾆνοι δὲν ἀγωνίζονται ἠθικῶς, διότι ὁ θρησκευτικὸς νόμος τους δὲν ἔχει ἀπαγορεύσεις· δὲν ὑπάρχει σ᾿ αὐτοὺς δυνατότης νὰ περιπέσουν σὲ ἁμαρτία, διότι ὅλα εἶναι εὔκολα· γι᾿ αὐτὸ δὲν μποροῦν νὰ προκόψουν στὸ ἦθος.
Τὸ τριαδικὸ θέμα ἦταν τὸ κυριώτερο ἀπὸ ἐκεῖνα ποὺ συζητήθηκαν κατὰ τὶς συναντήσεις μὲ τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ Μωαμεθανισμοῦ. Τόσο σ᾿ αὐτὸ ὅσο καὶ σὲ ὅλα τὰ ἄλλα θέματα ὁ Κωνσταντῖνος ἀπαντοῦσε μὲ εὐκολία καὶ πειστικότητα. ῞Ολοι τὸν ἐθαύμασαν γι᾿ αὐτό. Αὐτὸς τὸ ἐδικαιολόγησε μὲ μιὰ γενίκευσι: “῞Ολες οἱ τέχνες ἔχουν τὴν προέλευσί τους σ᾿ ἐμᾆς τοὺς ῞Ελληνες”.
῾Ο Βίος τοῦ Κωνσταντίνου σημειώνει ὅτι τὸ ταξίδι τοῦτο ἔγινε ὅταν ὁ Κωνσταντῖνος ἦταν 24 ἐτῶν, καὶ εἶχε αὐτὴ τὴν ἡλικία τὸ 851. ῍Αν ἔγινε αὐτὸ τὸ ἔτος, τότε ἡ ἀποστολὴ δὲν εἶχε σοβαρὰ ἀποτελέσματα, διότι τίποτε δὲν ἀναφέρεται σὲ ἄλλες πηγὲς σχετικά. ᾿Αντιθέτως μνημονεύεται μιὰ ἀποστολὴ τοῦ Φωτίου, ποὺ ἦταν διδάσκαλος καὶ συνάδελφος τοῦ Κωνσταντίνου, γιὰ τὸ ἔτος 856 στοὺς Σαρακηνούς. Αὐτὸ τὸ ταξίδι εἶχε σημαντικὰ ἀποτελέσματα· ὑπογράφηκε συνθήκη εἰρήνης, ἐλευθερώθηκαν οἱ αἰχμάλωτοι καὶ ἐλαφρύνθηκε σοβαρὰ ἡ θέσις τῶν χριστιανῶν τοῦ Χαλιφάτου. ῎Αν, ὅπως εἶναι πιθανό, ἔγινε κάποιο λάθος ἀριθμοῦ στὴν χειρόγραφη παράδοσι τῆς βιογραφίας κι ἐγράφηκε ὅτι ὁ Κωνσταντῖνος ἦταν 24 ἐτῶν ἀντὶ τοῦ κανονικοῦ 29 ἐτῶν, τότε καὶ αὐτὸ τὸ ταξίδι μπορεῖ νὰ ἔγινε τὸ 856, καὶ μάλιστα μαζὶ μὲ τοῦ Φωτίου, ὅπως ἐσημειώθηκε παραπάνω.
Τὸ ἔτος 856 ἀποτελεῖ νέο ὁρόσημο στὴ ζωὴ τῶν δύο ἀδελφῶν, ἡ ὁποία μεταβάλλει κατεύθυνσι· ὁ Μιχαὴλ ἀπαλλάσσεται ἀπὸ τὴν διοίκησι τῆς Σκλαβηνίας καὶ ὁ Κωνσταντῖνος χάνει τὴν ἕδρα του στὸ Πανεπιστήμιο. Τοῦτο φαίνεται ὅτι συνέβηκε ἐξ αἰτίας τῆς ἐξοντώσεως τοῦ προστάτη τους λογοθέτη Θεοκτίστου ἀπὸ τὸν Βάρδα, ποὺ ἐπέφερε ἀλλαγὴ καθεστῶτος στὴν αὐτοκρατορία. Μετὰ τὸν θάνατο τοῦ αὐτοκράτορος Θεοφίλου (842) ἐβασίλευε οὐσιαστικὰ ἡ σύζυγός του Θεοδώρα, ἔχοντας πρωθυπουργὸ τὸν Θεόκτιστο. Μιὰ συνωμοσία μὲ ἐπικεφαλῆς τὸν θεῖο του Βάρδα, ἀδελφὸ τῆς Θεοδώρας, εἶχε σὰν ἀποτέλεσμα ἡ μὲν Θεοδώρα νὰ ἐγκλεισθῆ σὲ μοναστήρι, ὁ Θεόκτιστος νὰ φονευθῆ καὶ ὁ νεαρὸς Μιχαὴλ Γ¢ ν᾿ ἀναλάβη ὅλη τὴν ἐξουσία μὲ πρωθυπουργὸ τὸ Βάρδα. Αὐτὸ ἔγινε στὶς 20 Νοεμβρίου τοῦ 855.
Τότε ὁ Θεσσαλονικεὺς Μιχαήλ, ἀφοῦ διοίκησε ἐπὶ δέκα χρόνια τὴν ἐπαρχία του, μὲ πολλὲς δυσκολίες κατὰ καιρούς, ἀναγκάσθηκε νὰ παραιτηθῆ ἀπὸ τὴ θέσι καὶ ν᾿ ἀλλάξη τρόπο ζωῆς, ἀνταλλάσσοντας τὰ πρόσκαιρα καὶ ἀνθρώπινα μὲ τὰ ἀναλλοίωτα καὶ θεῖα. ᾿Επῆγε λοιπὸν στὸν ῎Ολυμπο τῆς Μικρᾆς ᾿Ασίας, ποὺ ὑψώνεται ἐπάνω ἀπὸ τὴν Προῦσα τῆς Βιθυνίας. Αὐτὸ τὸ ὄρος εἶχε καταστῆ τότε μεγάλο μοναχικὸ κέντρο, ποὺ φιλοξενοῦσε 30 μοναστήρια κι ἕνα πλῆθος ἐρημιτῶν.
῞Οπως εἴδαμε, ὁ Κωνσταντῖνος τὸ 856 ἐστάλθηκε σὲ ἀποστολὴ πρὸς τοὺς Σαρακηνούς. Αὐτὴ ἡ ἀποστολὴ ποὺ ἔγινε ἀπὸ τὴ νέα Κυβέρνησι τοῦ Μιχαὴλ Γ¢ καὶ τοῦ Βάρδα, δὲν δείχνει δυσμένεια, ἀλλὰ οὔτε εὐμενῆ μεταχείρισι φανερώνει ὁπωσδήποτε. ῾Ο Κωνσταντῖνος ἐγνώριζε ἀραβικά, ποὺ δὲν ἐγνώριζε ὁ Φώτιος, καὶ ἡ συμμετοχή του στὴν ἀντιπροσωπεία ἦταν ἀπαραίτητη, ἔστω κι ἂν ἦταν προστατευόμενος τοῦ Θεοκτίστου. ῞Οταν ὅμως ἐπέστρεψε ἀπὸ τὸ Χαλιφᾆτο δὲν φαίνεται νὰ ξαναπῆρε τὴν ἕδρα τοῦ καθηγητοῦ στὸ πανεπιστήμιο. ῎Ετσι ἀποφάσισε κι αὐτὸς ν᾿ ἀποσυρθῆ ἀπὸ τὰ ἐγκόσμια. ᾿Αναχώρησε μαζὶ μὲ ἕνα συνοδὸ σὲ ἄγνωστη περιοχή, ποὺ πάντως πρέπει νὰ εὑρισκόταν κοντὰ στὴν πρωτεύουσα, κι ἔζησε μιὰ ζωὴ στερήσεως καὶ ἀσκήσεως, ἀφοῦ ἄλλωστε τώρα δὲν εἶχε καμμιὰ πρόσοδο. Δὲν ἄργησε ὅμως νὰ μεταβῆ κι αὐτὸς στὸν ῎Ολυμπο καὶ νὰ εἰσαχθῆ στὸ μοναστήρι, ὅπου ἐδῶ καὶ λίγον καιρὸ ἐμόναζε καὶ ὁ ἀδελφός του.
῾Ο Μιχαὴλ ἐπῆρε ἐδῶ τώρα τὴν κουρὰ τοῦ μοναχοῦ καὶ ἄλλαξε τὸ ὄνομά του σὲ Μεθόδιος, μὲ τὸ ὁποῖο εἶναι ἀπὸ τότε γνωστὸς στὴν ἱστορία· δὲν ἔγινε ὅμως κληρικὸς παρὰ μόνο ἔπειτα ἀπὸ πολλὰ χρόνια στὴ Ρώμη, ὅπως θὰ ἰδοῦμε. ῾Ο Κωνσταντῖνος, ποὺ ἦταν διάκονος, δὲν εἶχε πάρει τὸ μοναχικὸ σχῆμα οὔτε στὴν ἀναχώρησι οὔτε στὴ μονὴ τοῦ ᾿Ολύμπου· ἔμεινε λοιπὸν ἐκεῖ ὡς ἁπλὸς φιλοξενούμενος.
῞Οταν ὁ Φώτιος, παλαιὸς φίλος καὶ διδάσκαλος, ἀνέλαβε τὸ πατριαρχικὸ ἀξίωμα, διαδεχόμενος τὸν ᾿Ιγνάτιο, τὸ 858, ὁ Κωνσταντῖνος πρέπει νὰ ἐπέστρεψε στὴν Κωνσταντινούπολι, προσκαλεσμένος προφανῶς ἀπὸ τὸν διδάσκαλό του, καὶ ἀνέλαβε διδασκαλία στὴν Πατριαρχικὴ Σχολὴ ποὺ ἕδρευε στὸ κτιριακὸ συγκρότημα τῶν ῾Αγίων ᾿Αποστόλων, ποὺ ἦταν κοντὰ στὰ ἀνάκτορα. Καὶ τότε, ἔχοντας συμπληρώσει τὸ τριακοστὸ ἔτος τῆς ἡλικίας του, χειροτονήθηκε πρεσβύτερος.
Στὸ Μεθόδιο, ποὺ ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ ἐπρόκοψε τόσο πολὺ στὴν πνευματικὴ καὶ ἀσκητικὴ ζωή, στὴν αὐταπάρνησι καὶ τὴν ταπείνωσι, στὴν καθαρότητα καρδιᾆς καὶ τὴν ἀγάπη, ὁ Φώτιος μὲ τὴ σύμφωνη γνώμη τοῦ αὐτοκράτορος πρόσφερε ἀρχιεπισκοπικὴ ἕδρα σὲ μιὰ σπουδαία μητρόπολι, τὴν ὁποία ὅμως αὐτὸς ἀπέρριψε. Δὲν μπόρεσε ὅμως νὰ ἐπιμείνη στὴν ἄρνησί του ν᾿ ἀναλάβη τὴν ἡγουμενία τῆς πολυάνθρωπης μονῆς Πολυχρονίου, ποὺ εὑρισκόταν κοντὰ στὴν πόλι Σιγριανή, στὴν περιφέρεια τοῦ ᾿Ολύμπου τῆς Βιθυνίας. Αὐτὸ πρέπει νὰ συνέβηκε τὸ 859.
῾Ο πατριάρχης Φώτιος ἀντιλήφθηκε ἐγκαίρως ὅτι οἱ Σλάβοι καὶ οἱ Τοῦρκοι τοῦ βορρᾆ, δηλαδὴ οἱ Χάζαροι, ἔχοντας ἔλθει σ᾿ ἐπαφὴ μὲ τοὺς ῞Ελληνες ἀπὸ πολὺν καιρό, ἦσαν πλέον ὥριμοι νὰ κερδηθοῦν καὶ νὰ εἰσέλθουν στὴ χορεία τῶν χριστιανικῶν λαῶν καὶ συγχρόνως στὸν κύκλο τῆς πολιτισμένης ἀνθρωπότητος.
Γιὰ τὴν ἀσφαλῆ θεμελίωσι κάθε προσπάθειας πρὸς αὐτὴν τὴν κατεύθυνσι ἔπρεπε νὰ προηγηθῆ μιὰ προσεκτικὴ μελέτη τῶν θεσμῶν τῶν σλαβικῶν ἰδίως λαῶν, λογοτεχνικὴ διαμόρφωσις τῆς σλαβικῆς γλώσσης καὶ μετάφρασις τῶν ἀπαραιτήτων βιβλίων σ᾿ αὐτήν. Γιὰ τὴν προπαρασκευὴ τοῦ ἔργου τούτου συστάθηκε στὴν Κωνσταντινούπολι ἕνα εἰδικὸ κέντρο σλαβικῶν μελετῶν, ὅπως θὰ ἐλέγαμε σήμερα, ὅπου ἐκπαιδεύονταν ἱεραπόστολοι καὶ ἐκπολιτισταί. Τὸ κέντρο ἕδρευε στὸ ναὸ τῶν ῾Αγίων ᾿Αποστόλων καὶ προϊστάμενός του ὡρίσθηκε ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα καὶ τὸν Φώτιο ὁ Κωνσταντῖνος, ὁ ὁποῖος στὸ ἑξῆς ἀναλάμβανε τὴ διοργάνωσι κάθε διαφωτιστικῆς θρησκευτικῆς ἱεραποστολῆς.
Τὸν ᾿Ιούνιο τοῦ 860 ρωσικὰ στίφη ἐνήργησαν ἀπίθανης ἀγριότητος εἰσβολὴ στὴν Κωνσταντινούπολι μὲ μονόξυλα, ἡ ὁποία εὐτυχῶς ἀποκρούσθηκε τόσο ἀπροσδόκητα ὅσο εἶχε ἐνεργηθῆ. Οἱ Ρῶσοι ἦσαν ἕνα σλαβικὸ ἔθνος, ὑποτεταγμένο τότε σὲ μιὰ μικρὴ πολεμοχαρῆ σκανδιναβικὴ φυλή, τοὺς Βαράγγους ποὺ εἶχαν κατέβη ἀπὸ τὴ λίμνη Λάδογα. ῍Αν καὶ οἱ Σλάβοι αὐτοὶ ἦσαν ὑπόδουλοι στοὺς Βαράγγους, ἡ γλῶσσα τους ἐπεκράτησε καὶ τελικὰ οἱ Βάραγγοι, ποὺ ὠνομάζονταν ἐπίσης Ρώς, ἀφωμοιώθηκαν μὲ αὐτούς, ἀλλὰ τοὺς ἔδωσαν τὸ ὄνομά τους: Ρώς, Ρῶσοι.
Κατεῖχαν τότε τὸν χῶρο ἀνάμεσα στοὺς μεγάλους ποταμοὺς Δνείπερο καὶ Δόν. Κατὰ τὴν ἐπίθεσί τους στὴν πρωτεύουσα τῆς ἑλληνικῆς αὐτοκρατορίας, τὴν πολυθρύλητη γι᾿ αὐτοὺς Τσάργραδ, εἶδαν ὅλη τὴν λάμψι της καὶ κατὰ τὴν ἀπόκρουσί τους ἔλαβαν πεῖρα ὅλης τῆς δυνάμεώς της.
᾿Αντιλήφθηκαν λοιπὸν ὅτι ἦταν προτιμότερο νὰ ἔχουν τὴ φιλία παρὰ τὴν ἔχθρα τῶν ῾Ελλήνων. Καὶ τὸ Βυζάντιο τοὺς διευκόλυνε σ᾿ αὐτό, συνδυάζοντας τὸ ἄνοιγμα πρὸς αὐτοὺς μὲ τὴν ἀποστολὴ πρὸς τοὺς Χαζάρους ποὺ εὑρίσκονταν νὰ δράσουν ἀνταγωνιστικῶς πρὸς ἐκείνους. Οἱ Χάζαροι ἄλλωστε τὴν εἶχαν προκαλέσει.
῾Ο αὐτοκράτωρ καὶ ὁ Φώτιος λοιπὸν ἀπεφάσισαν νὰ συγκροτήσουν ἀποστολὴ μὲ σκοπὸ πρῶτα νὰ ἔλθουν σ᾿ ἐνημερωτικὴ ἐπαφὴ μὲ τοὺς Χαζάρους. ῾Η ἀποστολὴ ἦταν, ὅπως καὶ ἡ προηγούμενη πρὸς τοὺς Σαρακηνούς, πολιτικὴ καὶ θρησκευτικὴ συγχρόνως. Γιὰ τὸν θρησκευτικὸ τομέα δὲν θὰ μποροῦσαν νὰ εὕρουν ἄλλον καταλληλότερον ἀπὸ τὸν Κωνσταντῖνο, ποὺ ἐργαζόταν στὴ Σχολὴ τῶν ῾Αγίων ᾿Αποστόλων. Αὐτὸς ἐδέχθηκε χωρὶς δισταγμὸ τὴν ἐντολὴ καὶ παρέλαβε μαζί του τὸν ἀδελφό του Μεθόδιο, ὁ ὁποῖος προσῆλθε ἀπὸ τὴ μονὴ Πολυχρονίου γι᾿ αὐτὸν τὸ σκοπό. Εἶναι πολὺ πιθανὸ ὅτι τὸ πολιτικὸ μέρος τῆς ἀποστολῆς ἐκάλυπτε ὁ Μεθόδιος, ποὺ εἶχε διατελέσει πολλὰ χρόνια κρατικὸς ἀξιωματοῦχος. Τὴν ἡγεσία ὅμως εἶχε ὁ Κωνσταντῖνος, διότι αὐτὸς εἶχε ἀποκτήσει καλὴ ἐμπειρία ἀπὸ τέτοιες ἀποστολὲς καὶ ἐχειρίζονταν ἄνετα πολλὲς γλῶσσες. Τοῦτο ἀποδεικνύεται καθαρὰ ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι σ᾿ αὐτὸν ἔδωσε ὁ χαγᾆνος τὰ δῶρα, ποὺ τελικὰ δὲν ἐδέχθηκε, καὶ σ᾿ αὐτὸν παρέδωσε τοὺς αἰχμαλώτους.
Οἱ δύο ἀδελφοί, μαζὶ μὲ ὅλη τὴν πρεσβεία, ἀποβιβάσθηκαν ἀπὸ τὸ βυζαντινὸ πλοῖο στὴ Χερσῶνα τῆς Κριμαίας. Τὸ καθεστὼς τῆς Κριμαίας ἦταν πολὺ ρευστό. ῾Ο πληθυσμός της ἦταν κατὰ βάσι ἑλληνικὸς καὶ ἦταν συνδεδεμένος μὲ τὸ Βυζάντιο, ἂν καὶ διατηροῦσε κάποια αὐτονομία. ῾Η περιοχὴ εἶχε ἐπισκοπή, ποὺ κατὰ τὸν χρόνο ἐκεῖνον διευθύνονταν ἀπὸ τὸν Γεώργιο. ᾿Ανατολικὰ τῆς Κριμαίας κυριαρχοῦσαν οἱ Χάζαροι, βορείως οἱ Ρῶσοι καὶ δυτικῶς οἱ νεοφερμένοι τότε Οὗγγροι. Μερικὰ ἄτομα ἀπὸ αὐτὲς τὶς φυλὲς εἶχαν διεισδύσει καὶ μέσα στὴν χερσόνησο αὐτή.
Στὴν Κριμαία ὁ Κωνσταντῖνος ἔδωσε δείγματα τῆς ἐπιδόσεώς του σὲ γλωσσικὰ καὶ μεταφραστικὰ ἔργα. Συνάντησε μορφωμένους ραββίνους καὶ εἶχε τὴν εὐκαιρία κοντά τους νὰ βελτιώση τὶς γνώσεις του στὴν ἑβραϊκὴ γλῶσσα. ᾿Εκεῖ μετέφρασε καὶ τὴν ἑβραϊκὴ γραμματική, ἡ ὁποία κάμνει μόλις τώρα γιὰ πρώτη φορὰ τὴν ἐμφάνισί της. Συνάντησε ἐπίσης ἕνα γέροντα Σαμαρείτη, ποὺ τοῦ ἐπέδειξε μιὰ βίβλο τῆς κοινότητός του, ποὺ ἦταν προφανῶς ἡ σαμαρειτικὴ Πεντάτευχος, τὴν ὁποία αὐτὸς κατώρθωσε νὰ διαβάσει.
᾿Ανάμεσα στοὺς Ρώσους εὑρῆκαν περικοπὲς τῶν Εὐαγγελίων καὶ τῶν Ψαλμῶν, μεταφρασμένες στὴ σλαβικὴ γλῶσσα μὲ συριακοὺς χαρακτῆρες. Τότε γιὰ μιὰ ἀκόμη φορὰ ἀντιλήφθηκαν ὅτι ἦταν ἀπαραίτητο ἕνα νέο ἀλφάβητο, ἱκανὸ ν᾿ ἀποδώση ὅλους τοὺς φθόγγους τῆς σλαβικῆς γλώσσας.
Πρὶν προχωρήσουν ἀνατολικά, ἀνέσυραν ἀπὸ τὴ θάλασσα τὸ λείψανο τοῦ ἁγίου Κλήμεντος, ἐπισκόπου Ρώμης (88-100 μ.Χ.). Κατὰ παλαιὰ παράδοσι ὁ Κλήμης εἶχε ἐξορισθῆ ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα Τραϊανὸ στὴ Χερσῶνα, κατὰ τὸ 100 μ.Χ., καὶ εἶχε ριφθῆ ἀπὸ τοὺς δεσμῶτες του στὴ θάλασσα μὲ μιὰ πέτρα στὸ λαιμό. ᾿Απέθεσαν τὸ λείψανο στὸν καθεδρικὸ ναὸ τῆς Χερσῶνος καὶ ὅταν ἐγύρισαν ἀπὸ τὴ Χαζαρία, τὸ ἐπῆραν μαζί τους, ἀφοῦ ἄφησαν ἕνα μέρος του ἐκεῖ. ῾Ο Κωνσταντῖνος συνέταξε πρὸς τιμὴν τοῦ Κλήμεντος ἕνα Βίο, ἕνα πανηγυρικὸ Λόγο καὶ ῞Υμνους. Στὴ Ρώμη ἐπρόκειτο ἀργότερα, μετὰ τὴν ἐπίσκεψι τῶν ἀδελφῶν σ᾿ αὐτήν, νὰ ἱδρυθῆ ναὸς τοῦ ἁγίου Κλήμεντος, ὅπου τελικὰ ἀποτέθηκαν τὰ λείψανά του.
῍Αν καὶ ἡ ἀποστολὴ στὴ Νότια Ρωσία ἦταν ἁπλῶς προπαρασκευαστική, εἶχε ἀξιόλογα ἀποτελέσματα. Βέβαια οἱ ἀντιπρόσωποι δὲν προχώρησαν σὲ βάθος πρὸς τὴν καθ᾿ αὐτὸ χώρα τῶν Ρώσων, ἀλλὰ ἦλθαν σ᾿ ἐπαφὴ μὲ αὐτοὺς στὴν Κριμαία καὶ βορειότερα. ῾Η κατοπινὴ ἐξέλιξις τῶν πραγμάτων φανερώνει ὅτι ἀπὸ τότε οἱ Ρῶσοι ἐπέτρεπαν ἐλεύθερη εἴσοδο τῶν ἱεραποστόλων στὴ χώρα τους κι ἐδέχθηκαν ἐπίσκοπο. ῎Ετσι ἐτέθηκαν οἱ στερεὲς βάσεις γιὰ τὴν κατὰ τὸν ἑπόμενο αἰῶνα ὁλοκληρωτικὴ ἐκχριστιάνισι τῆς χώρας των, ποὺ ἐπίσημα τοποθετεῖται στὸ 988.
Αὐτὴ ἡ ἀποστολὴ δὲν ἦταν νέα, ἀλλ᾿ ἀποτελοῦσε συνέχεια τῆς προηγούμενης. Οἱ ἱεραπόστολοι μαζὶ μὲ τοὺς πολιτικοὺς ἀπεσταλμένους, ἔπειτα ἀπὸ πολύμηνη παραμονὴ στὴν Κριμαία, μετέβηκαν στὴ Χαζαρία, τὴν ἄνοιξι τοῦ 861. Οἱ Χάζαροι, φῦλο τῆς τουρκικῆς ὁμοφυλίας, κατεῖχαν τότε τὴν περιοχὴ ἀπὸ τὴν Κριμαία ἕως τὸν Κάτω Βόλγα καὶ ἀπὸ τὸν Εὔξεινο ἕως τὴν Κασπία. ῾Ο Καύκασος ἀποτελοῦσε τὰ σύνορά τους πρὸς τὸν νότο. Πολυάριθμοι μικροὶ λαοὶ ἢ ἀποσπάσματα λαῶν εἶχαν ὑποταχθῆ σ᾿ αὐτούς· ᾿Αβασγοί, ᾿Αλανοί, Γότθοι, Μαγυάροι, Σλάβοι.
Σὲ μιὰ ἐποχὴ ποὺ οἱ ῎Αραβες εἶχαν ἐπιχειρήσει ταυτοχρόνως νὰ διεισδύσουν βορείως τοῦ Καυκάσου καὶ νὰ καταλάβουν τὴν Κωνσταντινούπολι, οἱ Βυζαντινοὶ καὶ οἱ Χάζαροι ἦλθαν σὲ συνεννόησι γιὰ ν᾿ ἀντιμετωπίσουν μαζὶ τὸν κοινὸ ἐχθρό. ᾿Απὸ τότε οἱ σχέσεις τους εἶναι εἰρηνικὲς καὶ ἀπὸ καιρὸ σὲ καιρὸ φιλικές.
῾Ο ᾿Ιουστινιανὸς Β¢ κατέφυγε ἐκεῖ καὶ ἐνυμφεύθηκε θυγατέρα τοῦ χαγάνου, τοῦ ἡγεμόνος τους. ῎Επειτα ἀπὸ μερικὲς δεκαετίες ἡ θυγατέρα ἑνὸς ἄλλου χαγάνου, ποὺ μετωνομάσθηκε σὲ Εἰρήνη, ἔγινε σύζυγος τοῦ Κωνσταντίνου τοῦ Ε¢.
Τώρα οἱ ἡγεμόνες των αἰσθάνονταν τὴν ἀνάγκη νὰ συνδεθοῦν στενώτερα μὲ τοὺς Βυζαντινούς· κι ἕνα πρόσφορο μέσο γι᾿ αὐτὸ ἦταν νὰ πλησιάσουν τὴ χριστιανικὴ θρησκεία. Εἶχαν προχωρήσει περισσότερο ἀπὸ τὰ ἄλλα τουρκικὰ φῦλα στὸν πολιτισμὸ καὶ ἡ χώρα τους προσείλκυε πολλοὺς ἐμπόρους, ῞Ελληνες, ᾿Ιουδαίους καὶ ῎Αραβες. ῾Υπῆρχε ὅμως ἀπὸ καιρὸ κάποια ἐμπλοκὴ σ᾿ αὐτὸ τὸ θέμα. Τὸ 730 ὁ χαγᾆνος Μπουλὰν εἶχε καλέσει ἐκπροσώπους τῶν τριῶν μονοθεϊστικῶν θρησκειῶν (Χριστιανισμοῦ, ᾿Ιουδαϊσμοῦ καὶ Μωαμεθανισμοῦ), γιὰ νὰ τοῦ ἀναπτύξουν τὰ σχετικὰ μὲ τὴν διδασκαλία καὶ λατρεία τους, ὥστε νὰ ἐπιλέξη τὴν καλύτερη γιὰ τὸν λαό του. ᾿Επειδὴ παρατήρησε ὅτι καὶ οἱ τρεῖς ἀποδέχονταν τὴν Παλαιὰ Διαθήκη, ποὺ εἶναι ᾿Ιουδαϊκῆς προελεύσεως, σὰν κοινὸ παρονομαστή, ἐπέλεξε τὸν ᾿Ιουδαϊσμό. ῾Ο λαός του ὅμως παρέμεινε διστακτικός, ἂν καὶ ὁ ᾿Ιουδαϊσμὸς κατέκτησε ἀρκετὸ ἔδαφος.
῾Ο χαγᾆνος τῆς ἐποχῆς ποὺ ἱστοροῦμε ἐζήτησε πάλι διαφώτισι γιὰ τὴν χριστιανικὴ θρησκεία, ἐμπρὸς στὸν κίνδυνο τῶν Ρώσων μάλιστα. ῎Ετσι ὁ Κωνσταντῖνος καὶ ὁ Μεθόδιος ποὺ εἶχαν ἀναλάβει τὴ διπλῆ ἐντολή, ἀφοῦ ἀναχώρησαν μὲ πλοῖο ἀπὸ τὴ Χερσῶνα, ἀποβιβάσθηκαν στὶς ἀνατολικὲς ἀκτὲς τοῦ Εὐξείνου Πόντου. Πρωτεύουσα τῆς Χαζαρίας ἦταν αὐτὴ τὴν ἐποχὴ ἡ ᾿Ιτίλ, ἀλλὰ ὁ χαγᾆνος ἔμενε μερικὲς φορὲς στὴ Σάρκελ, πόλι κοντὰ στὸν Εὔξεινο, τὴν ὁποία εἶχαν κτίσει βυζαντινοὶ ἀρχιτέκτονες. Στὴν τράπεζα τοῦ χαγάνου εἶχαν διαδοχικὲς συζητήσεις μὲ ἐκπροσώπους πρῶτα τοῦ ᾿Ιουδαϊσμοῦ κι ἔπειτα τοῦ Μωαμεθανισμοῦ, τοὺς ὁποίους ὁ Κωνσταντῖνος ἀπεστόμωσε. Οἱ συζητήσεις ἐστράφηκαν γύρω ἀπὸ τὰ θέματα ποὺ ἦταν ἀμφισβητούμενα ἀνάμεσα στὰ τρία θρησκεύματα. Τὸ Τριαδικὸ δόγμα ἦταν βασικὸ θέμα, διότι ἐνδιέφερε καὶ τὶς τρεῖς θρησκεῖες. Πρὸς τοὺς ᾿Ιουδαίους ἰδιαιτέρως ἔπρεπε νὰ ἐξηγήσουν ὅτι ὁ ᾿Ιησοῦς Χριστὸς ἀπέρριψε τὸν μωσαϊκὸ νόμο, ὅπως ὁ Μωϋσῆς εἶχε ἀπορρίψει τὸν νόμο τοῦ Νῶε. Τέλος, ἀπέναντι στοὺς Μωαμεθανοὺς ἐτόνισαν τὴν αὐστηρότητα, ἀλλὰ καὶ σταθερότητα καὶ εὐγένεια τῶν χριστιανικῶν ἠθῶν.
᾿Απὸ τὸ πέρασμα τῶν βυζαντινῶν ἱεραποστόλων προκλήθηκε βαθειὰ ἐντύπωσις. ῾Ο χαγᾆνος ὑποσχέθηκε συνέχισι τῆς φιλίας του μὲ τοὺς Βυζαντινοὺς καὶ στρατιωτικὴ βοήθεια, καὶ ἐπέτρεψε σὲ ὅλους ὅσοι ἤθελαν νὰ βαπτισθοῦν. Διακόσιοι ἐπίσημοι ἄνδρες ἐβαπτίσθηκαν ἀμέσως ἀπὸ τοὺς ἱεραποστόλους καὶ πολλοὶ ἐδήλωσαν ὅτι θὰ τοὺς μιμηθοῦν ἀργότερα. Τὸ ἴδιο ἐδήλωσε καὶ ὁ χαγᾆνος μ᾿ ἐπιστολή του πρὸς τὸν αὐτοκράτορα. Κατὰ τὸν ἀποχαιρετισμὸ ὁ Κωνσταντῖνος δὲν ἐδέχθηκε νὰ πάρη δῶρα ἀπὸ τὸν χαγᾆνο, ἀλλὰ παρέλαβε 200 ῞Ελληνες αἰχμαλώτους ποὺ τοῦ παρέδωσε ἐκεῖνος.
Οἱ ἀπεσταλμένοι ἐπέστρεψαν στὴν Κωνσταντινούπολι πάλι διὰ μέσου Χερσῶνος ὅπου παρέλαβαν τὰ λείψανα τοῦ Κλήμεντος, τὸ φθινόπωρο τοῦ 861. ῾Ο Κωνσταντῖνος ἐπανέλαβε τὰ μαθήματά του στὴν Πατριαρχικὴ Σχολή. Συνέταξε μιὰ ἔκθεσι περὶ τῶν ἐνεργειῶν τους στὶς δυὸ ἐκεῖνες περιοχές, Κριμαία καὶ Χαζαρία, καὶ ἔγραψε ἕνα ἀπολογισμὸ περὶ τῶν συζητήσεών του στὴ χώρα τῶν Χαζάρων, ποὺ ὁ Μεθόδιος ἀργότερα μετέφρασε στὰ σλαβικά.
ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΣΤΟΥΣ ΣΛΑΒΟΥΣ
Οἱ Σλάβοι ἐμφανίζονται γιὰ πρώτη φορὰ στὴν ἱστορία κατὰ τὰ τέλη τοῦ πρώτου μ.Χ. αἰῶνος. ᾿Εζοῦσαν τότε ἀνατολικώτερα τῶν Γερμανῶν, ὅπως καὶ σήμερα, στὴν περιοχὴ τοῦ πολωνικοῦ ποταμοῦ Βιστούλα. Τὸν ἕκτο αἰῶνα διακρίνονταν τρεῖς ὁμοφυλίες των: Σλάβοι, Βένδες καὶ ῎Αντες. Αὐτὲς οἱ ὁμοφυλίες ἦσαν χωρισμένες σὲ μικρότερες ὁμάδες, ἀλλὰ οἱ ξένοι ἔδιναν σὲ ὅλους αὐτοὺς σὰν κοινὸ καὶ τὸ ὄνομα Σκλάβοι ἢ Σκλαβηνοί. Μὲ τὴ συνηθισμένη στοὺς ἀπολιτίστους λαοὺς τάσι νὰ διεισδύουν πρὸς τὸν πλούσιο καὶ πολιτισμένο κόσμο, ἄρχισαν ἀπὸ τὸν τρίτο αἰῶνα κινήσεις ποὺ διήρκεσαν ἕως τὸν ἔνατο αἰῶνα. Διασκορπίσθηκαν ἔτσι στὸ μεγαλύτερο μέρος τῆς Εὐρώπης ἀπὸ τὸν Δὸν μέχρι τῶν ῎Αλπεων καὶ ἀπὸ τὴ Βαλτικὴ μέχρι τοῦ Αἵμου. Μποροῦμε νὰ εἰποῦμε ὅτι τὴν ἐποχὴ ποὺ ἱστοροῦμε ἐδῶ, τὸν ἔνατο αἰῶνα, εἶχαν σταθεροποιήσει τὶς θέσεις τους στοὺς σημερινοὺς περίπου χώρους μὲ ὀλίγες μεταγενέστερες διαφοροποιήσεις. Οἱ Ρῶσοι, ὅπως εἴδαμε, κατεῖχαν τότε τὴν χώρα ἀπὸ τὸν Δνείπερο ἕως τὸν Δόν, ἐνῶ γύρω τους ἐζοῦσαν ἄλλα μικρότερα σλαβικὰ φῦλα ποὺ ἀφωμοιώθηκαν μὲ αὐτοὺς ἀργότερα. Οἱ Πολωνοὶ ἐζοῦσαν γύρω ἀπὸ τὸν ποταμὸ Βιστούλα. Στὸν ῎Ελβα κατοικοῦσαν Βελέτες, ᾿Αβοδρῖτες καὶ Σοραβοί, ποὺ ἀργότερα συγχωνεύθηκαν μὲ γειτονικές τους φυλές. Οἱ Τσέχοι καὶ οἱ Σλοβᾆκοι κατεῖχαν ἐπίσης τὴ σημερινή τους περιοχή.
Οἱ Σλοβᾆκοι ἦταν φυλὴ πολυάνθρωπη· ἕνα μέρος τους ποὺ κατοικοῦσε γύρω στὸν ποταμὸ Μοράβα, ὠνομάσθηκαν Μοραβοὶ καὶ ἔγιναν τὸ ἰσχυρότερο φῦλο αὐτὴν τὴν ἐποχή. ῞Ενα ἄλλο μέρος τους, μὲ τὸ παραλλαγμένο ὄνομα Σλοβένοι, εἶχε ἐγκατασταθῆ στὴν Παννονία κάτω ἀπὸ τὸν Δούναβη. Τὴν βόρεια ᾿Ιλλυρία διαμοιράσθηκαν οἱ Κροᾆτες καὶ οἱ Σέρβοι, καὶ τὴ βόρεια Θράκη κατέλαβαν οἱ Βούλγαροι, ποὺ ἀποτελέσθηκαν ἀπὸ ἀνάμιξι μιᾆς ὀρδῆς Ταταροτούρκων εἰσβολέων, ποὺ ὀνομάζονται Πρωτοβούλγαροι, Σλάβων ποὺ εἶχαν ἐγκατασταθῆ ἐκεῖ λίγο ἐνωρίτερα καὶ ῾Ελλήνων Θρακῶν. Διάφορα φῦλα, ποὺ εἶχαν διασπαρῆ στὶς ἑλληνικὲς χῶρες, συγχωνεύθηκαν βαθμιαίως μὲ τοὺς ῞Ελληνες ἢ μὲ τὸν καιρὸ ἀπωθήθηκαν βορειότερα.
Οἱ Σλάβοι κατὰ τὸν νομαδικό τους βίο ἐζοῦσαν σὲ πρόχειρα κατασκευασμένες καλύβες. Βαθμιαίως συγκρότησαν ἀγροτικοὺς καὶ ποιμενικοὺς οἰκισμούς. Γιὰ τὴν ἀσφάλειά τους κατασκεύασαν ὀχυρὰ ποὺ ὠνομάζονταν γρὰδ καὶ μὲ τὸν καιρὸ ἐξελίχθηκαν σὲ πόλεις· ἀλλὰ βέβαια αὐτὴ ἡ ἐξέλιξι παρατηρήθηκε μόλις τὸν ὄγδοο αἰῶνα. ᾿Εστεροῦνταν παιδείας, δὲν εἶχαν γραφομένη γλῶσσα καὶ τὸ δίκαιό τους καθωρίζονταν ἀπὸ τοὺς φυλάρχους καὶ τὰ ἔθιμα.
῞Εως τότε δὲν μποροῦσαν νὰ ἔχουν ναοὺς καὶ ἀντὶ γιὰ ἱερεῖς εἶχαν μάγους, τοὺς ὁποίους προσκαλοῦσαν σὲ βοήθεια κατὰ τὶς δύσκολες στιγμὲς τῆς ζωῆς τους. Στοιχειώδεις λατρευτικὲς πράξεις ἐτελοῦσαν οἱ ἀρχηγοὶ οἰκογενειῶν καὶ πατριῶν, οἱ ὁποῖοι ἐφύλασσαν καὶ τὰ ἱερά τους σύμβολα.
Σὲ σύγκρισι μὲ ἄλλους λαοὺς τῆς Εὐρώπης ἐβράδυναν νὰ ἐκχριστιανισθοῦν, πρᾆγμα ποὺ ὀφείλεται στὸ γεγονὸς ὅτι ἐπὶ αἰῶνες ἦσαν νομάδες καί, ὅπου ἐγκαθίσταντο, ὑποχρέωναν τοὺς ἐντοπίους ἢ νὰ ἐγκαταλείψουν τὴν περιοχή τους ἢ ν᾿ ἀφομοιωθοῦν. ῞Οπου συνάντησαν τὸν Χριστιανισμό, ὅπως στὴ Θράκη, τὴν ᾿Ιλλυρία καὶ τὴν Παννονία, τὸν κατέστρεψαν τελείως ἢ τὸν ἐξάρθρωσαν, μέχρις ὅτου τὸν ἐδέχθηκαν καὶ οἱ ἴδιοι.
Τὰ πρῶτα στοιχεῖα τοῦ Χριστιανισμοῦ παρέλαβαν οἱ Σλάβοι ἀπὸ τοὺς κατοίκους τῶν παραπάνω περιοχῶν, ποὺ παρέμειναν σ᾿ αὐτὲς μετὰ τὴν κατάληψι. Αὐτοὶ οἱ κάτοικοι, ὅσοι τυχὸν ἔμειναν, παρ᾿ ὅλο ποὺ ἔχασαν τὴν ἐκκλησιαστική τους ὀργάνωσι, κατώρθωσαν νὰ διατηρήσουν βασικὰ στοιχεῖα τῆς θρησκευτικῆς των πίστεως, τὰ ὁποῖα διωχέτευσαν ἀφανῶς στοὺς εἰσβολεῖς. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος γιὰ τὸν ὁποῖο οἱ Νότιοι Σλάβοι ἐπλησίασαν πρῶτοι τὴν ἰδέα τοῦ ἑνὸς Θεοῦ. ᾿Αλλὰ ἡ χριστιανικὴ πίστι διαδίδονταν ἐπίσης μὲ τοὺς ἐμπόρους καὶ τοὺς αἰχμαλώτους ἀπὸ τὶς δυὸ πλευρές· τέλος διαδίδονταν ἀπὸ τοὺς ἀνεπισήμους ἱεραποστόλους. ῞Ελληνες ἱεραπόστολοι ἐργάσθηκαν μεταξὺ ὅλων τῶν σλαβικῶν ἐθνῶν· ᾿Ιταλοὶ καὶ Γερμανοὶ περιωρίσθηκαν στοὺς δυτικοὺς Σλάβους.
῾Ο Χριστιανισμὸς ἐβοήθησε τὰ σλαβικὰ ἔθνη νὰ ἰσχυροποιήσουν τὴν κρατική τους ἐξουσία, νὰ ὀργανωθοῦν κοινωνικῶς, ν᾿ ἀναπτύξουν παιδεία καὶ νὰ εἰσέλθουν στὴν χορεία τῶν πολιτισμένων λαῶν.
Τὸ 836 ὁ ἡγεμὼν τῶν Μοραβῶν Μοϊμὶρ κατέκτησε καὶ τὴν ἄλλη Σλοβακία κι ἔτσι δημιούργησε ἕνα σχετικὰ μεγάλο κράτος, ποὺ συχνὰ στὶς πηγὲς λέγεται Μεγάλη Μοραβία. ᾿Επειδὴ ὅμως ὁ Μοϊμὶρ εἶχε ἐπιδιώξει νὰ κατακτήση κι ἄλλα ἐδάφη, ὁ Βαυαρὸς βασιλεὺς Λουδοβῖκος ὁ Γερμανικὸς (843-876) ἐπιτέθηκε ἐναντίον του, τὸν συνέλαβε καὶ στὴ θέσι του τοποθέτησε τὸν ἀνεψιό του Ραστισλάβο (846-870), τὸν ὁποῖο ἐθεωροῦσε φίλο του, ἂν καὶ αὐτὸς δὲν ἐβράδυνε ν᾿ ἀποτινάξη τὸν γερμανικὸ ζυγό. Δὲν εἶναι γνωστὸ ἀπὸ τὶς πηγές, ποῦ εἶχε τὴν πρωτεύουσά του ὁ Ραστισλάβος, ἀλλὰ οἱ νεώτερες ἀνασκαφὲς ἔδειξαν ὅτι τὸ ἰσχυρότερο φρούριο τῆς χώρας κατὰ τὴν ἐποχή του ἦταν τὸ Βάλυ, κοντὰ στὴ σημερινὴ πόλι Μικούλτσισε, κι ἴσως αὐτὸ ἀποτελοῦσε τὴν πρωτεύουσά του τότε. ῎Αλλα ἀξιόλογα φρούρια ἦταν τὸ Στάρε Μέστο καὶ τὸ Βέλεχραδ στὴ Μοραβία, ἐνῶ στὴ Σλοβακία ἦταν ἡ Νίτρα.
῾Η δύναμη τῆς Μοραβίας ἐγίνονταν ἀπειλητικὴ καὶ γιὰ τοὺς Βουλγάρους, ποὺ κατεῖχαν τότε ἐκτὸς ἀπὸ τὴ Μοισία καὶ ὅλη σχεδὸν τὴ σημερινὴ Ρουμανία. ᾿Εμπρὸς στὶς δυσκολίες ὁ Λουδοβῖκος ἀπευθύνθηκε στὸν βασιλέα τῶν Βουλγάρων Βόρι, ποὺ ἦταν ἀκόμη εἰδωλολάτρης, καὶ τοῦ πρότεινε νὰ ἐπιτεθοῦν συγχρόνως κι οἱ δυὸ κατὰ τοῦ Ραστισλάβου, γιὰ νὰ διαλύσουν τὸ κράτος του. ῾Ο Ραστισλάβος, ἀντιλαμβανόμενος τὸν κίνδυνο, ἀπευθύνθηκε στὸν βυζαντινὸ αὐτοκράτορα Μιχαὴλ Γ¢, ζητώντας του βοήθεια θρησκευτικὴ καὶ πολεμική. Αὐτὴ ἦταν ἡ ἀφορμὴ τῆς ἱεραποστολῆς τοῦ Κωνσταντίνου καὶ τοῦ Μεθοδίου.
῾Ο πόλεμος ἐξέσπασε τὸ 864. Οἱ δυὸ σύμμαχοι ἐπιτέθηκαν ἐναντίον τῆς Μοραβίας, ἀλλὰ καὶ οἱ Βυζαντινοὶ ἐπιτέθηκαν ἐναντίον τῆς Βουλγαρίας, καὶ ἀνάγκασαν τὸ Βόριδα νὰ συνθηκολογήση καὶ νὰ βαπτισθῆ χριστιανός, γιὰ ν᾿ ἀποφύγη τὶς συνέπειες τῆς ἧττας του. ᾿Απὸ τὴν ἄλλη πλευρά, τὴ βόρεια, ὁ Ραστισλάβος παρὰ τὴν ἀνδρεία ἀντίστασί του κατὰ τῶν Βαυαρῶν, ἀναγνώρισε τὴν ἀνωτερότητά τους μὲ συνθήκη, χωρὶς ὅμως νὰ ὑποταχθῆ τελείως. Τὸ 869 ἐξέσπασε πάλι πόλεμος μεταξὺ Μοραβῶν καὶ Βαυαρῶν καὶ ἐφαίνονταν ὅτι θὰ τὸν ἐκέρδιζε ὁ Ραστισλάβος, ἀλλὰ τὸν ἐπρόδωσε ὁ ἀνεψιός του Σβατοπλούκ, ποὺ τὸν συνέλαβε καὶ τὸν παρέδωσε στοὺς Βαυαρούς, οἱ ὁποῖοι τὸν ἐτύφλωσαν καὶ τὸν ἐφυλάκισαν.
῾Ο Σβατοπλοὺκ (870-894), ἀφοῦ ἀνέχθηκε τὴ γερμανικὴ κυριαρχία γιὰ μερικὰ χρόνια, ἐπαναστάτησε μὲ τὴ σειρά του, ἀπελευθέρωσε τὴ χώρα του καὶ μὲ μιὰ σειρὰ ἐπιτυχημένων ἐπιχειρήσεων τὴν ἐμεγάλωσε, κάνοντάς την αὐτοκρατορία. Στὸν ἀρχικὸ πυρῆνα της, ποὺ περιελάμβανε τὴ Μοραβία καὶ τὴ Σλοβακία, πρόσθεσε τὴ Βοημία, τὴ Λουσατία, τὴ Σιλεσία, τὴ Νότια Πολωνία καὶ ὅλη σχεδὸν τὴν Παννονία, νοτίως τοῦ Δουνάβεως, τὴ σημερινὴ Οὑγγαρία. ᾿Εν τούτοις ὅμως μετὰ τὸν θάνατο αὐτοῦ τοῦ δυναμικοῦ ἡγεμόνος, ὁ ὁποῖος ἔφερε πολλὰ ἐμπόδια στὸ ἔργο τοῦ Μεθοδίου, αὐτὸ τὸ μεγάλο κράτος ἄρχισε ν᾿ ἀποδυναμώνεται, γιὰ νὰ διαλυθῆ τελείως μὲ ἕνα κτύπημα τῶν Οὕγγρων, τοῦ τουρκοταταρικοῦ λαοῦ ποὺ ἔρχονταν ἀπὸ τὰ ἀνατολικά.
῾Ο Ραστισλάβος τὸ 862 ἔστειλε στὴν Κωνσταντινούπολι πρεσβεία, μὲ τὴν ὁποία ἐζητοῦσε ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα ἐπίσκοπο καὶ διδάσκαλο, γιὰ νὰ διδάξη τὸν Χριστιανισμὸ στοὺς ὑπηκόους του. Τὸ Βυζάντιο καὶ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο εἶχαν ρυθμίσει τὰ πράγματα κατὰ τέτοιον τρόπο, ὥστε οἱ ἴδιοι οἱ ἡγεμόνες τῶν ἀπολιτίστων λαῶν νὰ ζητοῦν τὴν ἱεραποστολή. Τὸ γράμμα ποὺ ἔφεραν οἱ ἀπεσταλμένοι ἔλεγε: “Εἴμαστε Σλάβοι, ἄνθρωποι ἀγροῖκοι. ῾Ο λαός μας ἀπέρριψε τὴν εἰδωλολατρεία καὶ τιμᾆ τὸ χριστιανικὸ νόμο, ἀλλὰ δὲν ἔχομε διδάσκαλο ἱκανὸ νὰ μᾆς διδάξη τὴν ἀληθινὴ πίστι στὴ γλῶσσα μας. ῎Αλλοι λαοὶ θὰ ἀκολουθήσουν προφανῶς τὸ παράδειγμά μας. Στεῖλε μας λοιπόν, Κύριε, τέτοιον ἐπίσκοπο καὶ διδάσκαλο. ᾿Απὸ σᾆς πράγματι διαδίδεται ὁ ἀγαθὸς νόμος πρὸς ὅλες τὶς χῶρες”. ᾿Αμέσως μετὰ τὸν ἐρχομὸ τῆς πρεσβείας ὑπὸ τὴν προεδρεία τοῦ αὐτοκράτορος Μιχαὴλ τοῦ Γ¢ συνῆλθε ἡ σύγκλητος σὲ σύσκεψι, στὴν ὁποία πλὴν ἄλλων ἔλαβαν μέρος προφανῶς καὶ ὁ πρωθυπουργὸς Βάρδας καὶ ὁ πατριάρχης Φώτιος. ῞Ολοι ἀπέβλεψαν στὸν Κωνσταντῖνο, τὸν ὁποῖο ὁ αὐτοκράτωρ ἐκάλεσε, γιὰ νὰ τοῦ ἀναθέση τὸ ἔργο, παρ᾿ ὅλο ποὺ ἐγνώριζε ὅτι ἦταν ἐπιφορτισμένος μὲ βαρὺ ἔργο. ῾Ο Κωνσταντῖνος ἐβεβαίωσε ὅτι, εἴτε κουρασμένος εἴτε ἀσθενής, θὰ μεταβῆ μὲ χαρά, ἀρκεῖ οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι νὰ ἔχουν ἀλφάβητο κατάλληλο γιὰ τὴ γλῶσσα τους. Βεβαίως εἶχε μεταφράσει ὁ ἴδιος κείμενα στὴ σλαβικὴ μὲ ἑλληνικοὺς χαρακτῆρες καὶ παρατηροῦσε ὅτι δὲν ἀποδίδονταν μὲ αὐτοὺς ὅλοι οἱ φθόγγοι της. ῾Ο βασιλεὺς ὅμως παρατήρησε· “ἂν θέλης, ὁ Θεὸς μπορεῖ νὰ σὲ βοηθήση νὰ τὸ εὕρης ἐσύ”. ῾Ο Κωνσταντῖνος ἀποχώρησε ἀπὸ τὴ συνεδρίασι καὶ κατὰ τὴ συνήθειά του ἐπιδόθηκε στὴν προσευχὴ μαζὶ μὲ μερικοὺς συνεργάτες του· ἡ βοήθεια τοῦ Θεοῦ δὲν ἐβράδυνε νὰ φανερωθῆ. Φωτισμένος ἀπὸ τὴ θεία χάρι, συνέθεσε τὸ πρῶτο σλαβικὸ ἀλφάβητο κι ἔπειτα ἀσχολήθηκε μὲ τὴ μετάφρασι τοῦ εὐαγγελικοῦ κειμένου τοῦ ᾿Ιωάννη: “᾿Εν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος, καὶ ὁ Λόγος ἦν πρὸς τὸν Θεὸν καὶ Θεὸς ἦν ὁ Λόγος”. Αὐτὲς ἦσαν οἱ πρῶτες λέξεις ποὺ ἐγράφηκαν ποτὲ μὲ τὸ σλαβικὸ ἀλφάβητο.
῾Η γραφὴ τὴν ὁποία ἐπενόησε ὁ Κύριλλος λέγεται γλαγολιτική. ᾿Ενῶ κατ᾿ ἀρχὴν στηρίζεται στὴ μικρόσχημη ἑλληνικὴ γραφή, στρογγυλοποιεῖ, περιπλέκει καὶ παραλλάσσει τοὺς χαρακτῆρες. Γιὰ τοὺς φθόγγους ποὺ ἀπουσιάζουν ἀπὸ τὴν ἑλληνικὴ γλῶσσα, χρησιμοποιεῖ παραλλαγμένους ἑλληνικοὺς χαρακτῆρες ἢ ἄλλους ποὺ ἐπινοήθηκαν ἀπὸ τὸν ἴδιο. Μὲ τὴ δύσκολη τούτη γραφὴ ὁ Κύριλλος ἤθελε νὰ τονίση τὴν ἐθνικὴ καὶ γλωσσικὴ ἰδιομορφία τῶν Σλάβων.
᾿Αργότερα αὐτὴ ἡ γραφὴ μεταβλήθηκε, δηλαδὴ ἐπῆρε ὡς βάσι τὴ μεγαλόσχημη ἑλληνικὴ γραφὴ καὶ ἁπλουστεύθηκε· ἔτσι ἐδημιουργήθηκε ἡ λεγομένη Κυρίλλειος γραφή. ῾Η δεύτερη αὐτὴ μορφὴ τοῦ ἀλφαβήτου προφανῶς ἐπινοήθηκε ἀπὸ τὸν Μεθόδιο, ποὺ τὴ χαρακτήρισε Κυρίλλεια πρὸς τιμὴ τοῦ ἀδελφοῦ του ποὺ ἤδη εἶχε ἀποθάνει.
῾Η γλῶσσα στὴν ὁποία οἱ δύο ἀδελφοὶ μετέφρασαν τὰ βιβλικὰ καὶ λειτουργικὰ κείμενα ἦταν ἡ ὁμιλουμένη τότε ἀπὸ τὰ νοτιοσλαβικὰ φῦλα ποὺ εἶχαν εἰσχωρήσει στὰ ἐδάφη τῆς ἑλληνικῆς αὐτοκρατορίας. Πολλοὶ Σλάβοι ἔρχονταν στὴ Θεσσαλονίκη γιὰ ἐμπορικοὺς λόγους κι ἀκόμη περισσότεροι ἐργάζονταν ὡς ὑπηρέτες (σκλάβοι) στὶς οἰκογένειες εὐγενῶν Θεσσαλονικέων, ὅπως ἦταν καὶ ἡ οἰκογένεια τοῦ Μεθοδίου καὶ τοῦ Κωνσταντίνου. Τὰ μέλη αὐτῶν, καθὼς καὶ οἱ ἔμποροι, ἐμάθαιναν πολλὲς λέξεις ἐκείνης τῆς ἀκατέργαστης διαλέκτου κατ᾿ ἀνάγκην.
Φυσικὰ ἄνθρωποι ὑψηλῆς νοημοσύνης, ὅπως ὁ Κωνσταντῖνος καὶ ὁ Μεθόδιος εὐχερῶς συνελάμβαναν καὶ ὅλον τὸν μηχανισμὸ αὐτῆς τῆς γλώσσας. Δὲν πρέπει νὰ λησμονοῦμε ὅτι ἀργότερα ὁ Μεθόδιος ἔζησε δέκα χρόνια ἀνάμεσα σὲ Σλάβους ὡς διοικητὴς Σκλαβηνίας καὶ ὅτι ὁ Κύριλλος εἶχε μεγάλη εὐχέρεια γλωσσομαθείας, ἀφοῦ ἐγνώριζε ὀκτὼ τουλάχιστο γλῶσσες.
᾿Επειδὴ τὰ σλαβικὰ φῦλα εἶχαν ἀποσπασθῆ τὸ ἕνα ἀπὸ τὸ ἄλλο μόλις πρὸ τριακοσίων ἐτῶν, δὲν ὑπῆρχαν ἀκόμη μεγάλες διαλεκτικὲς διαφορὲς μεταξύ τους· ἑπομένως ἡ γλῶσσα τῶν νοτίων Σλάβων ἦταν κατανοητὴ ἀπὸ τοὺς δυτικοὺς καὶ βορείους Σλάβους. ᾿Αλλὰ ἡ γλωσσικὴ μορφή, τὴν ὁποία ἐχρησιμοποίησαν οἱ δυὸ ἀδελφοὶ δὲν ἦταν καθ᾿ ὅλα ὅμοια μὲ τὴν ὁμιλουμένη ἐκείνη διάλεκτο. Εἶχε ὑποστῆ μεταμόρφωση μὲ τὴ γραφίδα τους. ᾿Απέκτησε σύνθετες λέξεις καὶ νέους γλωσσικοὺς τύπους, κατ᾿ ἐπίδραση τῆς ἑλληνικῆς, καὶ ἐπῆρε ἱεροπρεπῆ χαρακτῆρα. ῏Ηταν ἕως ἕνα σημεῖο γλῶσσα τεχνητὴ ποὺ ποτὲ δὲν χρησιμοποιήθηκε αὐτούσια στὸν προφορικὸ λόγο. ᾿Αλλὰ παρ᾿ ὅλα αὐτὰ ἀπετέλεσε τὴ βάσι τῆς ἀναπτύξεως ὅλων τῶν ἐθνικῶν σλαβικῶν γλωσσῶν κι ἔγινε τὸ μέσο κάποιας ἑνότητος τῶν σλαβικῶν λαῶν ἀπὸ τὴν ἐποχὴ ἐκείνη ἕως σήμερα.
Πρὶν ξεκινήση γιὰ τὸ μεγάλο ταξίδι, ὁ Κωνσταντῖνος συμπλήρωσε τὴ μετάφραση τῶν τεσσάρων εὐαγγελίων, τῶν ἐπιστολῶν τῆς Κ. Διαθήκης καὶ μιᾆς περιωρισμένης συλλογῆς πατερικῶν κειμένων. Συνέταξε ἐπίσης γραμματικὴ καὶ ὁμιλίες.
ΤΟ ΕΡΓΟ ΣΤΗΝ ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΕΥΡΩΠΗ
῾Ο Χριστιανισμὸς εἶχε ἀρχίσει νὰ διαδίδεται ἀνάμεσα στοὺς Μοραβοὺς ἀπὸ ἱεραποστόλους ῞Ελληνες, ᾿Ιταλοὺς καὶ Γερμανοὺς (Βίος Μεθοδίου, 5), ἀλλά, ἐνῶ οἱ ἡγεμόνες τους καὶ ἀρκετοὶ εὐγενεῖς εἶχαν βαπτισθῆ, ὁ λαὸς παρέμενε ἀκόμη στὴν εἰδωλολατρεία. ῾Η τάσις πολλῶν δυτικῶν ἱστορικῶν νὰ ἐπιβάλουν τὴν ἄποψι ὅτι ᾿Ιρλανδοσκῶτοι καὶ ἄλλοι δυτικοὶ ἱεραπόστολοι εἶχαν διαδώσει σὲ μεγάλη ἔκτασι τὴ χριστιανικὴ πίστι ἀνάμεσα στοὺς Μοραβοὺς καὶ τοὺς γειτονικοὺς λαοὺς εἶναι ἀβάσιμη. Τὰ ἴχνη παλαιῶν ναῶν ποὺ εὑρέθηκαν μὲ τὶς ἀνασκαφὲς ἀνάγονται στὴν ἐποχὴ τοῦ Κωνσταντίνου καὶ τοῦ Μεθοδίου, ἐνῶ οἱ δυὸ ἢ τρεῖς ναοὶ ποὺ ἐντοπίζονται στὴν πρὶν ἀπὸ αὐτοὺς ἐποχὴ εἶναι κτίσματα ὡρισμένων πριγκήπων ποὺ ἤθελαν νὰ ἐξευμενίσουν τοὺς Γερμανοὺς ἡγεμόνες.
῾Ο Ραστισλάβος ἐστράφηκε πρὸς τὸ Βυζάντιο γιὰ νὰ ζητήσει ἐπίσκοπο καὶ διδάσκαλο ὄχι γιὰ τὴν ὁλοκλήρωσι τῆς διαδόσεως τοῦ Χριστιανισμοῦ, ἀλλὰ γιὰ τὴν ἐξ ἀρχῆς σχεδὸν διάδοσί του. ῞Ο,τι εἶχε γράψει προηγουμένως καὶ στὸν πάπα Νικόλαο τῆς Ρώμης βεβαιώνεται μὲν στὴν ἐπιστολὴ τοῦ ᾿Αδριανοῦ Β¢, διαδόχου τοῦ Νικολάου, ἀλλὰ φαίνεται ἀνυπόστατο· διότι ὁ Ραστισλάβος ἐγνώριζε πολὺ καλὰ ὅτι στὴ Ρώμη δὲν ὑπῆρχαν διδάσκαλοι τῆς σλαβονικῆς γλώσσας καὶ προφανῶς ὁ ᾿Αδριανὸς ἔγραψε αὐτὸ τὸ πρᾆγμα γιὰ νὰ δικαιολογήση τὴν ἀπόφασί του νὰ δεχθῆ τὴν εἰσαγωγὴ τῆς σλαβονικῆς καὶ ν᾿ ἀπαιτήση ὑπακοὴ τῆς σλαβονικῆς ᾿Εκκλησίας στὴ Ρώμη.
῾Η στροφὴ τοῦ Ραστισλάβου πρὸς τὸ Βυζάντιο ὀφείλεται σὲ δύο λόγους· πρῶτα στὴν ἀνάγκη νὰ ζητήση στὶς δύσκολες στιγμὲς ποὺ ἐπερνοῦσε βοήθεια ἀπὸ ἕνα κράτος ποὺ δὲν μποροῦσε ποτὲ νὰ ἐπέμβη σὲ βάρος του λόγω τῆς μεγάλης ἀποστάσεως· καὶ δεύτερο διότι ἐγνώριζε ὅτι ἐκεῖ ἐγίνονταν προεργασία μεταφράσεως τῶν ἐκκλησιαστικῶν βιβλίων στὴ σλαβικὴ γλῶσσα.
Πρέπει σ᾿ αὐτὸ τὸ σημεῖο νὰ παρατηρηθῆ ὅτι εἶναι λαθεμένη ἡ ἄποψις, ὅτι ὁ Μοραβὸς ἡγεμὼν ἐζήτησε δυὸ πρόσωπα, ἕναν ἐπίσκοπο καὶ ἕνα διδάσκαλο. ᾿Εκείνη τὴν ἐποχὴ ὁ ἐπίσκοπος ἐθεωρεῖτο ὁ κατ᾿ ἐξοχὴν διδάσκαλος τῆς χριστιανικῆς πίστεως· ἄλλο βέβαια ὅτι τὸ Βυζάντιο ἔστειλε δυὸ πρόσωπα μαζὶ μὲ πολλοὺς ἀκολούθους. Τὸ Βυζάντιο δὲν ἔστειλε ἐπίσκοπο, ὅπως ἐζητοῦσε ὁ Μοραβός· διότι κατὰ τὴν ἑλληνικὴ ὀρθόδοξη ἄποψι ὁ ἐπίσκοπος κυβερνᾆ ὡρισμένη ἐπαρχία καὶ δὲν μπορεῖ νὰ προβαίνη σὲ ἱεραποστολικὲς περιοδεῖες. Γι᾿ αὐτὸ ἀντὶ γιὰ ἐπίσκοπο ἔστειλε ὁμάδα ἱεραποστόλων. ῾Ο ἐπίσκοπος ἢ οἱ ἐπίσκοποι τῆς περιοχῆς ἔπρεπε νὰ προέλθουν ἀπὸ τὸ ἔργο αὐτῶν τῶν ἱεραποστόλων.
῾Υπὸ τὴν ἡγεσία τοῦ Κωνσταντίνου καὶ τοῦ Μεθοδίου ἐξεκίνησε αὐτὴ ἡ ὁμάδα γιὰ τὴ Μοραβία τὴν ἄνοιξι τοῦ 863. Πρέπει βέβαια νὰ σημειωθῆ ὅτι ἡ αἴτησις τοῦ Ραστισλάβου ἐκτὸς ἀπὸ τὶς θρησκευτικὲς προτάσεις εἶχε καὶ πολιτικές, τὶς ὁποῖες φυσικὰ προέβαλαν οἱ πρέσβεις προφορικὰ καὶ ὄχι γραπτά, χάριν ἀσφαλείας. Εἶναι λοιπὸν πιθανὸ ὅτι τὰ μέλη τῆς μοραβικῆς πρεσβείας ποὺ ἦσαν ἐπιφορτισμένα μὲ τὴν πολιτικὴ ἀποστολὴ εἶχαν ἐπιστρέψει ἐνωρίτερα στὴ χώρα τους μὲ τὴν ὑπόσχεσι τοῦ αὐτοκράτορος Μιχαὴλ Γ¢ ὅτι θὰ βοηθήση τοὺς Μοραβοὺς στὶς διαφορές τους μὲ τοὺς Βουλγάρους. Τὰ ἄλλα μέλη ἔμειναν ἐπὶ τόπου στὴ βασιλεύουσα, γιὰ νὰ ὁδηγήσουν τὴν ἱεραποστολή. ῾Η ὁμάδα τῆς ἱεραποστολῆς περιελάμβανε, ἐκτὸς ἀπὸ τοὺς δύο ἀδελφούς, τὸν Κλήμεντα, μετέπειτα ἀρχιεπίσκοπο ᾿Αχρίδος, τὸν Κωνσταντῖνο, μετέπειτα ἀρχιεπίσκοπο Πρεσλάβας, τοὺς Ναούμ, Σάβα, ᾿Αγγελάριο, Λαυρέντιο καὶ ἄλλους συνεργάτες, ποὺ διακρίθηκαν καὶ ἀργότερα στὸ ἱεραποστολικὸ ἔργο. ᾿Εφοδιασμένοι μὲ γράμμα τοῦ αὐτοκράτορος πρὸς τὸν Ραστισλάβο οἱ ἱεραπόστολοι ἐπῆραν τὸν δρόμο τῆς Εὐρώπης, φυσικὰ μέσω τῆς Θεσσαλονίκης, ὅπου διέμενε πάντα ἡ μητέρα τους, τὴν ὁποία δὲν εἶχαν ἰδεῖ γιὰ πολὺ καιρό. Μὲ τὴν εὐκαιρία αὐτὴ ἡ μητέρα τοὺς συνέστησε, σὲ περίπτωσι ποὺ ὁ ἕνας ἀπὸ τοὺς δύο πεθάνει στὰ ξένα, ὁ ἄλλος νὰ μεταφέρη τὸ σκήνωμά του στὴ μονή τους. ῎Επειτα διὰ τῶν Σκοπίων, τῆς Ναϊσσοῦ, τῆς Σιγγιδόνος (Βελιγραδίου), τοῦ Σιρμίου, ἔφθασαν στὴ Μοραβία, ὅπου τοὺς ἐπερίμεναν ἐκπρόσωποι τοῦ ἡγεμόνος.
Στὴ συνέχεια οἱ κάτοικοι τῆς Μοραβίας, ἄρχοντες καὶ λαός, ἐπεφύλαξαν θερμὴ ὑποδοχὴ στοὺς ῞Ελληνες ἱεραποστόλους. Πρῶτος σταθμός τους ἦταν τὸ ἀνάκτορο τοῦ Ραστισλάβου, ποὺ ὅπως ἐσημειώσαμε παραπάνω ἦταν στὸ Βάλυ. ῎Επειτα, ὅπως φαίνεται, ἐγκαταστάθηκαν στὴ μικρὴ πόλι Βέλεχραδ, ποὺ εὑρισκόταν κοντὰ στὸ σημερινὸ Στάρε Μιέστο, ὅπου ἦσαν ἀπὸ παλαιότερα ἐγκατεστημένοι οἱ πρῶτοι Βυζαντινοὶ ἱεραπόστολοι καὶ πολλοὶ ῞Ελληνες ἔμποροι.
Οἱ Μοραβοὶ ἐζοῦσαν κατὰ πατριὲς στοὺς ἀγροτικοὺς οἰκισμούς των. Σὲ κάθε περιφέρεια ὑπῆρχαν ἕνα ἢ περισσότερα ὀχυρά, χρὰδ (γράδ), ὅπου ἔμεναν οἱ φύλαρχοι μὲ τὸ στρατό τους. ᾿Αλλὰ τὰ ὀχυρὰ ἐξελίχθηκαν μὲ τὸν καιρὸ σὲ πόλεις. Τὸ Βέλεχραδ εἶναι τὸ πρῶτο καὶ ἴσως τὸ μόνο τότε ὀχυρὸ ποὺ εἶχε πάρει τὴ μορφὴ κωμοπόλεως.
῾Ο Κωνσταντῖνος καὶ ὁ Μεθόδιος ἐπιδόθηκαν στὸ ἔργο τους μὲ σύστημα καὶ ἀποτελεσματικότητα. ῞Ιδρυσαν πρῶτα μιὰ σχολὴ στὴν ὁποία ἐφοίτησαν νέοι εὐγενῶν οἰκογενειῶν ἐπιλεγμένων ἀπὸ τὸν Ραστισλάβο. Οἱ νέοι αὐτοὶ ἐδιδάσκονταν τὸ ἀλφάβητο, τὴ γραμματική, τὴν ἁγία Γραφή, τὶς ἀκολουθίες, τοὺς βυζαντινοὺς νόμους. Συγχρόνως ἐπεξέτειναν τὴ διδαχὴ στὸ λαὸ κι ἐβάπτιζαν ὅσους προσέρχονταν στὸ Χριστιανισμό. Γιὰ τὴν διδαχὴ αὐτὴ ἀπέστειλαν τοὺς συνεργάτες των στοὺς διεσκορπισμένους οἰκισμοὺς τῆς χώρας. ῎Ετσι ὁ Χριστιανισμός, ποὺ εἶχε διαδοθῆ ἕως τότε σὲ λίγα ὀχυρά, τὰ ὁποῖα εἶχαν ἀποκτήσει καὶ ξυλίνους ναούς, διαδόθηκε πλέον ἀπὸ τὸ ἕνα ἄκρο τῆς χώρας στὸ ἄλλο μεταξὺ τῶν Μοραβῶν, ἀλλὰ ἐπίσης καὶ τῶν Τσέχων, τῶν Σλοβάκων, τῶν Πολωνῶν.
Οἱ ἱεραπόστολοι ὠργάνωσαν ἀμέσως λατρεία στὴ σλαβικὴ γλῶσσα, μεταφράζοντας γιὰ χρῆσι στὴ λατρεία τὶς ἀκολουθίες λίγο λίγο, σύμφωνα μὲ τὴν πορεία τοῦ ἡμερολογίου. ῾Ο Κωνσταντῖνος, βοηθούμενος ἀπὸ τὸν Μεθόδιο, μετέφρασε τὴ λειτουργία καὶ τὰ βασικὰ στοιχεῖα τοῦ ὄρθρου, τῶν ὡρῶν, τοῦ ἑσπερινοῦ, τοῦ ἀποδείπνου, καὶ τοῦ εὐχολογίου, συμπληρώνοντας ἀπὸ καιρὸ σὲ καιρὸ τὴ μετάφρασι αὐτῶν τῶν ἀκολουθιῶν· μετέφρασε ἐπίσης τὸν Ψαλτῆρα. Βέβαια ἡ μετάφρασις τῶν λειτουργικῶν βιβλίων στὶς λεπτομέρειές τους, κυρίως τῶν μηναίων, συνεχίσθηκε ἐπὶ αἰῶνες.
Μέριμνα τῶν ἱεραποστόλων ἦταν ἐπίσης καὶ ἡ ἀνέγερσις λιθίνων ναῶν, ἀπὸ τοὺς ὁποίους ἔχουν πολλοὶ ἀνιχνευθῆ τελευταῖα μὲ τὴν ἀρχαιολογικὴ σκαπάνη. Φυσικὰ γιὰ τὸ ἔργο τοῦτο θὰ χρησιμοποιήθηκαν ῞Ελληνες τεχνῖτες καὶ ζωγράφοι, ποὺ προφανῶς ἔφθασαν στὸ μεταξὺ στὴ Μοραβία.
Τὸ ἔργο τῶν ῾Ελλήνων τούτων ἱεραποστόλων, ὑπὸ τὴν ἡγεσία τῶν δύο ἀδελφῶν, ἦταν πολὺ ἐπιτυχέστερο ἀπὸ τῶν ᾿Ιταλῶν καὶ τῶν Γερμανῶν. ᾿Αλλὰ πάντως οἱ ἀδελφοὶ ἀνέχθηκαν κι αὐτούς, παρ᾿ ὅλο ποὺ ἔβλεπαν ὅτι ὄχι ἁπλῶς ἐπέτρεπαν στοὺς ὀπαδούς τους μερικὲς ἀνωμαλίες, ἀλλὰ εἶχαν παραλάβει οἱ ἴδιοι ὡρισμένες δεισιδαιμονίες ἀπὸ τοὺς εἰδωλολάτρες Μοραβούς. ᾿Εκεῖνοι ὅμως ἐπετέθηκαν ἐναντίον τῶν ἀδελφῶν καὶ τῶν συνοδῶν τους. Εὑρῆκαν τὴν εὐκαιρία πολὺ γρήγορα, τὸ 864, ὅταν λίγο μετὰ τὴν ἄφιξι τῶν ἀδελφῶν στὴ Μοραβία ὁ Ραστισλάβος συνθηκολόγησε μὲ τὸν Λουδοβῖκο τὸν Γερμανικό, γιὰ ν᾿ ἀναθαρρήσουν καὶ νὰ τοὺς κατηγορήσουν. ᾿Ισχυρίσθηκαν ὅτι ὁ Θεὸς μπορεῖ νὰ ὑμνῆται καὶ νὰ λατρεύεται μόνο σὲ τρεῖς γλῶσσες, ἑβραϊκή, ἑλληνική, λατινική, δηλαδὴ στὶς γλῶσσες τῆς ἐπιγραφῆς ποὺ ἔβαλε ὁ Πιλᾆτος στὸ Σταυρὸ τοῦ Κυρίου, ἀλλὰ ὄχι καὶ στὴ σλαβική· ἑπομένως ὁ Κωνσταντῖνος καὶ ὁ Μεθόδιος εἶναι ἀξιοκατάκριτοι ποὺ χρησιμοποιοῦσαν μιὰ ἀπηγορευμένη γλῶσσα, τὴ σλαβική. ῾Ο Κωνσταντῖνος ἀνέτρεψε εὔκολα τοὺς ἰσχυρισμούς του καὶ τοὺς ἐχαρακτήρισε τριγλωσσικοὺς καὶ πιλατιανούς.
Βέβαια τὰ αἴτια τῆς ἐπιθέσεως εἶναι ἄλλα. Οἱ Γερμανοὶ εἶχαν ἐξοργισθῆ ἀπὸ τὴν ἐπίσημη πρόσκλησι τῶν ῾Ελλήνων ἱεραποστόλων, διότι ἀντιπαθοῦσαν καὶ ἐπιβουλεύονταν τοὺς Βυζαντινούς. ᾿Απὸ τὴν πλευρά τους καὶ οἱ ῞Ελληνες περιφρονοῦσαν τοὺς Γερμανοὺς ὡς ἡμιπολιτίστους καὶ διεκδικητὰς τοῦ αὐτοκρατορικοῦ τίτλου. Καὶ οἱ Σλάβοι ἄλλωστε τοὺς ἐχαρακτήριζαν μὲ τὸ ὄνομα νέμετς, βαρβάρους. ᾿Αρχηγὸς τοῦ Γερμανικοῦ κλήρου τῆς Μοραβίας ἦταν ὁ Βίχιγκ, τῶν ᾿Ιταλῶν ὁ ᾿Ιωάννης. ῞Ολοι αὐτοὶ οἱ δυτικοὶ κληρικοὶ τῆς Μοραβίας θὰ ἔφθαναν μόλις τοὺς 15. ῾Ο Ραστισλάβος, πιεζόμενος ἀπὸ τὶς ἐξελίξεις τῶν πολιτικῶν πραγμάτων, θέλησε νὰ συμβιβάση τὶς παρατάξεις, ἀλλὰ δὲν τὸ κατώρθωσε. Παρ᾿ ὅλα ὅμως αὐτὰ τὸ ἔργο προχωροῦσε μὲ μεγάλη ἐπιτυχία.
Οἱ ἱεραπόστολοι ἔμειναν αὐτὴν τὴν πρώτη περίοδο ἀπὸ τὸ φθινόπωρο τοῦ 863 ἕως τὶς ἀρχὲς τοῦ 867, δηλαδὴ τρία χρόνια καὶ τέσσερις μῆνες. Εἶχαν ἐκπαιδεύσει κιόλας πολλοὺς μαθητάς, ἀνάμεσα στοὺς ὁποίους ἦσαν ἑκατὸ περίπου θεολόγοι. Δὲν εἶχαν ὅμως ἀρκετοὺς ἱερεῖς γιὰ τὴν τέλεσι τῆς λατρείας. ῞Οπως εἶναι γνωστό, ἀπὸ τοὺς ἀδελφοὺς μόνο ὁ Κωνσταντῖνος ἦταν ἱερεύς, ἀλλὰ εἶναι πιθανὸ ὅτι καὶ μερικοὶ ἀπὸ τοὺς συνεργάτες των ἦσαν ἐπίσης χειροτονημένοι, ἐνῶ προστέθηκαν σ᾿ αὐτοὺς καὶ οἱ παλαιοὶ ῞Ελληνες ἱεραπόστολοι τῆς περιοχῆς. Τὸ σύνολο τῶν Βυζαντινῶν κληρικῶν στὴ Μοραβία πρέπει νὰ ἐκυμαίνονταν γύρω στοὺς 20. ᾿Αλλὰ πάντως δὲν ἐπαρκοῦσαν γιὰ τὴν κάλυψι ὅλων τῶν ἀναγκῶν τοῦ αὐξανομένου ποιμνίου. ῎Επρεπε νὰ ζητήσουν χειροτονία ἑνὸς ἢ δύο ἐπισκόπων γιὰ τὴ μετάδοσι τῆς ἱερωσύνης σὲ ἄλλους.
ΟΙ ΑΔΕΛΦΟΙ ΣΤΗ ΡΩΜΗ
Οἱ δυὸ ἀδελφοὶ ἀνεχώρησαν ἀπὸ τὴ Μοραβία, ἀφοῦ ἄφησαν ἐκεῖ μερικοὺς συνεργάτες των. ᾿Αντὶ νὰ συνεχίσουν τὸ δρόμο πρὸς τὸν προορισμό τους, ἐπέρασαν ἀπὸ τὴν πρωτεύουσα τῆς Παννονίας, τὸ Βλάτινσκι Κοστέλ. Αὐτὴ ἡ χώρα, ποὺ παλαιότερα ἀνῆκε στὴ ρωμαϊκὴ κι ἔπειτα στὴ βυζαντινὴ αὐτοκρατορία, εἶχε καταληφθῆ τώρα ἀπὸ τοὺς Σλοβένους ποὺ ἦταν ἀπόσπασμα τῶν Σλοβάκων. ῾Ο Χριστιανισμός, ἀφοῦ πρῶτα καταστράφηκε ἀπὸ τοὺς Σλάβους, τώρα ἐπανέρχονταν σ᾿ αὐτήν. ῾Ο ἡγεμὼν Κότσελ, ποὺ ἦταν ἤδη χριστιανός, ἐζήλευε τὴν τύχη τῶν Μοραβῶν, διότι εἶχαν ἐπιτύχει τέτοιους διδασκάλους. Εἶχε ἔλθει σ᾿ ἐπαφὴ μὲ τοὺς ἱεραποστόλους καὶ πρωτύτερα· τώρα ἔρχονταν αὐτοὶ οἱ ἴδιοι στὴ χώρα του, γιὰ νὰ ἱκανοποιήσουν καὶ τὸ δικό τους αἴτημα νὰ διδάξουν τοὺς Σλοβένους. ῾Ο ἡγεμὼν τοὺς ὑποδέχθηκε μὲ δικαιολογημένο ἐνθουσιασμό, ἔμαθε ὁ ἴδιος τὴ σλαβικὴ γραφὴ κι ἐδιάβασε τὰ βιβλία τους. Παρέμειναν στὴν Παννονία ἐπὶ ἕξι μῆνες, κατὰ τὴ διάρκεια τῶν ὁποίων ἐξεπαίδευσαν πενήντα μαθητάς.
῎Επειτα συνέχισαν τὸ δρόμο τους. Ποιὸς ἦταν ὁ προορισμός τους καὶ ὁ σκοπὸς τοῦ νέου ταξιδιοῦ τους; Δὲν λέγεται σαφῶς στοὺς Βίους. ᾿Επειδὴ τελικὰ ἐπῆγαν στὴ Ρώμη, ὅπου παρέμειναν ἀρκετὸ χρόνο, οἱ Ρωμαιοκαθολικοὶ ἱστορικοὶ ἰσχυρίζονται ὅτι ἡ Ρώμη ἦταν ὁ προορισμός τους καὶ σκοπός τους ἦταν νὰ ἐπιδιώξουν ἀναγνώρισι τῆς ἀποστολῆς των ἀπὸ τὸν πάπα. Αὐτὴ ἡ ἄποψις εἶναι ἀβάσιμη. Τὸν προορισμό τους εὑρίσκομε στὰ λόγια τοῦ Βίου τοῦ Μεθοδίου, κατὰ τὰ ὁποῖα, “ἔπειτα ἀπὸ τρία χρόνια, ἀφοῦ κατάρτισαν μαθητάς, ἐπέστρεψαν ἀπὸ τὴ Μοραβία” (Βίος Μεθοδίου, 5). ᾿Επιστρέφει κανεὶς στὸ μέρος ἀπὸ τὸ ὁποῖο εἶχε φύγει, κι ἐδῶ οἱ ἀδελφοὶ ἐπέστρεψαν στὴν Κωνσταντινούπολι.
Οἱ δύο ἀδελφοὶ εἶχαν ἀναλάβει μιὰ μεγάλη ἀποστολὴ ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα Μιχαὴλ τὸν Γ¢ καὶ τὸν πατριάρχη Φώτιο. ᾿Ενήργησαν τὰ πάντα σύμφωνα μὲ τὶς ἐντολές τους, καὶ τώρα, ποὺ ἔβλεπαν ὅτι οἱ ἐκκλησίες τῆς Μοραβίας καὶ τῆς Σλοβενίας μποροῦσαν νὰ ὀργανωθοῦν μητροπολιτικῶς, ἐπήγαιναν στὴν πρωτεύουσα τῆς αὐτοκρατορίας, γιὰ νὰ δώσουν ἀπολογισμὸ τοῦ ἔργου τους, νὰ χειροτονήσουν τοὺς μαθητάς των, ἴσως τέσσερις ἢ πέντε, ἐπισκόπους, ἀλλὰ ἐπίσης νὰ χειροτονηθοῦν καὶ οἱ ἴδιοι σ᾿ ἐπισκόπους, γιὰ ν᾿ ἀναλάβουν τὶς ἀρχιεπισκοπὲς ποὺ ἐπρόκειτο νὰ συσταθοῦν στὶς δυὸ ἐκεῖνες χῶρες. Εἶχαν δηλαδὴ ἀποφασίσει νὰ ἱκανοποιήσουν τὰ αἰτήματα τῶν Σλάβων, δεχόμενοι τὴ χειροτονία τους ὁ Κωνσταντῖνος γιὰ τὴ Μοραβία, ὁ Μεθόδιος γιὰ τὴ Σλοβενία.
᾿Αλλ᾿ ὅταν εὑρίσκονταν ἀκόμα στὴ Ρώμη ἔμαθαν δυσάρεστα νέα. ῾Ο Βόρις τῆς Βουλγαρίας εἶχε ἀποσπάσει τὴ βουλγαρικὴ ᾿Εκκλησία ἀπὸ τὴν ἐπιρροὴ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου κι ἐστρέφονταν πρὸς τὴ Δύσι. ῾Ο δρόμος, ποὺ εἶχαν ἀκολουθήσει κατὰ τὴ μετάβασί τους στὴν Κεντρικὴ Εὐρώπη οἱ ἱεραπόστολοι, ἀπὸ τὴν Θεσσαλονίκη στὸ Βελιγράδι, ἦταν κλεισμένος. Δὲν ἦταν λοιπὸν φρόνιμο νὰ μεταβοῦν διὰ τοῦ βουλγαρικοῦ ἐδάφους στὴν Κωνσταντινούπολι, ἀλλὰ ἔπρεπε ν᾿ ἀκολουθήσουν τὸ δρόμο τῆς θάλασσας. Γι᾿ αὐτὸ κατέβηκαν στὴ Βενετία, ποὺ πολιτικῶς ἦταν προτεκτορᾆτο τοῦ Βυζαντίου, ἀλλὰ ἐκκλησιαστικῶς ὑπαγόταν στὴ Ρώμη. Στὴν πόλι αὐτὴ ὅμως τοὺς ὑποδέχθηκαν μὲ ἄγριες διαθέσεις δυτικοὶ ἐπίσκοποι, ἱερεῖς καὶ μοναχοί, ποὺ τοὺς κατηγοροῦσαν διότι χρησιμοποιοῦσαν τὴ σλαβικὴ γλῶσσα στὴ λατρεία, παρὰ τὴν ἀπόφασι τῆς συνόδου τῆς Φραγκφούρτης ποὺ εἶχε συγκληθῆ ἀπὸ τὸν Μέγα Κάρολο καὶ εἶχε ἐπιτρέψει τὶς μεταφράσεις.
῾Ο Κωνσταντῖνος, ἀντιμετωπίζοντας τοὺς ἀντιπάλους του καὶ ἀλλοῦ καὶ στὴ Βενετία, ἐπεκαλεῖτο τὸ γεγονὸς ὅτι ὅλοι οἱ λαοὶ ἔχουν τὸ εὐαγγέλιο καὶ ὑμνοῦν τὸ Θεὸ στὴ γλῶσσα τους: ᾿Αρμένιοι, Πέρσες, ᾿Αβασγοί, ῎Ιβηρες, Σουγδαῖοι, Γότθοι, ῎Αβαροι, Τοῦρκοι, Χάζαροι, ῎Αραβες, Αἰγύπτιοι, Σῦροι καὶ ἄλλοι. ᾿Αλλὰ δὲν ἔπειθε· διότι ὅλοι οἱ λαοὶ αὐτοὶ ἀνῆκαν στὸ κλῖμα τῆς ᾿Ανατολῆς καὶ ἦταν φυσικὸ νὰ χρησιμοποιοῦν τὴν δική τους γλῶσσα στὴ λατρεία. Στὴ Δύσι μόνο τρεῖς γλῶσσες ἦταν δεκτές, κι ἀπὸ αὐτὲς μόνο οἱ δύο γιὰ τὴ λατρεία· ἡ ἑλληνικὴ γιὰ τὴν ᾿Ανατολή, ἡ λατινικὴ γιὰ τὴ Δύσι.
Οἱ ἐπιτόπιοι παράγοντες τῆς Βενετίας φαίνεται ὅτι ἔθεσαν τοὺς ἱεραποστόλους ὑπὸ περιορισμό, κι ἔπειτα ὁ πάπας Νικόλαος Α¢ (858-867), ποὺ εὑρίσκονταν σὲ ὀξεῖα ἀντίθεσι μὲ τὸν Φώτιο, τοὺς ἐκάλεσε στὴ Ρώμη γιὰ ἐξέτασι. ῎Εφθασαν ἐκεῖ τὸν Δεκέμβριο τοῦ 867. Τότε ὅμως εἶχε ἀλλάξει πλέον ἡ κατάστασις στὴ Ρώμη. ῾Ο Νικόλαος εἶχε ἀποθάνει· ὁ νέος πάπας ᾿Αδριανὸς Β¢ (867-872), ὁ κλῆρος καὶ ὁ λαὸς τῆς Ρώμης ἐδέχθηκαν μ᾿ ἐνθουσιασμὸ τοὺς ἱεραποστόλους, διότι ὅπως πληροφορήθηκαν στὸ μεταξύ, τοὺς ἔφεραν πολύτιμα δῶρα, τὰ λείψανα τοῦ ἁγίου Κλήμεντος. ᾿Εξ αἰτίας αὐτοῦ τοῦ λόγου καὶ τῆς ἐπιθυμίας τοῦ πάπα ν᾿ ἀποκαταστήση τὶς διαταραγμένες σχέσεις μὲ τὴν Κωνσταντινούπολι, δὲν παρουσιάσθηκαν ἐμπόδια στὶς ἐπιδιώξεις τῶν δύο ἀδελφῶν. Τὰ λείψανα τοῦ ἁγίου Κλήμεντος ἀποτέθηκαν στὸν πρὸς τιμή του ναὸ ποὺ ὑπῆρχε στὴ Ρώμη ἀπὸ τὸν τέταρτο αἰῶνα. ῎Επειτα ἀπὸ πολλὲς συζητήσεις ἐπίσης ὁ πάπας ἀποδέχθηκε καὶ τὰ σλαβικὰ βιβλία, τὰ ὁποῖα ἀπέθεσε στὸ Ναὸ τῆς Παναγίας, τὸν ὀνομαζόμενο Φάτνη. Εἶναι ὁ ναὸς τῆς Ρώμης ποὺ σήμερα λέγεται Santa Maria Maggiore, ῾Αγία Μαρία ἡ Μεγάλη. ῾Η ἀποδοχὴ ἔγινε σ᾿ ἐπίσημη τελετή, κατὰ τὴν ὁποία ὁ Κωνσταντῖνος ἐτέλεσε τὴ λειτουργία στὴ σλαβονικὴ γλῶσσα.
Οἱ ἀδελφοὶ ἔμειναν πολὺν καιρὸ στὴ Ρώμη, μαζὶ καὶ οἱ δύο 14 μῆνες ἕως τὸ θάνατο τοῦ Κωνσταντίνου καὶ ἔπειτα ἄλλους 6 περίπου μῆνες μόνος ὁ Μεθόδιος μὲ τοὺς συνοδούς του. ῍Αν τὰ πράγματα ἦσαν ὁμαλά, ἡ παραμονή τους δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ ὑπερβῆ τοὺς δυὸ ἢ τρεῖς μῆνες, ἀφοῦ μάλιστα ὁ τόπος τῆς δραστηριότητός των ἐζητοῦσε τὴν παρουσία τους.
Οἱ λόγοι γιὰ τοὺς ὁποίους ἔμειναν τόσο πολὺ στὴ Ρώμη εἶναι πολλαπλοί. Τὸ Σεπτέμβριο τοῦ 867, ὅταν πιθανῶς οἱ ἀδελφοὶ εὑρίσκονταν στὴ Βενετία, ἐδολοφονήθηκε ὁ αὐτοκράτωρ τοῦ Βυζαντίου Μιχαὴλ ὁ Γ¢ καὶ ἀνέλαβε τὴν ἐξουσία ὁ Βασίλειος Α¢ ὁ Μακεδών· τὸν Νοέμβριο τοῦ ἰδίου ἔτους ἀπομακρύνθηκε ἀπὸ τὸν πατριαρχικὸ θρόνο ὁ Φώτιος καὶ ἐπανῆλθε σ᾿ αὐτὸν ὁ ᾿Ιγνάτιος. ῎Ετσι οἱ ἄνδρες ποὺ εἶχαν στείλει τοὺς ἱεραποστόλους στὴν Κεντρικὴ Εὐρώπη ἦσαν νεκροὶ καὶ ἐκτὸς ἐξουσίας καὶ οἱ ἴδιοι δὲν ἐγνώριζαν ποιὰ στάσι θὰ ἐκρατοῦσαν ἀπέναντί τους οἱ νέοι ἄρχοντες. Σὲ ποιοὺς θὰ ἔδιναν τὸν ἀπολογισμὸ τοῦ ἔργου τους, ἂν θὰ μετέβαιναν στὴν Κωνσταντινούπολι;
῎Ετσι ἀναγκάσθηκαν νὰ δεχθοῦν οἱ ἴδιοι τὴν μετάβασί τους καὶ τὴν παράτασι τῆς παραμονῆς τους στὴ Ρώμη. ᾿Απὸ τὸ ἄλλο μέρος οἱ Ρωμαῖοι ἄρχοντες δὲν ἤθελαν νὰ τοὺς ἀφήσουν τόσο ἐνωρὶς νὰ ἐπιστρέψουν στὴν Μοραβία καὶ Παννονία, διότι δὲν εἶχαν ἐμπιστοσύνη σ᾿ αὐτούς· ἐφοβῶνταν ὅτι θὰ παρέμεναν ἀφωσιωμένοι στὴν Κωνσταντινούπολι, καὶ εἶχαν δίκαιο. ᾿Εκεῖ ἦταν συνεχῶς ἡ σκέψις των. ῎Ισως στὸ μεταξὺ εἶχαν καθαρισθῆ τὰ πράγματα, ὥστε νὰ ἐγίνονταν εὐπρόσδεκτοι ἀπὸ τοὺς νέους ἄρχοντες τοῦ Βυζαντίου. ῞Ομως οἱ Ρωμαῖοι δὲν ἤθελαν νὰ τοὺς ἀφήσουν οὔτε γιὰ τὴν Κωνσταντινούπολι.
Εἴπαμε προηγουμένως ὅτι στὴ Μοραβία ὑπῆρχαν μερικοὶ ῞Ελληνες ἱερεῖς ἀπὸ προηγουμένως καὶ ὅτι ἐπίσης μερικοὶ ἀπὸ τοὺς συνοδοὺς τῶν ἀδελφῶν ἦσαν ἴσως χειροτονημένοι. Τώρα οἱ ἀδελφοὶ ἐπεδίωκαν νὰ μεταβοῦν στὴν Κωνσταντινούπολι, γιὰ νὰ χειροτονηθοῦν σὲ ἐπισκόπους, ποὺ θὰ ἀναλάμβαναν τὶς δύο ὑπὸ σύστασι ἀρχιεπισκοπές, καὶ νὰ χειροτονήσουν ἐπίσης μερικοὺς συνεργάτες τους σὲ ἐπισκόπους, ὥστε ν᾿ ἀποτελέσουν τὴν ἱεραρχία τῶν δύο περιοχῶν.
Οἱ δύο ἀδελφοὶ μαζὶ μὲ τοὺς μαθητάς των ἔμεναν στὰ ἑλληνικὰ μοναστήρια τῆς Ρώμης, ἀναμένοντας τὶς χειροτονίες, ἔστω καὶ ἀπὸ τὸν πάπα, ἀφοῦ ἐκείνη τὴν ἐποχὴ ἡ ᾿Εκκλησία, παρὰ τὶς διαφορὲς ποὺ ὑπῆρχαν, ἦταν ἑνωμένη. Οἱ ἄρχοντες τῆς Ρώμης δὲν ἦσαν βέβαια διατεθειμένοι νὰ δώσουν τέτοιες δικαιοδοσίες· ἀλλὰ πάντως ὁ πάπας ᾿Αδριανὸς Β¢ ἐχειροτόνησε τὸν Μεθόδιο ἱερέα, ἐνῶ οἱ ἐπίσκοποι Φορμῶζος Πόρτου καὶ Γαυδέριχος Βελλέτρης ἐχειροτόνησαν μαθητάς των σὲ ἱερεῖς καὶ διακόνους. Κατὰ τὶς χειροτονίες αὐτὲς ἡ λειτουργία ἐτελέσθηκε σλαβικά.
῾Ο Κωνσταντῖνος, ποὺ φαίνεται ὅτι πάντοτε εἶχε ἐπισφαλῆ ὑγεία, ἀσθένησε τὸν Δεκέμβριο τοῦ 868. Προαισθανόμενος τὸ τέλος του νὰ ἐπέρχεται, ἐφόρεσε ἄμφια κι ἔμεινε ἐνδεδυμένος ὁλόκληρη τὴν ἡμέρα. Εἶπε χαρούμενος· “δὲν εἶμαι πλέον ὑπηρέτης οὔτε τοῦ αὐτοκράτορος, οὔτε κανενὸς ἄλλου ἐπὶ τῆς γῆς, ἀλλὰ τοῦ παντοδυνάμου Θεοῦ. ῎Ετσι ἤμουν πάντοτε, εἶμαι καὶ θὰ εἶμαι αἰωνίως. ᾿Αμήν”.
Τὴν ἑπομένη ἡμέρα ἐφόρεσε τὸ μοναχικὸ ἔνδυμα κι ἔλαβε τὸ ὄνομα Κύριλλος. ῎Εμεινε 50 ἡμέρες μὲ τὸ ἔνδυμα τοῦτο, καὶ ὅταν ἀντιλήφθηκε τὴν ὥρα τῆς ἐκδημίας του προσευχήθηκε ὑπὲρ τοῦ ποιμνίου, στὸ ὁποῖο ὁ Θεὸς τοποθέτησε τὸν ἴδιο ἐπὶ κεφαλῆς. Τὸ σημεῖο τοῦτο τῆς προσευχῆς δείχνει ὅτι ὁ Κύριλλος εἶχε ἴσως ἤδη χειροτονηθῆ ἐπίσκοπος Μοραβίας, ἂν καὶ αὐτὸ δὲν μαρτυρεῖται εὐθέως ἀπὸ τὸν Βίο του. ᾿Απέθανε σὲ ἡλικία 42 ἐτῶν τὴν 14 Φεβρουαρίου 869. ῾Ο Μεθόδιος ἀπέρριψε τὴν παραγγελία τοῦ πάπα νὰ γίνη μεγαλοπρεπὴς κηδεία. ᾿Εσκέφθηκε νὰ μεταφέρη τὸ σκήνωμα στὴν Κωνσταντινούπολι, κατὰ τὴν ἐπιθυμία τῆς μητέρας τους, ἀλλὰ οἱ Ρωμαῖοι τὸν ἀπέτρεψαν. ῎Ετσι ὁ Κύριλλος ἐτάφηκε στὸν ναὸ τοῦ ἁγίου Κλήμεντος, δεξιὰ τῆς ἁγίας Τράπεζας.
«Πάροικος εγώ εἰμι ἐν τῇ γῇ. Μὴ ἀποκρύψῃς ἀπ᾿ ἐμοῦ τὰς ἐντολάς Σου»
Re: Θεσσαλονικείς Άγιοι
...συνέχεια
ΣΥΝΕΧΙΣΙΣ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ ΑΠΟ ΤΟΝ ΜΕΘΟΔΙΟ
Μοραβοὶ καὶ Σλοβένοι ἀνέμεναν μὲ ἀνυπομονησία τοὺς ἀδελφούς, ἀλλ᾿ αὐτοὶ δὲν ἐφαίνονταν. ῾Ο Κότσελ τῆς Σλοβενίας ἐζήτησε μ᾿ ἐπιστολή του πρὸς τὸν πάπα τὸν Μεθόδιο καὶ ὁ πάπας ᾿Αδριανὸς τὸν ἔστειλε τὸ καλοκαίρι τοῦ 869. Στὴν ἐπιστολή του πρὸς τὸν Κότσελ καὶ τὸν Ραστισλάβο ὁ ᾿Αδριανὸς ἐπαινοῦσε τὸ ὀρθόδοξο φρόνημα τοῦ Μεθοδίου, ὥριζε νὰ τελοῦνται οἱ ἀκολουθίες στὴ σλαβικὴ γλῶσσα καὶ ἐχαρακτήριζε λύκους ἐκείνους ποὺ περιφρονοῦσαν τὰ βιβλία ποὺ ἦσαν γραμμένα στὴ γλῶσσα αὐτή.
῾Η δυσαρέσκεια τῶν Σλοβένων ἦταν μεγάλη· διότι, ἐνῶ ἐζητοῦσαν ἐπίσκοπο, ὁ πάπας εἶχε διστάσει νὰ χειροτονήση τὸν Μεθόδιο ἐπίσκοπο. ᾿Εφοβοῦνταν προφανῶς, μήπως τυχὸν ὁ Μεθόδιος ἀνακηρύξη ἀνεξάρτητη τὴν ᾿Εκκλησία τῆς Σλοβενίας καὶ τῆς Μοραβίας, ὅπως πράγματι ἐπεδίωκε. ῾Ο Κότσελ ἐνήργησε τότε ἀποφασιστικῶς. ῎Εστειλε πάλι τὸν Μεθόδιο στὴ Ρώμη μὲ συνοδεία 20 εὐγενῶν Σλοβένων, γιὰ ἐπίδειξι δυνάμεως, καὶ ἀπαίτησε τὴ χειροτονία του σ᾿ ἐπίσκοπο, διαμηνύοντας ὅτι ἀλλοιῶς θὰ ἐζητοῦσε τὴ χειροτονία ἀπὸ τὸ Βυζάντιο. Καὶ ἡ ἀποφασιστικότης τοῦ ἡγεμόνος ἐνίκησε. ῾Ο πάπας ἐχειροτόνησε τὸν Μεθόδιο ἐπίσκοπο Παννονίας στὸ θρόνο τοῦ ἁγίου ᾿Ανδρονίκου, τῶν ἑβδομήντα ᾿Αποστόλων, καὶ αὐτὸς ἐγκαταστάθηκε στὴν πρωτεύουσα τῆς Σλοβενίας Βλατίνσκυ Κόστελ, φέροντας τὸν τίτλο τοῦ ἀρχιεπισκόπου Σιρμίου, τῆς παλαιᾆς πρωτεύουσας τοῦ ᾿Ιλλυρικοῦ ποὺ εὑρισκόταν ὀλίγο νοτίως τοῦ Δουνάβεως.
῾Ο ἐκκλησιαστικὸς ὀργανισμός, ποὺ συστάθηκε κατόπιν τῆς δράσεως τῶν δύο ἀδελφῶν, ἦταν αὐτοκέφαλος, σύμφωνα μὲ τὶς βυζαντινὲς ἀντιλήψεις. Τὰ δύο μεγάλα τμήματα τῆς ἡνωμένης τότε ᾿Εκκλησίας διακρίνονταν ὡς πρὸς τὸ σημεῖο τοῦτο λόγω τῆς διαφορᾆς παραδόσεως καὶ νοοτροπίας. Στὴ Δύσι τὸ ἰδεῶδες τῆς ἀπόλυτης συγκεντρώσεως καὶ ἑνότητος, κληρονομημένο ἀπὸ τὴν ἀρχαία Ρώμη, ἀπαιτοῦσε στὶς ἐκχριστιανιζόμενες περιοχὲς νὰ ὀργανώνωνται μονάδες τῆς μιᾆς ἀδιάσπαστης ᾿Εκκλησίας, μὲ γλῶσσα τὴ λατινικὴ καί, κατὰ τὴν ὑπ᾿ ὄψι περίοδο, ὑπὸ τὴν ἐξουσία τοῦ γερμανικοῦ κράτους. Στὴν ᾿Ανατολὴ τὸ ἰδεῶδες τῆς ὁμόσπονδης συνδέσεως, κληρονομημένο ἀπὸ τὴν ἑλληνικὴ καὶ τὴ χριστιανικὴ ἀρχαιότητα, συντελοῦσε ὥστε στὶς ἐκχριστιανιζόμενες περιοχὲς νὰ ὀργανώνωνται αὐτοκέφαλες ᾿Εκκλησίες μὲ ὄργανα τὴν ἐπιτόπια γλῶσσα καὶ ὑπὸ τὴν πολιτικὴ ἐξουσία τῶν ἐπιτοπίων ἀνεξαρτήτων κρατῶν.
῎Ετσι ἡ ᾿Εκκλησία ἐκείνη δὲν ἐξαρτῶνταν διοικητικῶς οὔτε ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολι οὔτε ἀπὸ τὴ Ρώμη, ἀλλ᾿ εὑρισκόταν σὲ κοινωνία καὶ μὲ τὶς δυό, ἐνῶ ἡ καρδιά της ἦταν στὴν πρώτη. Εἶχε ἱδρυθῆ σύμφωνα πρὸς τὶς ὁδηγίες ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολι καὶ κατὰ τὸ ἑλληνικὸ πνεῦμα τῆς αὐτοτέλειας. Καὶ ἀπετέλεσε πρότυπο μὲ βάσι τὸ ὁποῖο ὠργανώθηκαν καὶ οἱ ἄλλες σλαβικὲς ᾿Εκκλησίες, μὲ τὴ διαφορὰ ὅτι αὐτὲς ἦταν εὐτυχέστερες ἀπὸ ἄποψι παρεμβάσεως ξένων παραγόντων.
῾Η δραστηριότης τοῦ Μεθοδίου ἦταν τώρα πολὺ ἐντονώτερη καὶ ἀποτελεσματικώτερη, διότι κατεῖχε μιὰ περισσότερο ὑπεύθυνη θέσι. ᾿Εχειροτόνησε πλῆθος μαθητῶν του, Σλοβένων, Κροατῶν καὶ Σέρβων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐκτεινόταν ἡ δικαιοδοσία του. Οἱ Κροᾆτες καὶ οἱ Σέρβοι εἶχαν δεχθῆ τοὺς πρώτους ἱεραποστόλους ἀπὸ τὶς βυζαντινὲς κτήσεις τῆς ᾿Αδριατικῆς μὲ φροντίδα τῆς κυβερνήσεως τοῦ Βυζαντίου. Τώρα ὁ Χριστιανισμὸς προχωρεῖ μεταξὺ αὐτῶν σ᾿ ἔκτασι καὶ βάθος. Οἱ τρεῖς ᾿Εκκλησίες ἔλαβαν σλαβικὸ χαρακτῆρα, ἀλλὰ ἡ κροατικὴ ἐστράφηκε ἀργότερα πρὸς τὴ Ρώμη διὰ τοῦ ἡγεμόνος τῆς Κροατίας Βρανιμίρου, ποὺ τὸ 879 ἐδολοφόνησε τὸν Ζδεσλάβ. Στὴν Σλοβενία ὁ χαρακτὴρ αὐτὸς διατηρήθηκε μερικῶς μέχρι τῶν χρόνων μας, παρ᾿ ὅλο ποὺ καὶ ἐκεῖ μεταγενεστέρως ἐπεκράτησε ὁ Ρωμαιοκαθολικισμός. Μάλιστα ἐκεῖ διατηρήθηκε γι᾿ ἀρκετὸ χρόνο καὶ ἡ πρώτη σλαβικὴ γραφή, ἡ γλαγολιτική.
Τὴν ἴδια ἐποχὴ ὁ Μεθόδιος ἐχειροτόνησε καὶ πλῆθος μαθητῶν ἀπὸ τὴ Μοραβία, τοὺς ὁποίους ἔστειλε στὴν χώρα τους, γιὰ νὰ συνεχίσουν τὸ ἔργο. ᾿Αλλὰ τὸ ἔργο τοῦτο διακόπηκε ἐνωρίς. Οἱ Γερμανοὶ ἐκκλησιαστικοὶ καὶ πολιτικοὶ ἄρχοντες δυσαρεστήθηκαν ἀπὸ τὰ ἀποτελέσματα τῆς δραστηριότητας τοῦ Μεθοδίου, ποὺ ἐματαίωναν τὰ γερμανικὰ σχέδια κυριαρχίας ἐπὶ τῆς Κεντρικῆς Εὐρώπης ὁλόκληρης.
Τὴν ἐποχὴ αὐτὴ ἀκριβῶς ὁ Λουδοβῖκος ὁ Γερμανικὸς εἶχε εἰσβάλει μὲ τρεῖς στρατιὲς στὴ Μοραβία καί, ἔπειτα ἀπὸ τὴν προδοσία τοῦ Σβατοπλούκ, τὴν ὑπέταξε πάλι. ῾Ο Ραστισλάβος, ποὺ εἶχε μετακαλέσει τοὺς ῞Ελληνες ἱεραποστόλους, εἶχε ἐκθρονισθῆ καὶ τυφλωθῆ. ῾Ο Κότσελ τῆς Σλοβενίας ἄρχισε νὰ φοβῆται τὸ ἴδιο γιὰ τὸν ἑαυτό του. Γι᾿ αὐτό, ὅταν ἄνθρωποι τῶν Γερμανῶν κληρικῶν συνέλαβαν τὸν Μεθόδιο καὶ τὸν ὡδήγησαν στὴ Σουαβία, δὲν ἀντέδρασε. Τὸ Νοέμβριο τοῦ 870 ὁ Μεθόδιος ἐδικάστηκε ἀπὸ Βαυαροὺς ἐπισκόπους στὸ Ρέγενσβουργ, διότι δῆθεν εἶχε καταλάβει ἐκκλησιαστικὴ ἐπαρχία ποὺ ἀνῆκε στὴν ἀρχιεπισκοπὴ τοῦ Σάλτσβουργ. ῾Υπῆρχε τὴν ἐποχὴ ἐκείνη ἔντονη τάσις ἀνάμεσα στοὺς παράγοντες τῆς ᾿Εκκλησίας τῆς Γερμανίας ν᾿ ἀποκοποῦν ἀπὸ τὴ Ρώμη, τὴν ὁποία παρατηροῦμε καὶ στὴν παροῦσα περίπτωσι, ὅπου ἀμφισβητεῖται κι ἡ ἐνέργεια τοῦ πάπα νὰ διορίση ἀρχιεπίσκοπο στὴ Σλοβενία. ῾Ο Μεθόδιος ὡμίλησε πρὸς τοὺς διῶκτες του μὲ σκληρὴ γλῶσσα, ἐνώπιον τοῦ Λουδοβίκου, κι ἐδήλωσε ὅτι δὲν φοβεῖται, ἐφ᾿ ὅσον λέγει τὴν ἀλήθεια ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ βυζαντινοῦ αὐτοκράτορος. ᾿Αφοῦ καταδικάσθηκε, ἐκλείσθηκε στὴ φυλακὴ τῆς μονῆς ᾿Ελλβάγγεν τῆς Σουαβίας. Δὲν τοῦ ἐπέτρεψαν νὰ ἔλθει σὲ καμμιὰ ἐπικοινωνία μὲ τὸν πάπα καὶ μάλιστα ἐφόνευσαν τὸν ἀγγελιοφόρο τοῦ πάπα μοναχὸ Λάζαρο. ᾿Απὸ τοὺς μαθητάς του ἄλλοι διέφυγαν στὴ Μοραβία, τὴν Κροατία καὶ τὴ Σερβία, ἐνῶ ἄλλοι παρέμειναν κρυφὰ στὴ Σλοβενία. Δὲν εἶναι γνωστό, ἂν ὁ πάπας ᾿Αδριανὸς ἀπέθανε τὸν Δεκέμβριο τοῦ 872, δηλαδὴ περισσότερο ἀπὸ δυὸ χρόνια ἀφ᾿ ὅτου ὁ Μεθόδιος ἐγκλείσθηκε στὴ φυλακή. ῾Η ἀδιαφορία του εἶναι παράδοξη. ῾Ο διάδοχός του ᾿Ιωάννης Η¢, ἀφοῦ ἔμαθε γι᾿ αὐτές, κάπως ἀργά, ἔγραψε πρὸς τὸν βασιλέα Λουδοβῖκο, παραπονούμενος διότι ἕνας ἀρχιεπίσκοπος, ποὺ κατεῖχε ἕδρα ὑπαγομένη κατὰ τὴ γνώμη του ἀνέκαθεν στὴ Ρώμη, καὶ πάντως ὄχι στὴ Γερμανία, ἐδιώχθηκε. ῎Εγραψε ἐπίσης πρὸς τὸν ἀρχιεπίσκοπο τοῦ Σάλτσβουργ ᾿Αδαλβῖνο καὶ πρὸς διαφόρους Γερμανοὺς ἐπισκόπους μὲ αὐστηρότητα.
Οἱ διῶκτες τοῦ Μεθοδίου, θέλοντας νὰ ξεκαθαρίσουν τὰ πράγματα ριζικῶς, ἀπέβλεπαν σὲ ἰσόβια κάθειρξι τοῦ Μεθοδίου, ἀλλ᾿ αὐτὸς μετὰ δυόμισυ ἔτη ἐλευθερώθηκε. ῾Η ἐπέμβασις τοῦ πάπα δὲν ἦταν ὁ μόνος λόγος γιὰ τὴν ἀπελευθέρωσί του. Συνετέλεσε σ᾿ αὐτὴν καὶ ἡ μεσολάβησι τοῦ αὐτοκράτορος τοῦ Βυζαντίου Βασιλείου Α¢ Μακεδόνος, τὴν ὁποία διενήργησαν πρεσβεῖες πρὸς τὸν Λουδοβῖκο δυὸ φορὲς στὴ Ρατισβόννη, τὸν ᾿Ιανουάριο καὶ τὸν Νοέμβριο τοῦ 873. Τὴ δεύτερη φορὰ ὀνομάζεται καὶ ὁ πρεσβευτής, “᾿Αγάθων ἀρχιεπίσκοπος”, ποὺ χωρὶς ἀμφιβολία εἶναι ὁ ᾿Αγάθων Μοράβων ποὺ ἔλαβε μέρος στὴ σύνοδο τοῦ 879. Εἶναι προφανὲς ὅτι ὁ ᾿Αγάθων ἐστάλθηκε τὴν πρώτη φορὰ ὡς πρεσβευτής, γιὰ νὰ συγκεντρώση πληροφορίες περὶ τῆς τύχης τοῦ Μεθοδίου ποὺ εἶχε ἐξαφανισθῆ. ῞Οταν ἔμαθε γιὰ τὴν φυλάκισι καὶ τὴν πιθανὴ ἐκτέλεσί του, χειροτονήθηκε αὐτὸς ἐπίσκοπος Μοραβίας· ἐνῶ ὅμως μετέβαινε γιὰ δεύτερη φορὰ στὴν Κεντρικὴ Εὐρώπη, γιὰ ν᾿ ἀναλάβει τὰ καθήκοντά του, εὑρῆκε τὸν Μεθόδιο ἐλεύθερο πλέον κι ἐγύρισε στὴν Κωνσταντινούπολι, ὅπου ἐκράτησε τὸν τίτλο του “Μοράβων”, ἐνῶ ὁ Μεθόδιος τὸν τίτλο τῆς Παννονίας.
Στὴν ἀλλαγὴ κλίματος συνετέλεσε, ἐπίσης, καὶ ἡ μεταβολὴ τῆς καταστάσεως στὴ Μοραβία. ῾Ο νέος ἐκεῖ ἡγεμών, Σβατοπλούκ, ἀνεψιὸς τοῦ Ραστισλάβου, ὅπως ἐλέχθηκε, ἀπέκτησε ἀνεξαρτησία, ἔπειτα ἀπὸ νέα ἐπανάστασι. ᾿Ανάμεσα στοὺς ἡγέτες αὐτῆς τῆς ἐπαναστάσεως ἦταν καὶ ὁ ἱερεὺς Σλαβομίρ. Εἶναι εὔλογο ὅτι οἱ κληρικοὶ τῆς σλαβικῆς ᾿Εκκλησίας τῆς Μοραβίας ἐργάζονταν πάντοτε ὑπὲρ τῆς πολιτικῆς ἀνεξαρτησίας τῆς χώρας των.
Μετὰ δυόμισυ ἐτῶν φυλάκισι ὁ Μεθόδιος ἀφέθηκε ἐλεύθερος. Τώρα πλέον δὲν ἐπέστρεψε στὴ Σλοβενία, ἀλλὰ στὴ Μοραβία, διατηρώντας τὸν τίτλο τοῦ ἀρχιεπισκόπου τοῦ Σιρμίου. Οἱ πολυάριθμοι μαθηταί του τὸν ἐδέχθηκαν μὲ ἐνθουσιασμὸ τὸ καλοκαίρι τοῦ 873, ἔπειτα ἀπὸ ἑξαετῆ ἀναμονή.
᾿Απὸ τότε ἀρχίζει περίοδος ἀκμῆς γιὰ τὴν νεοϊδρυμένη ᾿Εκκλησία τῆς Μοραβίας. ῾Ο μεγάλος ἱεραπόστολος ἀνέλαβε τώρα διπλὸ ἔργο. ᾿Απὸ τὸ ἕνα μέρος συνέχισε τὸν καταρτισμὸ θεολόγων, κληρικῶν καὶ διδασκάλων, καὶ ἀπὸ τὸ ἄλλο ἐπεξέτεινε τὸ κήρυγμά του καὶ στὶς πλατειὲς λαϊκὲς μάζες. ᾿Επισκέφθηκε ὅλες τὶς περιοχὲς ποὺ περιελαμβάνονταν τότε στὸ κράτος τοῦ Σβατοπλούκ, δηλαδὴ τῆς Μοραβίας, Βοημίας, Σλοβακίας, Παννονίας, Πολωνίας, Λουσατίας. ᾿Εβάπτισε ὁ ἴδιος τὸν πρῶτο τσέχο χριστιανὸ ἡγεμόνα Μποριβάϊ. ῎Εφθασε μέχρι τῆς περιοχῆς τοῦ Κιέβου, ὅπου ἐκήρυξε μεταξὺ τῶν Ρώσων.
Τὸ ἔργο του ἐπετελεῖτο κάτω ἀπὸ δύσκολες συνθῆκες γιὰ τὴ Μοραβία. Διότι ὁ Σβατοπλοὺκ τὸ 874 ἀναγκάσθηκε ἔπειτα ἀπὸ νέο σκληρὸ ἀγῶνα νὰ δεχθῆ ὡρισμένους ὅρους τῶν Γερμανῶν. Οἱ Γερμανοὶ κληρικοὶ ἐνθαρρύνθηκαν πάλι, ἐνῶ ὁ ἡγεμόνας, γιὰ νὰ μὴ τοὺς ἐρεθίζη, εὑρῆκε τὴν ἑξῆς συμβιβαστικὴ μέθοδο ἰσορροπίας· αὐτὸς μὲν ἀκολουθοῦσε τὴ λατινικὴ λατρεία, ἄφηνε ὅμως τὸν λαὸ ν᾿ ἀκολουθῆ τὴ σλαβική. ῎Ετσι ὁ Μεθόδιος ἀποξενώθηκε βαθμιαίως ἀπὸ τὸν ἡγεμόνα, καὶ ἰδίως ἀφ᾿ ὅτου ὁ τελευταῖος μετέφερε τὴν πρωτεύουσά του στὴν ἀπομακρυσμένη Νίτρα, στὴ Σλοβακία. Τελικὰ ἡ ἑλληνικὴ ἱεραποστολὴ ἐτέθηκε ὑπὸ δυσμένεια.
Τὸ ἔτος 879 ἡ σύγκρουσις ἐκορυφώθηκε. ῾Ο Σβατοπλούκ, πιεζόμενος ἀπὸ δύο δυτικοὺς ἱερεῖς, τὸν γερμανὸ Βίχιγκ καὶ τὸν ἰταλὸ ᾿Ιωάννη, ἀπευθύνθηκε πρὸς τὸν πάπα ᾿Ιωάννη Η¢. ᾿Επεδίωκε νὰ μεταθέση σὲ ἄλλον τὸ βάρος ὁποιασδήποτε ἐνεργείας. Τότε ὁ πάπας ἔγραψε δυὸ ἐπιστολὲς μὲ τὴν ἴδια ἡμερομηνία, μιὰ πρὸς τὸν Σβατοπλοὺκ καὶ μιὰ πρὸς τὸν Μεθόδιο, ποὺ μαρτυροῦν νέα στροφὴ τῆς ρωμαϊκῆς πολιτικῆς στὸ θέμα τῆς μοραβικῆς ᾿Εκκλησίας κι ἐπάνοδο στὴ γραμμὴ τοῦ Νικολάου Α¢. ᾿Ανάμεσα σὲ ἄλλα, ἀπαγόρευε στὸν Μεθόδιο νὰ τελῆ τὴ λατρεία στὴ σλαβικὴ γλῶσσα, ἐπιβάλλοντας ἀποκλειστικῶς τὴ χρῆσι τῆς λατινικῆς καὶ τῆς ἑλληνικῆς.
῾Ο Μεθόδιος ἐκβιάσθηκε νὰ μεταβῆ στὴ Ρώμη, ὅπου θὰ εἰσέρχονταν σὲ δίκη τὸ 880. Συγχρόνως ἐστάλθηκε ἀπὸ τὸν Σβατοπλοὺκ στὴ Ρώμη ὁ ἱερεὺς Βίχιγκ, τὸν ὁποῖο ὁ μοραβὸς ἡγεμὼν προώριζε ὡς ἀντικαταστάτη τοῦ Μεθοδίου σὲ περίπτωσι καθαιρέσεώς του, ποὺ τὴν ἐθεωροῦσε βεβαία. ᾿Εκεῖ ὅμως τὰ πράγματα ἄλλαξαν. Εἶναι φανερὸ ὅτι οἱ πάπες αὐτῆς τῆς ἐποχῆς δὲν εἶχαν σταθερὴ πολιτικὴ σὲ παρόμοια θέματα, ποὺ ἄλλωστε γιὰ πρώτη φορὰ παρουσιάζονταν· ἔτσι ἄλλα ἔλεγε ὁ προηγούμενος καὶ ἄλλα ὁ ἑπόμενος, συχνὰ μάλιστα ἡ πολιτικὴ ἑνὸς καὶ τοῦ ἴδιου πάπα ἦταν ἀλλοπρόσαλλη. ῾Η ἀλλαγὴ τῆς πολιτικῆς ὀφείλεται πρῶτα στὴν ἰσχυρὴ προσωπικότητα τοῦ Μεθοδίου, ποὺ μὲ μόνη τὴν παρουσία του ἐπηρέαζε τὶς καταστάσεις. ᾿Οφείλεται ὅμως ἐπίσης καὶ στὸ φόβο τῆς Ρώμης μὴ τυχὸν οἱ δυτικοὶ Σλάβοι ἀπομακρυνθοῦν ἀπὸ τὴ ρωμαϊκὴ ἐπιρροή, ὅπως εἶχε συμβῆ στὸ μεταξὺ μὲ τοὺς Βουλγάρους.
῎Ετσι ὁ ᾿Ιωάννης Η¢ μὲ νέα ἐπιστολή του παραγγέλλει τὰ ἀντίθετα ἀπὸ ἐκεῖνα ποὺ ἐζητοῦσε μὲ τὴν προηγούμενη. Λέγει ὅτι ἐξήτασε τὸ Μεθόδιο ἐμπρὸς στὴν σύνοδο τῶν ἐπισκόπων καὶ διαπίστωσε ὅτι ἔχει τὴν πίστι τοῦ συμβόλου τῆς ρωμαϊκῆς ᾿Εκκλησίας, τὸ ὁποῖο βεβαίως τότε ἦταν ἀπαράλλακτο μὲ τὸ τῆς ἑλληνικῆς. ῾Η προσθήκη τοῦ Φιλιόκβε (Filioque), τοῦ ὅτι δηλαδὴ τὸ ῞Αγιο Πνεῦμα ἐκπορεύεται καὶ ἀπὸ τὸν Υἱό, δὲν εἶχε ἀκόμη εἰσαχθῆ στὸ σύμβολο, ἀλλὰ ὑπῆρχε ὡς διδασκαλία, κυρίως μεταξὺ τοῦ Γερμανῶν θεολόγων. Παράγγειλε ἐπίσης νὰ διακηρύσσονται καὶ στὴ σλαβικὴ γλῶσσα τὰ ἔργα τοῦ Κυρίου, διότι ἡ ῾Αγία Γραφὴ δίνει ἐντολὴ νὰ αἰνοῦμε τὸν Κύριο, ὄχι σὲ τρεῖς μόνο, ἀλλὰ σὲ ὅλες τὶς γλῶσσες. Γιὰ ν᾿ ἀποδείξη ὁ Μεθόδιος ὅτι δὲν ἔχει σημασία ἡ παραλλαγὴ σὲ τέτοια θέματα, μετέφρασε στὰ σλαβικὰ καὶ τὴ λατινικὴ λειτουργία ποὺ ἦταν τότε σὲ χρῆσι στὴ Δύσι, ὥστε στὴν ᾿Εκκλησία του νὰ εἶναι δυνατὴ ἡ τέλεσις τόσο τῆς ἀνατολικῆς ὅσο καὶ τῆς δυτικῆς λειτουργίας. ῎Ετσι ἀποφεύγονταν μιὰ βασικὴ ἀφορμὴ δυσαρεσκείας τῶν ᾿Ιταλῶν καὶ τῶν Γερμανῶν.
῾Ο Μεθόδιος ἐπέστρεψε ἀπὸ τὴ Ρώμη δικαιωμένος ὡς ἀρχιεπίσκοπος στὴ Μοραβία. Γιὰ νὰ ἱκανοποιήση καὶ τὸν ἡγεμόνα ὁ πάπας, ἐχειροτόνησε τὸν Βίχιγκ ἐπίσκοπο Νίτρας ὑπὸ τὸν Μεθόδιο· ἐζήτησε δὲ καὶ ἕνα ἄλλο ἀκόμη πρόσωπο, γιὰ νὰ γίνουν τρεῖς οἱ ἐπίσκοποι τῆς περιοχῆς κι ἀποτελέσουν ἔτσι ἀνεξάρτητη μητρόπολι.
ΤΑ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΣΤΟΛΗΣ
ΣΤΗΝ ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΕΥΡΩΠΗ
Εἶχαν περάσει πολλὰ χρόνια, ἀφ᾿ ὅτου οἱ διακεκριμένοι αὐτοὶ ἀδελφοὶ ἐγκατέλειψαν τὴν Κωνσταντινούπολι, τὸ 863. ῾Η πρόθεσίς των νὰ τὴν ἐπισκεφθοῦν τὸ 867 κι ἐκεῖ νὰ λάβουν χειροτονία δὲν ἐπραγματοποιήθηκε, ὅπως εἴδαμε. ῎Ετσι ὑποχρεώθηκαν ὑπὸ τὴν ἀνάγκη τῶν πραγμάτων νὰ συνδεθοῦν μὲ τὴ Ρώμη. ῾Ο Μεθόδιος, ἐργαζόμενος ἀκατάπαυστα ἀνάμεσα ἀπὸ μύρια ἐμπόδια, δὲν εὑρῆκε τὴν εὐκαιρία γιὰ τέτοια ἐπίσκεψι. ᾿Αλλὰ εἶχε πάντοτε στὴ σκέψι τὰ πατρικὰ μέρη καὶ τὸν πόθο νὰ ἐπιχειρήση τὸ μακρινὸ ταξίδι, ἀκόμη κι ὅταν ἡ μητέρα του ἀπέθανε. Τὸ εἶχε ὑπ᾿ ὄψι γιὰ πολλοὺς λόγους καὶ κυρίως διότι ἦταν ἀνάγκη ν᾿ ἀνταλλάξη σκέψεις μὲ τοὺς ἄρχοντες τοῦ Βυζαντίου γιὰ τὴν πορεία τοῦ ἔργου του καὶ διότι οἱ Γερμανοὶ κληρικοὶ διέδιδαν ἀβάσιμα ὅτι εἶχε χάσει τὴν ἐμπιστοσύνη τοῦ ῞Ελληνος αὐτοκράτορος, ἀφοῦ ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολι δὲν ἀκουόταν κανένα ἐνδιαφέρον γι᾿ αὐτόν.
Τὸ ἔτος 877 ὁ Φώτιος ἀνέβηκε γιὰ δεύτερη φορὰ στὸν πατριαρχικὸ θρόνο. Συγκάλεσε τότε μεγάλη σύνοδο (879), ἐπέτυχε τὴν εἰρήνευσι τῆς ᾿Εκκλησίας καὶ ἔθεσε τέρμα στὴν καταστρεπτικὴ ἀντιδικία μὲ τὴ Ρώμη. ᾿Απὸ τότε οἱ ὁμαλὲς σχέσεις μεταξὺ τῶν δύο ᾿Εκκλησιῶν διατηρήθηκαν ἐπὶ δυὸ περίπου αἰῶνες, ἕως τὴν ὁριστικὴ ρῆξι κατὰ τὸ 1054. Μέσα σ᾿ αὐτὸ τὸ νέο κλῖμα πρέπει νὰ τοποθετηθῆ καὶ ἡ ἀλλαγὴ τῆς στάσεως τοῦ πάπα ᾿Ιωάννη Η¢ κατὰ τὸ 880.
᾿Εξ ἄλλου ὁ Φώτιος ἤθελε νὰ ἐνημερωθῆ γιὰ τὶς λεπτομέρειες τῆς καταστάσεως στὴν Κεντρικὴ Εὐρώπη ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Μεθόδιο, τὸν παλαιὸ γνώριμο, τὸν ὁποῖο αὐτὸς μαζὶ μὲ τὸν αὐτοκράτορα Μιχαὴλ Γ¢ ἔστειλαν στὴν Μοραβία πρὶν ἀπὸ εἴκοσι σχεδὸν χρόνια. Τὴν ἴδια ἐπιθυμία εἶχε καὶ ὁ αὐτοκράτωρ Βασίλειος Α¢. ῾Ο Βασίλειος μάλιστα τοῦ ἔγραψε σχετικὰ μὲ τὴν ἐπιθυμία του νὰ τὸν ἰδῆ καὶ νὰ πάρη τὴν εὐλογία του.
Τὸ 881 ὁ πάπας ᾿Ιωάννης Η¢ τὸν ἐκάλεσε στὴ Ρώμη καὶ πάλι γιὰ νέες διαβουλεύσεις, ἐπειδὴ οἱ διαβολὲς τοῦ Βίχιγκ συνεχίζονταν. ᾿Αλλ᾿ αὐτὴ τὴ φορὰ ὁ Μεθόδιος ἀρνήθηκε νὰ συμμορφωθῆ πρὸς τὴν πρόσκλησι, διότι τὸ ἐθεώρησε πολὺ ἀστεῖο νὰ συνεχίζωνται ἐπ᾿ ἄπειρον οἱ προσκλήσεις καὶ οἱ ἀνακρίσεις. Τοῦτο ἀπετέλεσε ἕνα ἀκόμη λόγο, γιὰ νὰ ἐπισπεύση τὴ μετάβασί του στὴν Κωνσταντινούπολι.
Τὸ ταξίδι ἐπραγματοποιήθηκε τὸ 881. Στὴν πρωτεύουσα τοῦ Βυζαντίου ἄρχοντες, κλῆρος καὶ λαὸς τὸν ὑποδέχθηκαν μ᾿ ἐνθουσιασμό. ῏Ησαν ὅλοι ἐνήμεροι τῶν θαυμαστῶν ἐπιτευγμάτων του στὶς μακρινὲς χῶρες τῆς Κεντρικῆς Εὐρώπης, σὲ γενικὲς γραμμές, καὶ ἡ χαρά τους ποὺ ἔβλεπαν κοντά τους τὸν μεγάλο ἱεραπόστολο ἦταν ἀπερίγραπτη. Οἱ ἐνέργειές του στὶς χῶρες ἐκεῖνες δὲν ἦταν δυνατὸ παρὰ νὰ ἐγκριθοῦν ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα καὶ τὸν πατριάρχη. Φυσικὰ συζητήθηκε καὶ τὸ μέλλον τῆς ᾿Εκκλησίας τῶν Σλάβων τῆς Δύσεως. ῾Η παρεμβολὴ τῶν Βουλγάρων ἀνάμεσα στὸ Βυζάντιο καὶ τὴ Μοραβία δὲν ἐπέτρεπε δυναμικὴ πρὸς αὐτὸν βοήθεια ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολι. Τοῦ ἐδόθηκε ὅμως τέτοια βοήθεια ἄμεσα μὲ τὸ κῦρος τῆς αὐτοκρατορίας καὶ μὲ τὴν ἀναγνώρισι τοῦ ἔργου του. Τοῦ συστήθηκε νὰ διατηρήση ἀνυποχωρήτως καὶ ἀνενδότως τὸ αὐτοκέφαλο τῆς ᾿Εκκλησίας του καὶ νὰ μὴ δέχεται ἀπὸ πουθενὰ παρεμβάσεις.
Μὲ αὐτὴν τὴν εὐκαιρία ὁ Μεθόδιος κατατόπισε τὸν Φώτιο περὶ τῆς διαδόσεως τῆς διδασκαλίας γιὰ τὴν ἐκπόρευσι τοῦ ἁγίου Πνεύματος καὶ ἀπὸ τὸν Υἱό. ῾Η διδασκαλία αὐτὴ ἐκφράζεται μὲ τὸν τύπο "Filioque" λατινικά, “καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ” ἑλληνικά, ποὺ δὲν ὑπῆρχε ἀρχικὰ στὸ σύμβολο, ἀλλὰ γιὰ πρώτη φορὰ προστέθηκε ἀπὸ τὰ μέλη τῆς τρίτης Συνόδου τοῦ Τολέδο (589), γιὰ νὰ πολεμηθῆ ἡ ἐπικίνδυνη στὴν ῾Ισπανία ἀρειανικὴ αἵρεσις ποὺ ἐμείωνε τὴν ἀξία τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ. ᾿Αργότερα ἀπετέλεσε τὸ κύριο σημεῖο τῆς δογματικῆς διαφωνίας μεταξὺ ᾿Ορθοδόξων καὶ Ρωμαιοκαθολικῶν. ᾿Απὸ τὸ 800 καὶ ἔπειτα τὸ Filioque εἶχε ἰδιαιτέρως μεγάλη διάδοσι στὸ φραγκικὸ κράτος καὶ οἱ Φράγκοι ἦσαν ἐκεῖνοι ποὺ μὲ τὸν καιρὸ τὴν ἐπέβαλαν δυναμικὰ σὲ ὅλη τὴ Δύσι. ῾Ο Μεθόδιος ἀντέδρασε μὲ τὸν τρόπο του στὴ διδασκαλία αὐτή, ἀλλὰ πάντως εἰρηνικά, ἀπὸ τὸν φόβο τῶν ἀντιποίνων ἐκ μέρους τῶν Ρωμαίων. Παρακινούμενος ἀπὸ τὴν ἔκθεσι τοῦ Μεθοδίου, ὁ Φώτιος ἔγραψε τὸ γνωστὸ σύγγραμμα, στὸ ὁποῖο πρῶτος αὐτὸς καταπολεμεῖ συστηματικὰ αὐτὴν τὴ διδασκαλία, τὸ Περὶ τῆς τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος Μυσταγωγίας.
Φεύγοντας ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολι ὁ Μεθόδιος, ἄφησε ἐκεῖ ἕνα ἱερέα καὶ ἕνα διάκονο, γιὰ νὰ ἐκτελοῦν τὰ ἔργα τῶν ἀποκρισιαρίων καὶ νὰ ἐργάζωνται στὸ κέντρο σλαβικῶν σπουδῶν. ῎Αφησε ἐπίσης ἀντίτυπα μεταφρασμένων στὰ σλαβικὰ βιβλίων. ῾Η ἀνάγκη σλαβικῶν βιβλίων ἦταν πλέον πολὺ αὐξημένη, διότι τώρα ὁ αὐτοκράτωρ Βασίλειος μὲ τὴν συνεργασία τοῦ Φωτίου εἶχε ἀναλάβει καὶ τὸ ἔργο τοῦ ὁριστικοῦ προσηλυτισμοῦ τῶν Σέρβων.
Κατὰ τὴν ἐπιστροφή του στὴ Μοραβία διὰ μέσου τῆς Βουλγαρίας ὁ Μεθόδιος συναντήθηκε μὲ τὸν βασιλέα Βόρι στὴν πρωτεύουσά του Πρεσθλάβα καὶ τοῦ ἔδωκε συμβουλὲς καὶ ὁδηγίες γιὰ τὴν ὀργάνωσι τῆς βουλγαρικῆς ᾿Εκκλησίας.
Τοῦ ὑποσχέθηκε νὰ τοῦ στείλη μαθητὰς γιὰ τὸ ἔργο του. Καὶ πράγματι μαθηταί του μετέβηκαν στὴ Βουλγαρία, ἀλλὰ μετὰ τὸν θάνατό του. Τότε ἴσως ἦταν ποὺ συναντήθηκε καὶ μὲ τὸν Οὗγγρο βασιλέα στὴν περιοχὴ τοῦ Δουνάβεως. ῾Ο βασιλεὺς τὸν ὑποδέχθηκε μὲ τιμὲς ἡγεμόνος κι ἐφάνηκε πολὺ εὐμενὴς πρὸς τὴν χριστιανικὴ πίστι.
Μετὰ τὴν ἐπιστροφή του ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολι ὁ Μεθόδιος ἐπιδόθηκε μὲ νέο ζῆλο στὴ μετάφρασι κειμένων ποὺ ἦσαν ἀπαραίτητα στὴν ᾿Εκκλησία του. Φαίνεται ὅτι στὴ βυζαντινὴ πρωτεύουσα τοῦ εἶχε ἐπιστηθῆ ἡ προσοχὴ στὸ ἔργο τοῦτο, ποὺ καθυστεροῦσε λόγω τῶν περιπετειῶν καὶ τῶν πολλαπλῶν καθηκόντων τοῦ ἀρχιεπισκόπου. Μέσα στὸ ἔτος 883 μετέφρασε ὅλη τὴν Παλαιὰ Διαθήκη, ἐκτὸς ἀπὸ τοὺς Ψαλμούς, ποὺ ἦσαν ἤδη μεταφρασμένοι ἀπὸ τὸν Κύριλλο, καὶ τῶν βιβλίων τῶν Μακκαβαίων. ῎Αρχισε τὴ μετάφρασι τὸν Μάρτιο καὶ τὴν ἐτελείωσε σ᾿ ἑπτὰ μῆνες, τὴν παραμονὴ τῆς ἑορτῆς τοῦ προστάτη του ἁγίου Δημητρίου. Μετέφρασε ἐπίσης ὡρισμένα πατερικὰ κείμενα καὶ τὸν Νομοκάνονα. ῎Ετσι ἐχάρισε στοὺς Μοραβοὺς καὶ στοὺς λοιποὺς λαοὺς τοὺς πρώτους γραπτοὺς νόμους, οἱ ὁποῖοι ἐπέτρεψαν τὴν ὀργάνωσι τοῦ κοινωνικοῦ βίου μὲ βάσι ἀντικειμενικὲς καὶ γενικὲς διατάξεις, ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὴ θέλησι τῶν φυλάρχων.
Τὸ 884 ἐσημειώθηκε νέα σύγκρουσις στὴ Μοραβία, αὐτὴ τὴ φορὰ δογματική. Φαίνεται ὅτι ἀφορμὴ ἔδωσε ἡ γνῶσις τοῦ συγγράμματος τοῦ Φωτίου Περὶ ῾Αγίου Πνεύματος στὴ Δύσι. ῞Οπως ὁ Φώτιος, ἔτσι καὶ ὁ Μεθόδιος ὠνόμαζε αἱρετικοὺς ὅλους ἐκείνους ποὺ χρησιμοποιοῦσαν τὸν ὅρο Φιλιόκβε καὶ ἐδέχονταν τὴν ἐκπόρευσι τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος καὶ ἀπὸ τὸν Υἱό. ῾Ο Βίχιγκ ἀντέδρασε ζωηρὰ καὶ προκάλεσε ζητήματα στὸν Μεθόδιο. Τότε πλέον ὁ ἀρχιεπίσκοπος ἀναγκάσθηκε νὰ καταφύγη στὸ ἔσχατο μέσο τοῦ ἀναθεματισμοῦ, τὸ ὁποῖο ἐξέφερε μαζὶ μὲ τὴ συνέλευσι τῶν ἱερέων. ῾Ο Σβατοπλοὺκ ἐντυπωσιάσθηκε κι ἐφοβήθηκε τόσο πολύ, ὥστε ἀπὸ τότε ἔγινε φίλος τοῦ Μεθοδίου. ῎Ετσι ἐπετεύχθηκε ἡ ἑνότης τῆς Μοραβικῆς ᾿Εκκλησίας, ἀλλὰ δυστυχῶς γιὰ ὀλίγον καιρό.
῾Ο Μεθόδιος ἦταν 65 περίπου ἐτῶν, ὅταν αἰσθάνθηκε νὰ προσεγγίζη τὸ τέλος του. Οἱ μαθηταί του, συγκινημένοι καὶ ἀνήσυχοι, τὸν ἐρώτησαν σχετικὰ μὲ τὴν ἐπιθυμία του γιὰ τὸν διάδοχό του. Αὐτὸς ἐπέδειξε ἕνα γνωστότατο μεταξὺ τῶν μαθητῶν του, τὸν ἐντόπιο Γοράσδο, τὸν ὁποῖο φαίνεται ὅτι εἶχε χειροτονήσει ἐπίσκοπο Νίτρας μετὰ τὸν ἀναθεματισμὸ τοῦ Βίχιγκ.
Τὴν Κυριακὴ τῶν Βαΐων τοῦ 885 ὁ Μεθόδιος μετέβηκε στὸν καθεδρικὸ ναὸ τοῦ Βέλεχραδ, ὅπου ἦταν συγκεντρωμένος ὁ λαός. ῏Ηταν βαρύτατα ἀσθενής· εὐχαρίστησε τὸν αὐτοκράτορα τῆς Κωνσταντινουπόλεως, τὸν ἡγεμόνα τῆς Μοραβίας, τὸν κλῆρο καὶ τὸν λαό του. Τέλος εἶπε· “Τέκνα μου, νὰ μὲ περιμένετε ἕως τὴν τρίτη ἡμέρα”. Κι ἔτσι ἔπραξαν. Τὴν αὐγὴ τῆς τρίτης ἡμέρας ἐπρόφερε τὶς τελευταῖες του λέξεις· “Κύριε, στὰ χέρια σου παραθέτω τὸ πνεῦμα μου” κι ἀπέθανε στὰ χέρια τῶν ἱερέων του, τὴν 6η ᾿Απριλίου, ᾿Ινδικτιῶνος γ¢, τοῦ ἔτους 6393 ἀπὸ τὴν κτίσι τοῦ κόσμου, δηλαδὴ τὴν 6η ᾿Απριλίου 885.
Οἱ μαθηταί του ἐτέλεσαν τὴ νεκρώσιμη ἀκολουθία στὴν ἑλληνική, τὴ λατινικὴ καὶ τὴν σλαβικὴ συγχρόνως, γιὰ νὰ δείξουν τὸ ἀδιάφορο τῆς γλωσσικῆς ἐπενδύσεως τοῦ χριστιανικοῦ πνεύματος, ἀλλὰ καὶ τὴν ἑνότητα μέσα στὴν ποικιλία. ᾿Ακολούθως ἀπέθεσαν τὴ σορό του στὸν καθεδρικὸ ναὸ τῆς πόλεως. ᾿Αναρίθμητος λαὸς ἀκολούθησε τὴν κηδεία.
῾Ο Γοράσδος ἀνέλαβε μὲ ἔνθερμο ζῆλο τὴ διακυβέρνησι τῆς ᾿Εκκλησίας του. ᾿Αλλὰ οἱ ἐχθροὶ δὲν τὸν ἄφησαν νὰ μείνη στὸ πηδάλιο πολὺν καιρό. ῾Ο Βίχιγκ, ἔπεισε τὸν πάπα Στέφανο Ε¢ νὰ λάβη πάλι ἐχθρικὴ θέσι κατὰ τῆς ἑλληνοσλαβικῆς ᾿Εκκλησίας τῆς Μοραβίας· κι αὐτὸς μ᾿ ἐπιστολή του ἀπήτησε ἀποδοχὴ τῆς διδασκαλίας περὶ ἐκπορεύσεως τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος καὶ ἀπὸ τὸν Πατέρα καὶ ἀπὸ τὸν Υἱό, ἀναγνώρισε τὸν Βίχιγκ ὡς κανονικὸ ποιμενάρχη τῆς ᾿Εκκλησίας Μοραβίας, ἀπαγόρευσε στὸ Γοράσδο ν᾿ ἀναλάβη ἐπισκοπικὰ καθήκοντα, πρὶν ἔλθη στὴ Ρώμη καὶ ἀναγνωρισθῆ ἀπ᾿ αὐτὸν κι ἐπίσης ἀπαγόρευσε τὴν χρῆσι τῆς σλαβικῆς γλώσσας στὴ λατρεία, τὴν ὁποία δῆθεν ὁ Μεθόδιος εἶχε εἰσαγάγει παρανόμως.
῾Ο Σβατοπλούκ, πρὸς τὸν ὁποῖο ἀπευθυνόταν ἡ ἐπιστολὴ τοῦ πάπα Στεφάνου, ἐθυμήθηκε τὴν παλαιά του συμπάθεια πρὸς τὴ λατινικὴ λατρεία, ἐλησμόνησε τὸ ἀνάθεμα τοῦ Βίχιγκ καὶ ἀναθάρρησε. Παρέδωσε τοὺς ἡγέτες καὶ τοὺς ἄλλους κληρικοὺς τῆς ἑλληνοσλαβικῆς ᾿Εκκλησίας στὴ διάθεσι τῶν Γερμανῶν. ῏Ησαν συνολικὰ 200. ᾿Επρόκειτο βέβαια γιὰ ἐκείνους ποὺ εὑρίσκονταν τότε στὴ Νίτρα, ποὺ ἦταν ἡ πρωτεύουσα τοῦ Σβατοπλούκ, καθὼς καὶ γιὰ τοὺς ὑπηρετοῦντας στὸ Βέλεχραδ καὶ στὰ ἄλλα σχετικῶς μεγάλα κέντρα τῆς Μοραβίας αὐτὴν τὴν ἐποχή, Μικούλτσισε καὶ ῎Ολομουκ. Οἱ ἐργαζόμενοι σὲ ἀπομακρυσμένες ἐπαρχίες, καὶ ἰδίως στὴν Κρακοβία τῆς Πολωνίας καὶ τὴν Ντεμπράβα τῆς Παννονίας, δὲν ἐθίχθηκαν τουλάχιστο ἀμέσως. Τὸ ἴδιο καὶ ἐκεῖνοι ποὺ ἐργάζονταν σὲ μικροὺς οἰκισμούς.
Οἱ ἀτυχεῖς αὐτοὶ κληρικοὶ ἐβασανίσθηκαν ἀρχικά, καὶ ἔπειτα, οἱ μὲν νεώτεροι ἐπουλήθηκαν ὡς δοῦλοι σ᾿ ῾Εβραίους ἐμπόρους, οἱ δὲ ἡλικιωμένοι ἀνάμεσα στοὺς ὁποίους ἦσαν καὶ οἱ περισσότεροι ἀπὸ τοὺς ἡγέτες των, ἐρρίφθηκαν στὶς φυλακές. ᾿Εκεῖνοι ποὺ εἶχαν πουληθῆ, ἐλευθερώθηκαν μετὰ ἀπὸ λίγους μῆνες ἀπὸ ἀντιπροσώπους τοῦ βυζαντινοῦ αὐτοκράτορος διὰ τῆς καταβολῆς λύτρων. ᾿Απὸ ἐκεῖ ἦλθαν στὴν Κωνσταντινούπολι καὶ διασπάρθηκαν σὲ σλαβικὲς κυρίως χῶρες. ᾿Ανάμεσα σ᾿ αὐτοὺς ἦταν ὁ Κωνσταντῖνος ποὺ ἀργότερα τοποθετήθηκε ἀρχιεπίσκοπος τῆς Πρεσλάβας, πρωτεύουσας τῆς Βουλγαρίας.
Οἱ ἔγκλειστοι πάλι, ἀφοῦ παραδόθηκαν σὲ ἄγριους στρατιῶτες, ἐγκαταλείφθηκαν στὶς ὄχθες τοῦ Δουνάβεως σὲ περίοδο ψύχους, ποὺ φανερώνει ὅτι τοῦτο συνέβηκε τὸ χειμῶνα τοῦ ἔτους 885-886. Μερικοὶ ἀπὸ αὐτοὺς ἀπέθαναν, ἐνῶ ὅσοι ἐπέζησαν, ἀκολούθησαν διαφόρους δρόμους. Οἱ βυζαντινῆς προελεύσεως, ῞Ελληνες καὶ Σλάβοι, ἐβάδισαν κατὰ μῆκος τοῦ Δουνάβεως, ἕως ὅτου ἔφθασαν στὸ Βελιγράδι, ποὺ ἀνῆκε τότε στὸ Κράτος τῶν Βουλγάρων. ᾿Απὸ ἐκεῖ ὡδηγήθηκαν σὲ σπουδαῖα κέντρα ὀργανώσεως καὶ παιδείας τοῦ βαλκανικοῦ σλαβικοῦ χώρου. ῾Ο Κλήμης ὡρίσθηκε ἀρχιεπίσκοπος τῆς Βελίτσας, ποὺ πρέπει νὰ εὑρισκόταν στὶς ὄχθες τῆς λίμνης ᾿Αχρίδας. ῾Ο Ναούμ, ποὺ ἀκολούθησε τὸν Κλήμεντα, ἵδρυσε μοναστήρι στὶς νότιες ἀκτὲς τῆς λίμνης αὐτῆς καὶ συνέστησε ἀξιόλογη σχολή. ῏Ηταν ἐπίσης μαζί τους καὶ ὁ ᾿Αγγελάριος, ποὺ ἀπέθανε πολὺ γρήγορα.
Πολλοὶ ἀπὸ τοὺς ἐντοπίους κατὰ τὸν διωγμὸ τῆς Μοραβίας ἐκρύβηκαν σὲ σπίτια συγγενῶν καὶ φίλων ἢ μετέβηκαν σ᾿ ἐπαρχίες ποὺ ἔμειναν ἄθικτες ἀπὸ τὸν διωγμό, ὅπως ἡ Βοημία καὶ ἡ Πολωνία. ᾿Ανάμεσά τους ἦταν καὶ ὁ Γοράσδος, ποὺ διασώθηκε ἀπὸ τὸ ψῦχος στὸ Δούναβι.
῎Επειτα ἀπὸ αὐτὰ ἡ ᾿Εκκλησία τῆς Μοραβίας ἐκυριαρχήθηκε ἀπὸ τὴ Γερμανικὴ ἱεραρχία μὲ ἀρχιεπίσκοπο τὸν Βίχιγκ καὶ ἐπιβλήθηκε σ᾿ αὐτὴν ἡ λατινικὴ λατρεία. Τὸ 894 ὅμως, ἀφοῦ τὴν ἐξουσία μετὰ τὸν θάνατο τοῦ Σβατοπλοὺκ ἀνέλαβε ὁ Μοϊμὶρ Β¢, ἀποκαταστάθηκε πάλι ἡ βυζαντινοσλαβικὴ ἱεραρχία καὶ λατρεία, μὲ ἀρχιεπίσκοπο τὸν Γοράσδο καὶ μὲ ἄλλους τρεῖς ἐπισκόπους.
Στὶς ἀρχὲς πάντως τοῦ δεκάτου αἰῶνος (907) τὸ κράτος τῆς Μοραβίας καταλύθηκε ἀπὸ νέο εἰσβολέα, τοὺς Οὕγγρους. Μαζὶ μὲ τὴν πολιτεία διαλύθηκε καὶ ἡ ᾿Εκκλησία. ᾿Αργότερα οἱ Οὗγγροι ἐδέχθηκαν τὸν Χριστιανισμὸ στὴ λατινική του μορφή, μαζὶ μὲ τοὺς ἐντοπίους Σλάβους. Λείψανα μόνο τῆς παλαιᾆς μοραβικῆς ᾿Εκκλησίας παρέμειναν ἕως σήμερα. ῾Ο Γοράσδος κατέφυγε στὴν Πολωνία μαζὶ μὲ τὸν ἐπίσκοπο Σάβα.
῾Η πορεία τοῦ Χριστιανισμοῦ ἀνάμεσα στὰ σλαβικὰ ἔθνη ὑπῆρξε ραγδαία, ἀποτελεσματικὴ καὶ μεγαλειώδης. Τὰ ἐπεισόδια ποὺ ἡ ἱστορία ἀναφέρει σὲ σχέσι μὲ τὴν ἐκχριστιάνισι αὐτῶν τῶν λαῶν δὲν ἦσαν ἀσυνάρτητα, ἀλλὰ συντονίζονταν ἀπὸ μία κεντρικὴ ἑστία, τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο, ποὺ ἐπρογραμμάτισε τὸ ὅλο ἔργο ὑπὸ τὴν καθοδήγησι τοῦ Φωτίου. ᾿Εκτελεσταὶ αὐτοῦ τοῦ προγράμματος ὑπῆρξαν οἱ δύο ἀδελφοὶ ἀπὸ τὴν Θεσσαλονίκη Κύριλλος καὶ Μεθόδιος, ποὺ ἐργάσθηκαν ἀκούραστα ἀνάμεσα σὲ ὅλους τοὺς σλαβικοὺς λαούς· Ρώσους, Μοραβούς, Σλοβένους, Κροάτες, Σέρβους, Σλοβάκους, Τσέχους, Πολωνοὺς καὶ Βουλγάρους.
Τὸ ἔργο τους ἦταν βασικὰ θρησκευτικό. Μὲ τὶς ἐνέργειες αὐτῶν καὶ τῶν μαθητῶν τους ὅλοι οἱ σλαβικοὶ λαοὶ εἰσῆλθαν στὴ χορεία τῶν χριστιανικῶν ἐθνῶν. ᾿Αλλὰ μαζὶ μὲ τὸν Χριστιανισμὸ παραδόθηκαν σ᾿ αὐτοὺς καὶ ὅλες οἱ ἐξημερωτικὲς δυνάμεις. Μαζὶ μὲ τὰ ἰδεώδη τῆς πίστεως οἱ ἀπόστολοι ἐδίδαξαν στοὺς Σλάβους τὴν ἀγάπη καὶ τὴν εὐγένεια, καὶ τοὺς ἐμφύσησαν τὸ πνεῦμα τῆς θυσίας. Τοὺς ἐχάρισαν τοὺς πρώτους γραπτοὺς νόμους, μὲ τοὺς ὁποίους ὠργάνωσαν καθεστὼς εὐνομίας καὶ εὐταξίας. Τοὺς προσέφεραν γλῶσσα γραπτὴ καὶ ἕτοιμη νὰ χρησιμοποιηθῆ στὴ θεολογία, τὴ λογοτεχνία, τὴν παιδεία καὶ τὴν ἐπιστήμη. Αὐτὴ ἡ γλῶσσα ἀπετέλεσε τὸν κρίκο ποὺ συνέδεσε ὅλα τὰ μέλη τοῦ σλαβικοῦ κόσμου.
ΣΥΝΕΧΙΣΙΣ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ ΑΠΟ ΤΟΝ ΜΕΘΟΔΙΟ
Μοραβοὶ καὶ Σλοβένοι ἀνέμεναν μὲ ἀνυπομονησία τοὺς ἀδελφούς, ἀλλ᾿ αὐτοὶ δὲν ἐφαίνονταν. ῾Ο Κότσελ τῆς Σλοβενίας ἐζήτησε μ᾿ ἐπιστολή του πρὸς τὸν πάπα τὸν Μεθόδιο καὶ ὁ πάπας ᾿Αδριανὸς τὸν ἔστειλε τὸ καλοκαίρι τοῦ 869. Στὴν ἐπιστολή του πρὸς τὸν Κότσελ καὶ τὸν Ραστισλάβο ὁ ᾿Αδριανὸς ἐπαινοῦσε τὸ ὀρθόδοξο φρόνημα τοῦ Μεθοδίου, ὥριζε νὰ τελοῦνται οἱ ἀκολουθίες στὴ σλαβικὴ γλῶσσα καὶ ἐχαρακτήριζε λύκους ἐκείνους ποὺ περιφρονοῦσαν τὰ βιβλία ποὺ ἦσαν γραμμένα στὴ γλῶσσα αὐτή.
῾Η δυσαρέσκεια τῶν Σλοβένων ἦταν μεγάλη· διότι, ἐνῶ ἐζητοῦσαν ἐπίσκοπο, ὁ πάπας εἶχε διστάσει νὰ χειροτονήση τὸν Μεθόδιο ἐπίσκοπο. ᾿Εφοβοῦνταν προφανῶς, μήπως τυχὸν ὁ Μεθόδιος ἀνακηρύξη ἀνεξάρτητη τὴν ᾿Εκκλησία τῆς Σλοβενίας καὶ τῆς Μοραβίας, ὅπως πράγματι ἐπεδίωκε. ῾Ο Κότσελ ἐνήργησε τότε ἀποφασιστικῶς. ῎Εστειλε πάλι τὸν Μεθόδιο στὴ Ρώμη μὲ συνοδεία 20 εὐγενῶν Σλοβένων, γιὰ ἐπίδειξι δυνάμεως, καὶ ἀπαίτησε τὴ χειροτονία του σ᾿ ἐπίσκοπο, διαμηνύοντας ὅτι ἀλλοιῶς θὰ ἐζητοῦσε τὴ χειροτονία ἀπὸ τὸ Βυζάντιο. Καὶ ἡ ἀποφασιστικότης τοῦ ἡγεμόνος ἐνίκησε. ῾Ο πάπας ἐχειροτόνησε τὸν Μεθόδιο ἐπίσκοπο Παννονίας στὸ θρόνο τοῦ ἁγίου ᾿Ανδρονίκου, τῶν ἑβδομήντα ᾿Αποστόλων, καὶ αὐτὸς ἐγκαταστάθηκε στὴν πρωτεύουσα τῆς Σλοβενίας Βλατίνσκυ Κόστελ, φέροντας τὸν τίτλο τοῦ ἀρχιεπισκόπου Σιρμίου, τῆς παλαιᾆς πρωτεύουσας τοῦ ᾿Ιλλυρικοῦ ποὺ εὑρισκόταν ὀλίγο νοτίως τοῦ Δουνάβεως.
῾Ο ἐκκλησιαστικὸς ὀργανισμός, ποὺ συστάθηκε κατόπιν τῆς δράσεως τῶν δύο ἀδελφῶν, ἦταν αὐτοκέφαλος, σύμφωνα μὲ τὶς βυζαντινὲς ἀντιλήψεις. Τὰ δύο μεγάλα τμήματα τῆς ἡνωμένης τότε ᾿Εκκλησίας διακρίνονταν ὡς πρὸς τὸ σημεῖο τοῦτο λόγω τῆς διαφορᾆς παραδόσεως καὶ νοοτροπίας. Στὴ Δύσι τὸ ἰδεῶδες τῆς ἀπόλυτης συγκεντρώσεως καὶ ἑνότητος, κληρονομημένο ἀπὸ τὴν ἀρχαία Ρώμη, ἀπαιτοῦσε στὶς ἐκχριστιανιζόμενες περιοχὲς νὰ ὀργανώνωνται μονάδες τῆς μιᾆς ἀδιάσπαστης ᾿Εκκλησίας, μὲ γλῶσσα τὴ λατινικὴ καί, κατὰ τὴν ὑπ᾿ ὄψι περίοδο, ὑπὸ τὴν ἐξουσία τοῦ γερμανικοῦ κράτους. Στὴν ᾿Ανατολὴ τὸ ἰδεῶδες τῆς ὁμόσπονδης συνδέσεως, κληρονομημένο ἀπὸ τὴν ἑλληνικὴ καὶ τὴ χριστιανικὴ ἀρχαιότητα, συντελοῦσε ὥστε στὶς ἐκχριστιανιζόμενες περιοχὲς νὰ ὀργανώνωνται αὐτοκέφαλες ᾿Εκκλησίες μὲ ὄργανα τὴν ἐπιτόπια γλῶσσα καὶ ὑπὸ τὴν πολιτικὴ ἐξουσία τῶν ἐπιτοπίων ἀνεξαρτήτων κρατῶν.
῎Ετσι ἡ ᾿Εκκλησία ἐκείνη δὲν ἐξαρτῶνταν διοικητικῶς οὔτε ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολι οὔτε ἀπὸ τὴ Ρώμη, ἀλλ᾿ εὑρισκόταν σὲ κοινωνία καὶ μὲ τὶς δυό, ἐνῶ ἡ καρδιά της ἦταν στὴν πρώτη. Εἶχε ἱδρυθῆ σύμφωνα πρὸς τὶς ὁδηγίες ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολι καὶ κατὰ τὸ ἑλληνικὸ πνεῦμα τῆς αὐτοτέλειας. Καὶ ἀπετέλεσε πρότυπο μὲ βάσι τὸ ὁποῖο ὠργανώθηκαν καὶ οἱ ἄλλες σλαβικὲς ᾿Εκκλησίες, μὲ τὴ διαφορὰ ὅτι αὐτὲς ἦταν εὐτυχέστερες ἀπὸ ἄποψι παρεμβάσεως ξένων παραγόντων.
῾Η δραστηριότης τοῦ Μεθοδίου ἦταν τώρα πολὺ ἐντονώτερη καὶ ἀποτελεσματικώτερη, διότι κατεῖχε μιὰ περισσότερο ὑπεύθυνη θέσι. ᾿Εχειροτόνησε πλῆθος μαθητῶν του, Σλοβένων, Κροατῶν καὶ Σέρβων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐκτεινόταν ἡ δικαιοδοσία του. Οἱ Κροᾆτες καὶ οἱ Σέρβοι εἶχαν δεχθῆ τοὺς πρώτους ἱεραποστόλους ἀπὸ τὶς βυζαντινὲς κτήσεις τῆς ᾿Αδριατικῆς μὲ φροντίδα τῆς κυβερνήσεως τοῦ Βυζαντίου. Τώρα ὁ Χριστιανισμὸς προχωρεῖ μεταξὺ αὐτῶν σ᾿ ἔκτασι καὶ βάθος. Οἱ τρεῖς ᾿Εκκλησίες ἔλαβαν σλαβικὸ χαρακτῆρα, ἀλλὰ ἡ κροατικὴ ἐστράφηκε ἀργότερα πρὸς τὴ Ρώμη διὰ τοῦ ἡγεμόνος τῆς Κροατίας Βρανιμίρου, ποὺ τὸ 879 ἐδολοφόνησε τὸν Ζδεσλάβ. Στὴν Σλοβενία ὁ χαρακτὴρ αὐτὸς διατηρήθηκε μερικῶς μέχρι τῶν χρόνων μας, παρ᾿ ὅλο ποὺ καὶ ἐκεῖ μεταγενεστέρως ἐπεκράτησε ὁ Ρωμαιοκαθολικισμός. Μάλιστα ἐκεῖ διατηρήθηκε γι᾿ ἀρκετὸ χρόνο καὶ ἡ πρώτη σλαβικὴ γραφή, ἡ γλαγολιτική.
Τὴν ἴδια ἐποχὴ ὁ Μεθόδιος ἐχειροτόνησε καὶ πλῆθος μαθητῶν ἀπὸ τὴ Μοραβία, τοὺς ὁποίους ἔστειλε στὴν χώρα τους, γιὰ νὰ συνεχίσουν τὸ ἔργο. ᾿Αλλὰ τὸ ἔργο τοῦτο διακόπηκε ἐνωρίς. Οἱ Γερμανοὶ ἐκκλησιαστικοὶ καὶ πολιτικοὶ ἄρχοντες δυσαρεστήθηκαν ἀπὸ τὰ ἀποτελέσματα τῆς δραστηριότητας τοῦ Μεθοδίου, ποὺ ἐματαίωναν τὰ γερμανικὰ σχέδια κυριαρχίας ἐπὶ τῆς Κεντρικῆς Εὐρώπης ὁλόκληρης.
Τὴν ἐποχὴ αὐτὴ ἀκριβῶς ὁ Λουδοβῖκος ὁ Γερμανικὸς εἶχε εἰσβάλει μὲ τρεῖς στρατιὲς στὴ Μοραβία καί, ἔπειτα ἀπὸ τὴν προδοσία τοῦ Σβατοπλούκ, τὴν ὑπέταξε πάλι. ῾Ο Ραστισλάβος, ποὺ εἶχε μετακαλέσει τοὺς ῞Ελληνες ἱεραποστόλους, εἶχε ἐκθρονισθῆ καὶ τυφλωθῆ. ῾Ο Κότσελ τῆς Σλοβενίας ἄρχισε νὰ φοβῆται τὸ ἴδιο γιὰ τὸν ἑαυτό του. Γι᾿ αὐτό, ὅταν ἄνθρωποι τῶν Γερμανῶν κληρικῶν συνέλαβαν τὸν Μεθόδιο καὶ τὸν ὡδήγησαν στὴ Σουαβία, δὲν ἀντέδρασε. Τὸ Νοέμβριο τοῦ 870 ὁ Μεθόδιος ἐδικάστηκε ἀπὸ Βαυαροὺς ἐπισκόπους στὸ Ρέγενσβουργ, διότι δῆθεν εἶχε καταλάβει ἐκκλησιαστικὴ ἐπαρχία ποὺ ἀνῆκε στὴν ἀρχιεπισκοπὴ τοῦ Σάλτσβουργ. ῾Υπῆρχε τὴν ἐποχὴ ἐκείνη ἔντονη τάσις ἀνάμεσα στοὺς παράγοντες τῆς ᾿Εκκλησίας τῆς Γερμανίας ν᾿ ἀποκοποῦν ἀπὸ τὴ Ρώμη, τὴν ὁποία παρατηροῦμε καὶ στὴν παροῦσα περίπτωσι, ὅπου ἀμφισβητεῖται κι ἡ ἐνέργεια τοῦ πάπα νὰ διορίση ἀρχιεπίσκοπο στὴ Σλοβενία. ῾Ο Μεθόδιος ὡμίλησε πρὸς τοὺς διῶκτες του μὲ σκληρὴ γλῶσσα, ἐνώπιον τοῦ Λουδοβίκου, κι ἐδήλωσε ὅτι δὲν φοβεῖται, ἐφ᾿ ὅσον λέγει τὴν ἀλήθεια ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ βυζαντινοῦ αὐτοκράτορος. ᾿Αφοῦ καταδικάσθηκε, ἐκλείσθηκε στὴ φυλακὴ τῆς μονῆς ᾿Ελλβάγγεν τῆς Σουαβίας. Δὲν τοῦ ἐπέτρεψαν νὰ ἔλθει σὲ καμμιὰ ἐπικοινωνία μὲ τὸν πάπα καὶ μάλιστα ἐφόνευσαν τὸν ἀγγελιοφόρο τοῦ πάπα μοναχὸ Λάζαρο. ᾿Απὸ τοὺς μαθητάς του ἄλλοι διέφυγαν στὴ Μοραβία, τὴν Κροατία καὶ τὴ Σερβία, ἐνῶ ἄλλοι παρέμειναν κρυφὰ στὴ Σλοβενία. Δὲν εἶναι γνωστό, ἂν ὁ πάπας ᾿Αδριανὸς ἀπέθανε τὸν Δεκέμβριο τοῦ 872, δηλαδὴ περισσότερο ἀπὸ δυὸ χρόνια ἀφ᾿ ὅτου ὁ Μεθόδιος ἐγκλείσθηκε στὴ φυλακή. ῾Η ἀδιαφορία του εἶναι παράδοξη. ῾Ο διάδοχός του ᾿Ιωάννης Η¢, ἀφοῦ ἔμαθε γι᾿ αὐτές, κάπως ἀργά, ἔγραψε πρὸς τὸν βασιλέα Λουδοβῖκο, παραπονούμενος διότι ἕνας ἀρχιεπίσκοπος, ποὺ κατεῖχε ἕδρα ὑπαγομένη κατὰ τὴ γνώμη του ἀνέκαθεν στὴ Ρώμη, καὶ πάντως ὄχι στὴ Γερμανία, ἐδιώχθηκε. ῎Εγραψε ἐπίσης πρὸς τὸν ἀρχιεπίσκοπο τοῦ Σάλτσβουργ ᾿Αδαλβῖνο καὶ πρὸς διαφόρους Γερμανοὺς ἐπισκόπους μὲ αὐστηρότητα.
Οἱ διῶκτες τοῦ Μεθοδίου, θέλοντας νὰ ξεκαθαρίσουν τὰ πράγματα ριζικῶς, ἀπέβλεπαν σὲ ἰσόβια κάθειρξι τοῦ Μεθοδίου, ἀλλ᾿ αὐτὸς μετὰ δυόμισυ ἔτη ἐλευθερώθηκε. ῾Η ἐπέμβασις τοῦ πάπα δὲν ἦταν ὁ μόνος λόγος γιὰ τὴν ἀπελευθέρωσί του. Συνετέλεσε σ᾿ αὐτὴν καὶ ἡ μεσολάβησι τοῦ αὐτοκράτορος τοῦ Βυζαντίου Βασιλείου Α¢ Μακεδόνος, τὴν ὁποία διενήργησαν πρεσβεῖες πρὸς τὸν Λουδοβῖκο δυὸ φορὲς στὴ Ρατισβόννη, τὸν ᾿Ιανουάριο καὶ τὸν Νοέμβριο τοῦ 873. Τὴ δεύτερη φορὰ ὀνομάζεται καὶ ὁ πρεσβευτής, “᾿Αγάθων ἀρχιεπίσκοπος”, ποὺ χωρὶς ἀμφιβολία εἶναι ὁ ᾿Αγάθων Μοράβων ποὺ ἔλαβε μέρος στὴ σύνοδο τοῦ 879. Εἶναι προφανὲς ὅτι ὁ ᾿Αγάθων ἐστάλθηκε τὴν πρώτη φορὰ ὡς πρεσβευτής, γιὰ νὰ συγκεντρώση πληροφορίες περὶ τῆς τύχης τοῦ Μεθοδίου ποὺ εἶχε ἐξαφανισθῆ. ῞Οταν ἔμαθε γιὰ τὴν φυλάκισι καὶ τὴν πιθανὴ ἐκτέλεσί του, χειροτονήθηκε αὐτὸς ἐπίσκοπος Μοραβίας· ἐνῶ ὅμως μετέβαινε γιὰ δεύτερη φορὰ στὴν Κεντρικὴ Εὐρώπη, γιὰ ν᾿ ἀναλάβει τὰ καθήκοντά του, εὑρῆκε τὸν Μεθόδιο ἐλεύθερο πλέον κι ἐγύρισε στὴν Κωνσταντινούπολι, ὅπου ἐκράτησε τὸν τίτλο του “Μοράβων”, ἐνῶ ὁ Μεθόδιος τὸν τίτλο τῆς Παννονίας.
Στὴν ἀλλαγὴ κλίματος συνετέλεσε, ἐπίσης, καὶ ἡ μεταβολὴ τῆς καταστάσεως στὴ Μοραβία. ῾Ο νέος ἐκεῖ ἡγεμών, Σβατοπλούκ, ἀνεψιὸς τοῦ Ραστισλάβου, ὅπως ἐλέχθηκε, ἀπέκτησε ἀνεξαρτησία, ἔπειτα ἀπὸ νέα ἐπανάστασι. ᾿Ανάμεσα στοὺς ἡγέτες αὐτῆς τῆς ἐπαναστάσεως ἦταν καὶ ὁ ἱερεὺς Σλαβομίρ. Εἶναι εὔλογο ὅτι οἱ κληρικοὶ τῆς σλαβικῆς ᾿Εκκλησίας τῆς Μοραβίας ἐργάζονταν πάντοτε ὑπὲρ τῆς πολιτικῆς ἀνεξαρτησίας τῆς χώρας των.
Μετὰ δυόμισυ ἐτῶν φυλάκισι ὁ Μεθόδιος ἀφέθηκε ἐλεύθερος. Τώρα πλέον δὲν ἐπέστρεψε στὴ Σλοβενία, ἀλλὰ στὴ Μοραβία, διατηρώντας τὸν τίτλο τοῦ ἀρχιεπισκόπου τοῦ Σιρμίου. Οἱ πολυάριθμοι μαθηταί του τὸν ἐδέχθηκαν μὲ ἐνθουσιασμὸ τὸ καλοκαίρι τοῦ 873, ἔπειτα ἀπὸ ἑξαετῆ ἀναμονή.
᾿Απὸ τότε ἀρχίζει περίοδος ἀκμῆς γιὰ τὴν νεοϊδρυμένη ᾿Εκκλησία τῆς Μοραβίας. ῾Ο μεγάλος ἱεραπόστολος ἀνέλαβε τώρα διπλὸ ἔργο. ᾿Απὸ τὸ ἕνα μέρος συνέχισε τὸν καταρτισμὸ θεολόγων, κληρικῶν καὶ διδασκάλων, καὶ ἀπὸ τὸ ἄλλο ἐπεξέτεινε τὸ κήρυγμά του καὶ στὶς πλατειὲς λαϊκὲς μάζες. ᾿Επισκέφθηκε ὅλες τὶς περιοχὲς ποὺ περιελαμβάνονταν τότε στὸ κράτος τοῦ Σβατοπλούκ, δηλαδὴ τῆς Μοραβίας, Βοημίας, Σλοβακίας, Παννονίας, Πολωνίας, Λουσατίας. ᾿Εβάπτισε ὁ ἴδιος τὸν πρῶτο τσέχο χριστιανὸ ἡγεμόνα Μποριβάϊ. ῎Εφθασε μέχρι τῆς περιοχῆς τοῦ Κιέβου, ὅπου ἐκήρυξε μεταξὺ τῶν Ρώσων.
Τὸ ἔργο του ἐπετελεῖτο κάτω ἀπὸ δύσκολες συνθῆκες γιὰ τὴ Μοραβία. Διότι ὁ Σβατοπλοὺκ τὸ 874 ἀναγκάσθηκε ἔπειτα ἀπὸ νέο σκληρὸ ἀγῶνα νὰ δεχθῆ ὡρισμένους ὅρους τῶν Γερμανῶν. Οἱ Γερμανοὶ κληρικοὶ ἐνθαρρύνθηκαν πάλι, ἐνῶ ὁ ἡγεμόνας, γιὰ νὰ μὴ τοὺς ἐρεθίζη, εὑρῆκε τὴν ἑξῆς συμβιβαστικὴ μέθοδο ἰσορροπίας· αὐτὸς μὲν ἀκολουθοῦσε τὴ λατινικὴ λατρεία, ἄφηνε ὅμως τὸν λαὸ ν᾿ ἀκολουθῆ τὴ σλαβική. ῎Ετσι ὁ Μεθόδιος ἀποξενώθηκε βαθμιαίως ἀπὸ τὸν ἡγεμόνα, καὶ ἰδίως ἀφ᾿ ὅτου ὁ τελευταῖος μετέφερε τὴν πρωτεύουσά του στὴν ἀπομακρυσμένη Νίτρα, στὴ Σλοβακία. Τελικὰ ἡ ἑλληνικὴ ἱεραποστολὴ ἐτέθηκε ὑπὸ δυσμένεια.
Τὸ ἔτος 879 ἡ σύγκρουσις ἐκορυφώθηκε. ῾Ο Σβατοπλούκ, πιεζόμενος ἀπὸ δύο δυτικοὺς ἱερεῖς, τὸν γερμανὸ Βίχιγκ καὶ τὸν ἰταλὸ ᾿Ιωάννη, ἀπευθύνθηκε πρὸς τὸν πάπα ᾿Ιωάννη Η¢. ᾿Επεδίωκε νὰ μεταθέση σὲ ἄλλον τὸ βάρος ὁποιασδήποτε ἐνεργείας. Τότε ὁ πάπας ἔγραψε δυὸ ἐπιστολὲς μὲ τὴν ἴδια ἡμερομηνία, μιὰ πρὸς τὸν Σβατοπλοὺκ καὶ μιὰ πρὸς τὸν Μεθόδιο, ποὺ μαρτυροῦν νέα στροφὴ τῆς ρωμαϊκῆς πολιτικῆς στὸ θέμα τῆς μοραβικῆς ᾿Εκκλησίας κι ἐπάνοδο στὴ γραμμὴ τοῦ Νικολάου Α¢. ᾿Ανάμεσα σὲ ἄλλα, ἀπαγόρευε στὸν Μεθόδιο νὰ τελῆ τὴ λατρεία στὴ σλαβικὴ γλῶσσα, ἐπιβάλλοντας ἀποκλειστικῶς τὴ χρῆσι τῆς λατινικῆς καὶ τῆς ἑλληνικῆς.
῾Ο Μεθόδιος ἐκβιάσθηκε νὰ μεταβῆ στὴ Ρώμη, ὅπου θὰ εἰσέρχονταν σὲ δίκη τὸ 880. Συγχρόνως ἐστάλθηκε ἀπὸ τὸν Σβατοπλοὺκ στὴ Ρώμη ὁ ἱερεὺς Βίχιγκ, τὸν ὁποῖο ὁ μοραβὸς ἡγεμὼν προώριζε ὡς ἀντικαταστάτη τοῦ Μεθοδίου σὲ περίπτωσι καθαιρέσεώς του, ποὺ τὴν ἐθεωροῦσε βεβαία. ᾿Εκεῖ ὅμως τὰ πράγματα ἄλλαξαν. Εἶναι φανερὸ ὅτι οἱ πάπες αὐτῆς τῆς ἐποχῆς δὲν εἶχαν σταθερὴ πολιτικὴ σὲ παρόμοια θέματα, ποὺ ἄλλωστε γιὰ πρώτη φορὰ παρουσιάζονταν· ἔτσι ἄλλα ἔλεγε ὁ προηγούμενος καὶ ἄλλα ὁ ἑπόμενος, συχνὰ μάλιστα ἡ πολιτικὴ ἑνὸς καὶ τοῦ ἴδιου πάπα ἦταν ἀλλοπρόσαλλη. ῾Η ἀλλαγὴ τῆς πολιτικῆς ὀφείλεται πρῶτα στὴν ἰσχυρὴ προσωπικότητα τοῦ Μεθοδίου, ποὺ μὲ μόνη τὴν παρουσία του ἐπηρέαζε τὶς καταστάσεις. ᾿Οφείλεται ὅμως ἐπίσης καὶ στὸ φόβο τῆς Ρώμης μὴ τυχὸν οἱ δυτικοὶ Σλάβοι ἀπομακρυνθοῦν ἀπὸ τὴ ρωμαϊκὴ ἐπιρροή, ὅπως εἶχε συμβῆ στὸ μεταξὺ μὲ τοὺς Βουλγάρους.
῎Ετσι ὁ ᾿Ιωάννης Η¢ μὲ νέα ἐπιστολή του παραγγέλλει τὰ ἀντίθετα ἀπὸ ἐκεῖνα ποὺ ἐζητοῦσε μὲ τὴν προηγούμενη. Λέγει ὅτι ἐξήτασε τὸ Μεθόδιο ἐμπρὸς στὴν σύνοδο τῶν ἐπισκόπων καὶ διαπίστωσε ὅτι ἔχει τὴν πίστι τοῦ συμβόλου τῆς ρωμαϊκῆς ᾿Εκκλησίας, τὸ ὁποῖο βεβαίως τότε ἦταν ἀπαράλλακτο μὲ τὸ τῆς ἑλληνικῆς. ῾Η προσθήκη τοῦ Φιλιόκβε (Filioque), τοῦ ὅτι δηλαδὴ τὸ ῞Αγιο Πνεῦμα ἐκπορεύεται καὶ ἀπὸ τὸν Υἱό, δὲν εἶχε ἀκόμη εἰσαχθῆ στὸ σύμβολο, ἀλλὰ ὑπῆρχε ὡς διδασκαλία, κυρίως μεταξὺ τοῦ Γερμανῶν θεολόγων. Παράγγειλε ἐπίσης νὰ διακηρύσσονται καὶ στὴ σλαβικὴ γλῶσσα τὰ ἔργα τοῦ Κυρίου, διότι ἡ ῾Αγία Γραφὴ δίνει ἐντολὴ νὰ αἰνοῦμε τὸν Κύριο, ὄχι σὲ τρεῖς μόνο, ἀλλὰ σὲ ὅλες τὶς γλῶσσες. Γιὰ ν᾿ ἀποδείξη ὁ Μεθόδιος ὅτι δὲν ἔχει σημασία ἡ παραλλαγὴ σὲ τέτοια θέματα, μετέφρασε στὰ σλαβικὰ καὶ τὴ λατινικὴ λειτουργία ποὺ ἦταν τότε σὲ χρῆσι στὴ Δύσι, ὥστε στὴν ᾿Εκκλησία του νὰ εἶναι δυνατὴ ἡ τέλεσις τόσο τῆς ἀνατολικῆς ὅσο καὶ τῆς δυτικῆς λειτουργίας. ῎Ετσι ἀποφεύγονταν μιὰ βασικὴ ἀφορμὴ δυσαρεσκείας τῶν ᾿Ιταλῶν καὶ τῶν Γερμανῶν.
῾Ο Μεθόδιος ἐπέστρεψε ἀπὸ τὴ Ρώμη δικαιωμένος ὡς ἀρχιεπίσκοπος στὴ Μοραβία. Γιὰ νὰ ἱκανοποιήση καὶ τὸν ἡγεμόνα ὁ πάπας, ἐχειροτόνησε τὸν Βίχιγκ ἐπίσκοπο Νίτρας ὑπὸ τὸν Μεθόδιο· ἐζήτησε δὲ καὶ ἕνα ἄλλο ἀκόμη πρόσωπο, γιὰ νὰ γίνουν τρεῖς οἱ ἐπίσκοποι τῆς περιοχῆς κι ἀποτελέσουν ἔτσι ἀνεξάρτητη μητρόπολι.
ΤΑ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΣΤΟΛΗΣ
ΣΤΗΝ ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΕΥΡΩΠΗ
Εἶχαν περάσει πολλὰ χρόνια, ἀφ᾿ ὅτου οἱ διακεκριμένοι αὐτοὶ ἀδελφοὶ ἐγκατέλειψαν τὴν Κωνσταντινούπολι, τὸ 863. ῾Η πρόθεσίς των νὰ τὴν ἐπισκεφθοῦν τὸ 867 κι ἐκεῖ νὰ λάβουν χειροτονία δὲν ἐπραγματοποιήθηκε, ὅπως εἴδαμε. ῎Ετσι ὑποχρεώθηκαν ὑπὸ τὴν ἀνάγκη τῶν πραγμάτων νὰ συνδεθοῦν μὲ τὴ Ρώμη. ῾Ο Μεθόδιος, ἐργαζόμενος ἀκατάπαυστα ἀνάμεσα ἀπὸ μύρια ἐμπόδια, δὲν εὑρῆκε τὴν εὐκαιρία γιὰ τέτοια ἐπίσκεψι. ᾿Αλλὰ εἶχε πάντοτε στὴ σκέψι τὰ πατρικὰ μέρη καὶ τὸν πόθο νὰ ἐπιχειρήση τὸ μακρινὸ ταξίδι, ἀκόμη κι ὅταν ἡ μητέρα του ἀπέθανε. Τὸ εἶχε ὑπ᾿ ὄψι γιὰ πολλοὺς λόγους καὶ κυρίως διότι ἦταν ἀνάγκη ν᾿ ἀνταλλάξη σκέψεις μὲ τοὺς ἄρχοντες τοῦ Βυζαντίου γιὰ τὴν πορεία τοῦ ἔργου του καὶ διότι οἱ Γερμανοὶ κληρικοὶ διέδιδαν ἀβάσιμα ὅτι εἶχε χάσει τὴν ἐμπιστοσύνη τοῦ ῞Ελληνος αὐτοκράτορος, ἀφοῦ ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολι δὲν ἀκουόταν κανένα ἐνδιαφέρον γι᾿ αὐτόν.
Τὸ ἔτος 877 ὁ Φώτιος ἀνέβηκε γιὰ δεύτερη φορὰ στὸν πατριαρχικὸ θρόνο. Συγκάλεσε τότε μεγάλη σύνοδο (879), ἐπέτυχε τὴν εἰρήνευσι τῆς ᾿Εκκλησίας καὶ ἔθεσε τέρμα στὴν καταστρεπτικὴ ἀντιδικία μὲ τὴ Ρώμη. ᾿Απὸ τότε οἱ ὁμαλὲς σχέσεις μεταξὺ τῶν δύο ᾿Εκκλησιῶν διατηρήθηκαν ἐπὶ δυὸ περίπου αἰῶνες, ἕως τὴν ὁριστικὴ ρῆξι κατὰ τὸ 1054. Μέσα σ᾿ αὐτὸ τὸ νέο κλῖμα πρέπει νὰ τοποθετηθῆ καὶ ἡ ἀλλαγὴ τῆς στάσεως τοῦ πάπα ᾿Ιωάννη Η¢ κατὰ τὸ 880.
᾿Εξ ἄλλου ὁ Φώτιος ἤθελε νὰ ἐνημερωθῆ γιὰ τὶς λεπτομέρειες τῆς καταστάσεως στὴν Κεντρικὴ Εὐρώπη ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Μεθόδιο, τὸν παλαιὸ γνώριμο, τὸν ὁποῖο αὐτὸς μαζὶ μὲ τὸν αὐτοκράτορα Μιχαὴλ Γ¢ ἔστειλαν στὴν Μοραβία πρὶν ἀπὸ εἴκοσι σχεδὸν χρόνια. Τὴν ἴδια ἐπιθυμία εἶχε καὶ ὁ αὐτοκράτωρ Βασίλειος Α¢. ῾Ο Βασίλειος μάλιστα τοῦ ἔγραψε σχετικὰ μὲ τὴν ἐπιθυμία του νὰ τὸν ἰδῆ καὶ νὰ πάρη τὴν εὐλογία του.
Τὸ 881 ὁ πάπας ᾿Ιωάννης Η¢ τὸν ἐκάλεσε στὴ Ρώμη καὶ πάλι γιὰ νέες διαβουλεύσεις, ἐπειδὴ οἱ διαβολὲς τοῦ Βίχιγκ συνεχίζονταν. ᾿Αλλ᾿ αὐτὴ τὴ φορὰ ὁ Μεθόδιος ἀρνήθηκε νὰ συμμορφωθῆ πρὸς τὴν πρόσκλησι, διότι τὸ ἐθεώρησε πολὺ ἀστεῖο νὰ συνεχίζωνται ἐπ᾿ ἄπειρον οἱ προσκλήσεις καὶ οἱ ἀνακρίσεις. Τοῦτο ἀπετέλεσε ἕνα ἀκόμη λόγο, γιὰ νὰ ἐπισπεύση τὴ μετάβασί του στὴν Κωνσταντινούπολι.
Τὸ ταξίδι ἐπραγματοποιήθηκε τὸ 881. Στὴν πρωτεύουσα τοῦ Βυζαντίου ἄρχοντες, κλῆρος καὶ λαὸς τὸν ὑποδέχθηκαν μ᾿ ἐνθουσιασμό. ῏Ησαν ὅλοι ἐνήμεροι τῶν θαυμαστῶν ἐπιτευγμάτων του στὶς μακρινὲς χῶρες τῆς Κεντρικῆς Εὐρώπης, σὲ γενικὲς γραμμές, καὶ ἡ χαρά τους ποὺ ἔβλεπαν κοντά τους τὸν μεγάλο ἱεραπόστολο ἦταν ἀπερίγραπτη. Οἱ ἐνέργειές του στὶς χῶρες ἐκεῖνες δὲν ἦταν δυνατὸ παρὰ νὰ ἐγκριθοῦν ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα καὶ τὸν πατριάρχη. Φυσικὰ συζητήθηκε καὶ τὸ μέλλον τῆς ᾿Εκκλησίας τῶν Σλάβων τῆς Δύσεως. ῾Η παρεμβολὴ τῶν Βουλγάρων ἀνάμεσα στὸ Βυζάντιο καὶ τὴ Μοραβία δὲν ἐπέτρεπε δυναμικὴ πρὸς αὐτὸν βοήθεια ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολι. Τοῦ ἐδόθηκε ὅμως τέτοια βοήθεια ἄμεσα μὲ τὸ κῦρος τῆς αὐτοκρατορίας καὶ μὲ τὴν ἀναγνώρισι τοῦ ἔργου του. Τοῦ συστήθηκε νὰ διατηρήση ἀνυποχωρήτως καὶ ἀνενδότως τὸ αὐτοκέφαλο τῆς ᾿Εκκλησίας του καὶ νὰ μὴ δέχεται ἀπὸ πουθενὰ παρεμβάσεις.
Μὲ αὐτὴν τὴν εὐκαιρία ὁ Μεθόδιος κατατόπισε τὸν Φώτιο περὶ τῆς διαδόσεως τῆς διδασκαλίας γιὰ τὴν ἐκπόρευσι τοῦ ἁγίου Πνεύματος καὶ ἀπὸ τὸν Υἱό. ῾Η διδασκαλία αὐτὴ ἐκφράζεται μὲ τὸν τύπο "Filioque" λατινικά, “καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ” ἑλληνικά, ποὺ δὲν ὑπῆρχε ἀρχικὰ στὸ σύμβολο, ἀλλὰ γιὰ πρώτη φορὰ προστέθηκε ἀπὸ τὰ μέλη τῆς τρίτης Συνόδου τοῦ Τολέδο (589), γιὰ νὰ πολεμηθῆ ἡ ἐπικίνδυνη στὴν ῾Ισπανία ἀρειανικὴ αἵρεσις ποὺ ἐμείωνε τὴν ἀξία τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ. ᾿Αργότερα ἀπετέλεσε τὸ κύριο σημεῖο τῆς δογματικῆς διαφωνίας μεταξὺ ᾿Ορθοδόξων καὶ Ρωμαιοκαθολικῶν. ᾿Απὸ τὸ 800 καὶ ἔπειτα τὸ Filioque εἶχε ἰδιαιτέρως μεγάλη διάδοσι στὸ φραγκικὸ κράτος καὶ οἱ Φράγκοι ἦσαν ἐκεῖνοι ποὺ μὲ τὸν καιρὸ τὴν ἐπέβαλαν δυναμικὰ σὲ ὅλη τὴ Δύσι. ῾Ο Μεθόδιος ἀντέδρασε μὲ τὸν τρόπο του στὴ διδασκαλία αὐτή, ἀλλὰ πάντως εἰρηνικά, ἀπὸ τὸν φόβο τῶν ἀντιποίνων ἐκ μέρους τῶν Ρωμαίων. Παρακινούμενος ἀπὸ τὴν ἔκθεσι τοῦ Μεθοδίου, ὁ Φώτιος ἔγραψε τὸ γνωστὸ σύγγραμμα, στὸ ὁποῖο πρῶτος αὐτὸς καταπολεμεῖ συστηματικὰ αὐτὴν τὴ διδασκαλία, τὸ Περὶ τῆς τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος Μυσταγωγίας.
Φεύγοντας ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολι ὁ Μεθόδιος, ἄφησε ἐκεῖ ἕνα ἱερέα καὶ ἕνα διάκονο, γιὰ νὰ ἐκτελοῦν τὰ ἔργα τῶν ἀποκρισιαρίων καὶ νὰ ἐργάζωνται στὸ κέντρο σλαβικῶν σπουδῶν. ῎Αφησε ἐπίσης ἀντίτυπα μεταφρασμένων στὰ σλαβικὰ βιβλίων. ῾Η ἀνάγκη σλαβικῶν βιβλίων ἦταν πλέον πολὺ αὐξημένη, διότι τώρα ὁ αὐτοκράτωρ Βασίλειος μὲ τὴν συνεργασία τοῦ Φωτίου εἶχε ἀναλάβει καὶ τὸ ἔργο τοῦ ὁριστικοῦ προσηλυτισμοῦ τῶν Σέρβων.
Κατὰ τὴν ἐπιστροφή του στὴ Μοραβία διὰ μέσου τῆς Βουλγαρίας ὁ Μεθόδιος συναντήθηκε μὲ τὸν βασιλέα Βόρι στὴν πρωτεύουσά του Πρεσθλάβα καὶ τοῦ ἔδωκε συμβουλὲς καὶ ὁδηγίες γιὰ τὴν ὀργάνωσι τῆς βουλγαρικῆς ᾿Εκκλησίας.
Τοῦ ὑποσχέθηκε νὰ τοῦ στείλη μαθητὰς γιὰ τὸ ἔργο του. Καὶ πράγματι μαθηταί του μετέβηκαν στὴ Βουλγαρία, ἀλλὰ μετὰ τὸν θάνατό του. Τότε ἴσως ἦταν ποὺ συναντήθηκε καὶ μὲ τὸν Οὗγγρο βασιλέα στὴν περιοχὴ τοῦ Δουνάβεως. ῾Ο βασιλεὺς τὸν ὑποδέχθηκε μὲ τιμὲς ἡγεμόνος κι ἐφάνηκε πολὺ εὐμενὴς πρὸς τὴν χριστιανικὴ πίστι.
Μετὰ τὴν ἐπιστροφή του ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολι ὁ Μεθόδιος ἐπιδόθηκε μὲ νέο ζῆλο στὴ μετάφρασι κειμένων ποὺ ἦσαν ἀπαραίτητα στὴν ᾿Εκκλησία του. Φαίνεται ὅτι στὴ βυζαντινὴ πρωτεύουσα τοῦ εἶχε ἐπιστηθῆ ἡ προσοχὴ στὸ ἔργο τοῦτο, ποὺ καθυστεροῦσε λόγω τῶν περιπετειῶν καὶ τῶν πολλαπλῶν καθηκόντων τοῦ ἀρχιεπισκόπου. Μέσα στὸ ἔτος 883 μετέφρασε ὅλη τὴν Παλαιὰ Διαθήκη, ἐκτὸς ἀπὸ τοὺς Ψαλμούς, ποὺ ἦσαν ἤδη μεταφρασμένοι ἀπὸ τὸν Κύριλλο, καὶ τῶν βιβλίων τῶν Μακκαβαίων. ῎Αρχισε τὴ μετάφρασι τὸν Μάρτιο καὶ τὴν ἐτελείωσε σ᾿ ἑπτὰ μῆνες, τὴν παραμονὴ τῆς ἑορτῆς τοῦ προστάτη του ἁγίου Δημητρίου. Μετέφρασε ἐπίσης ὡρισμένα πατερικὰ κείμενα καὶ τὸν Νομοκάνονα. ῎Ετσι ἐχάρισε στοὺς Μοραβοὺς καὶ στοὺς λοιποὺς λαοὺς τοὺς πρώτους γραπτοὺς νόμους, οἱ ὁποῖοι ἐπέτρεψαν τὴν ὀργάνωσι τοῦ κοινωνικοῦ βίου μὲ βάσι ἀντικειμενικὲς καὶ γενικὲς διατάξεις, ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὴ θέλησι τῶν φυλάρχων.
Τὸ 884 ἐσημειώθηκε νέα σύγκρουσις στὴ Μοραβία, αὐτὴ τὴ φορὰ δογματική. Φαίνεται ὅτι ἀφορμὴ ἔδωσε ἡ γνῶσις τοῦ συγγράμματος τοῦ Φωτίου Περὶ ῾Αγίου Πνεύματος στὴ Δύσι. ῞Οπως ὁ Φώτιος, ἔτσι καὶ ὁ Μεθόδιος ὠνόμαζε αἱρετικοὺς ὅλους ἐκείνους ποὺ χρησιμοποιοῦσαν τὸν ὅρο Φιλιόκβε καὶ ἐδέχονταν τὴν ἐκπόρευσι τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος καὶ ἀπὸ τὸν Υἱό. ῾Ο Βίχιγκ ἀντέδρασε ζωηρὰ καὶ προκάλεσε ζητήματα στὸν Μεθόδιο. Τότε πλέον ὁ ἀρχιεπίσκοπος ἀναγκάσθηκε νὰ καταφύγη στὸ ἔσχατο μέσο τοῦ ἀναθεματισμοῦ, τὸ ὁποῖο ἐξέφερε μαζὶ μὲ τὴ συνέλευσι τῶν ἱερέων. ῾Ο Σβατοπλοὺκ ἐντυπωσιάσθηκε κι ἐφοβήθηκε τόσο πολύ, ὥστε ἀπὸ τότε ἔγινε φίλος τοῦ Μεθοδίου. ῎Ετσι ἐπετεύχθηκε ἡ ἑνότης τῆς Μοραβικῆς ᾿Εκκλησίας, ἀλλὰ δυστυχῶς γιὰ ὀλίγον καιρό.
῾Ο Μεθόδιος ἦταν 65 περίπου ἐτῶν, ὅταν αἰσθάνθηκε νὰ προσεγγίζη τὸ τέλος του. Οἱ μαθηταί του, συγκινημένοι καὶ ἀνήσυχοι, τὸν ἐρώτησαν σχετικὰ μὲ τὴν ἐπιθυμία του γιὰ τὸν διάδοχό του. Αὐτὸς ἐπέδειξε ἕνα γνωστότατο μεταξὺ τῶν μαθητῶν του, τὸν ἐντόπιο Γοράσδο, τὸν ὁποῖο φαίνεται ὅτι εἶχε χειροτονήσει ἐπίσκοπο Νίτρας μετὰ τὸν ἀναθεματισμὸ τοῦ Βίχιγκ.
Τὴν Κυριακὴ τῶν Βαΐων τοῦ 885 ὁ Μεθόδιος μετέβηκε στὸν καθεδρικὸ ναὸ τοῦ Βέλεχραδ, ὅπου ἦταν συγκεντρωμένος ὁ λαός. ῏Ηταν βαρύτατα ἀσθενής· εὐχαρίστησε τὸν αὐτοκράτορα τῆς Κωνσταντινουπόλεως, τὸν ἡγεμόνα τῆς Μοραβίας, τὸν κλῆρο καὶ τὸν λαό του. Τέλος εἶπε· “Τέκνα μου, νὰ μὲ περιμένετε ἕως τὴν τρίτη ἡμέρα”. Κι ἔτσι ἔπραξαν. Τὴν αὐγὴ τῆς τρίτης ἡμέρας ἐπρόφερε τὶς τελευταῖες του λέξεις· “Κύριε, στὰ χέρια σου παραθέτω τὸ πνεῦμα μου” κι ἀπέθανε στὰ χέρια τῶν ἱερέων του, τὴν 6η ᾿Απριλίου, ᾿Ινδικτιῶνος γ¢, τοῦ ἔτους 6393 ἀπὸ τὴν κτίσι τοῦ κόσμου, δηλαδὴ τὴν 6η ᾿Απριλίου 885.
Οἱ μαθηταί του ἐτέλεσαν τὴ νεκρώσιμη ἀκολουθία στὴν ἑλληνική, τὴ λατινικὴ καὶ τὴν σλαβικὴ συγχρόνως, γιὰ νὰ δείξουν τὸ ἀδιάφορο τῆς γλωσσικῆς ἐπενδύσεως τοῦ χριστιανικοῦ πνεύματος, ἀλλὰ καὶ τὴν ἑνότητα μέσα στὴν ποικιλία. ᾿Ακολούθως ἀπέθεσαν τὴ σορό του στὸν καθεδρικὸ ναὸ τῆς πόλεως. ᾿Αναρίθμητος λαὸς ἀκολούθησε τὴν κηδεία.
῾Ο Γοράσδος ἀνέλαβε μὲ ἔνθερμο ζῆλο τὴ διακυβέρνησι τῆς ᾿Εκκλησίας του. ᾿Αλλὰ οἱ ἐχθροὶ δὲν τὸν ἄφησαν νὰ μείνη στὸ πηδάλιο πολὺν καιρό. ῾Ο Βίχιγκ, ἔπεισε τὸν πάπα Στέφανο Ε¢ νὰ λάβη πάλι ἐχθρικὴ θέσι κατὰ τῆς ἑλληνοσλαβικῆς ᾿Εκκλησίας τῆς Μοραβίας· κι αὐτὸς μ᾿ ἐπιστολή του ἀπήτησε ἀποδοχὴ τῆς διδασκαλίας περὶ ἐκπορεύσεως τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος καὶ ἀπὸ τὸν Πατέρα καὶ ἀπὸ τὸν Υἱό, ἀναγνώρισε τὸν Βίχιγκ ὡς κανονικὸ ποιμενάρχη τῆς ᾿Εκκλησίας Μοραβίας, ἀπαγόρευσε στὸ Γοράσδο ν᾿ ἀναλάβη ἐπισκοπικὰ καθήκοντα, πρὶν ἔλθη στὴ Ρώμη καὶ ἀναγνωρισθῆ ἀπ᾿ αὐτὸν κι ἐπίσης ἀπαγόρευσε τὴν χρῆσι τῆς σλαβικῆς γλώσσας στὴ λατρεία, τὴν ὁποία δῆθεν ὁ Μεθόδιος εἶχε εἰσαγάγει παρανόμως.
῾Ο Σβατοπλούκ, πρὸς τὸν ὁποῖο ἀπευθυνόταν ἡ ἐπιστολὴ τοῦ πάπα Στεφάνου, ἐθυμήθηκε τὴν παλαιά του συμπάθεια πρὸς τὴ λατινικὴ λατρεία, ἐλησμόνησε τὸ ἀνάθεμα τοῦ Βίχιγκ καὶ ἀναθάρρησε. Παρέδωσε τοὺς ἡγέτες καὶ τοὺς ἄλλους κληρικοὺς τῆς ἑλληνοσλαβικῆς ᾿Εκκλησίας στὴ διάθεσι τῶν Γερμανῶν. ῏Ησαν συνολικὰ 200. ᾿Επρόκειτο βέβαια γιὰ ἐκείνους ποὺ εὑρίσκονταν τότε στὴ Νίτρα, ποὺ ἦταν ἡ πρωτεύουσα τοῦ Σβατοπλούκ, καθὼς καὶ γιὰ τοὺς ὑπηρετοῦντας στὸ Βέλεχραδ καὶ στὰ ἄλλα σχετικῶς μεγάλα κέντρα τῆς Μοραβίας αὐτὴν τὴν ἐποχή, Μικούλτσισε καὶ ῎Ολομουκ. Οἱ ἐργαζόμενοι σὲ ἀπομακρυσμένες ἐπαρχίες, καὶ ἰδίως στὴν Κρακοβία τῆς Πολωνίας καὶ τὴν Ντεμπράβα τῆς Παννονίας, δὲν ἐθίχθηκαν τουλάχιστο ἀμέσως. Τὸ ἴδιο καὶ ἐκεῖνοι ποὺ ἐργάζονταν σὲ μικροὺς οἰκισμούς.
Οἱ ἀτυχεῖς αὐτοὶ κληρικοὶ ἐβασανίσθηκαν ἀρχικά, καὶ ἔπειτα, οἱ μὲν νεώτεροι ἐπουλήθηκαν ὡς δοῦλοι σ᾿ ῾Εβραίους ἐμπόρους, οἱ δὲ ἡλικιωμένοι ἀνάμεσα στοὺς ὁποίους ἦσαν καὶ οἱ περισσότεροι ἀπὸ τοὺς ἡγέτες των, ἐρρίφθηκαν στὶς φυλακές. ᾿Εκεῖνοι ποὺ εἶχαν πουληθῆ, ἐλευθερώθηκαν μετὰ ἀπὸ λίγους μῆνες ἀπὸ ἀντιπροσώπους τοῦ βυζαντινοῦ αὐτοκράτορος διὰ τῆς καταβολῆς λύτρων. ᾿Απὸ ἐκεῖ ἦλθαν στὴν Κωνσταντινούπολι καὶ διασπάρθηκαν σὲ σλαβικὲς κυρίως χῶρες. ᾿Ανάμεσα σ᾿ αὐτοὺς ἦταν ὁ Κωνσταντῖνος ποὺ ἀργότερα τοποθετήθηκε ἀρχιεπίσκοπος τῆς Πρεσλάβας, πρωτεύουσας τῆς Βουλγαρίας.
Οἱ ἔγκλειστοι πάλι, ἀφοῦ παραδόθηκαν σὲ ἄγριους στρατιῶτες, ἐγκαταλείφθηκαν στὶς ὄχθες τοῦ Δουνάβεως σὲ περίοδο ψύχους, ποὺ φανερώνει ὅτι τοῦτο συνέβηκε τὸ χειμῶνα τοῦ ἔτους 885-886. Μερικοὶ ἀπὸ αὐτοὺς ἀπέθαναν, ἐνῶ ὅσοι ἐπέζησαν, ἀκολούθησαν διαφόρους δρόμους. Οἱ βυζαντινῆς προελεύσεως, ῞Ελληνες καὶ Σλάβοι, ἐβάδισαν κατὰ μῆκος τοῦ Δουνάβεως, ἕως ὅτου ἔφθασαν στὸ Βελιγράδι, ποὺ ἀνῆκε τότε στὸ Κράτος τῶν Βουλγάρων. ᾿Απὸ ἐκεῖ ὡδηγήθηκαν σὲ σπουδαῖα κέντρα ὀργανώσεως καὶ παιδείας τοῦ βαλκανικοῦ σλαβικοῦ χώρου. ῾Ο Κλήμης ὡρίσθηκε ἀρχιεπίσκοπος τῆς Βελίτσας, ποὺ πρέπει νὰ εὑρισκόταν στὶς ὄχθες τῆς λίμνης ᾿Αχρίδας. ῾Ο Ναούμ, ποὺ ἀκολούθησε τὸν Κλήμεντα, ἵδρυσε μοναστήρι στὶς νότιες ἀκτὲς τῆς λίμνης αὐτῆς καὶ συνέστησε ἀξιόλογη σχολή. ῏Ηταν ἐπίσης μαζί τους καὶ ὁ ᾿Αγγελάριος, ποὺ ἀπέθανε πολὺ γρήγορα.
Πολλοὶ ἀπὸ τοὺς ἐντοπίους κατὰ τὸν διωγμὸ τῆς Μοραβίας ἐκρύβηκαν σὲ σπίτια συγγενῶν καὶ φίλων ἢ μετέβηκαν σ᾿ ἐπαρχίες ποὺ ἔμειναν ἄθικτες ἀπὸ τὸν διωγμό, ὅπως ἡ Βοημία καὶ ἡ Πολωνία. ᾿Ανάμεσά τους ἦταν καὶ ὁ Γοράσδος, ποὺ διασώθηκε ἀπὸ τὸ ψῦχος στὸ Δούναβι.
῎Επειτα ἀπὸ αὐτὰ ἡ ᾿Εκκλησία τῆς Μοραβίας ἐκυριαρχήθηκε ἀπὸ τὴ Γερμανικὴ ἱεραρχία μὲ ἀρχιεπίσκοπο τὸν Βίχιγκ καὶ ἐπιβλήθηκε σ᾿ αὐτὴν ἡ λατινικὴ λατρεία. Τὸ 894 ὅμως, ἀφοῦ τὴν ἐξουσία μετὰ τὸν θάνατο τοῦ Σβατοπλοὺκ ἀνέλαβε ὁ Μοϊμὶρ Β¢, ἀποκαταστάθηκε πάλι ἡ βυζαντινοσλαβικὴ ἱεραρχία καὶ λατρεία, μὲ ἀρχιεπίσκοπο τὸν Γοράσδο καὶ μὲ ἄλλους τρεῖς ἐπισκόπους.
Στὶς ἀρχὲς πάντως τοῦ δεκάτου αἰῶνος (907) τὸ κράτος τῆς Μοραβίας καταλύθηκε ἀπὸ νέο εἰσβολέα, τοὺς Οὕγγρους. Μαζὶ μὲ τὴν πολιτεία διαλύθηκε καὶ ἡ ᾿Εκκλησία. ᾿Αργότερα οἱ Οὗγγροι ἐδέχθηκαν τὸν Χριστιανισμὸ στὴ λατινική του μορφή, μαζὶ μὲ τοὺς ἐντοπίους Σλάβους. Λείψανα μόνο τῆς παλαιᾆς μοραβικῆς ᾿Εκκλησίας παρέμειναν ἕως σήμερα. ῾Ο Γοράσδος κατέφυγε στὴν Πολωνία μαζὶ μὲ τὸν ἐπίσκοπο Σάβα.
῾Η πορεία τοῦ Χριστιανισμοῦ ἀνάμεσα στὰ σλαβικὰ ἔθνη ὑπῆρξε ραγδαία, ἀποτελεσματικὴ καὶ μεγαλειώδης. Τὰ ἐπεισόδια ποὺ ἡ ἱστορία ἀναφέρει σὲ σχέσι μὲ τὴν ἐκχριστιάνισι αὐτῶν τῶν λαῶν δὲν ἦσαν ἀσυνάρτητα, ἀλλὰ συντονίζονταν ἀπὸ μία κεντρικὴ ἑστία, τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο, ποὺ ἐπρογραμμάτισε τὸ ὅλο ἔργο ὑπὸ τὴν καθοδήγησι τοῦ Φωτίου. ᾿Εκτελεσταὶ αὐτοῦ τοῦ προγράμματος ὑπῆρξαν οἱ δύο ἀδελφοὶ ἀπὸ τὴν Θεσσαλονίκη Κύριλλος καὶ Μεθόδιος, ποὺ ἐργάσθηκαν ἀκούραστα ἀνάμεσα σὲ ὅλους τοὺς σλαβικοὺς λαούς· Ρώσους, Μοραβούς, Σλοβένους, Κροάτες, Σέρβους, Σλοβάκους, Τσέχους, Πολωνοὺς καὶ Βουλγάρους.
Τὸ ἔργο τους ἦταν βασικὰ θρησκευτικό. Μὲ τὶς ἐνέργειες αὐτῶν καὶ τῶν μαθητῶν τους ὅλοι οἱ σλαβικοὶ λαοὶ εἰσῆλθαν στὴ χορεία τῶν χριστιανικῶν ἐθνῶν. ᾿Αλλὰ μαζὶ μὲ τὸν Χριστιανισμὸ παραδόθηκαν σ᾿ αὐτοὺς καὶ ὅλες οἱ ἐξημερωτικὲς δυνάμεις. Μαζὶ μὲ τὰ ἰδεώδη τῆς πίστεως οἱ ἀπόστολοι ἐδίδαξαν στοὺς Σλάβους τὴν ἀγάπη καὶ τὴν εὐγένεια, καὶ τοὺς ἐμφύσησαν τὸ πνεῦμα τῆς θυσίας. Τοὺς ἐχάρισαν τοὺς πρώτους γραπτοὺς νόμους, μὲ τοὺς ὁποίους ὠργάνωσαν καθεστὼς εὐνομίας καὶ εὐταξίας. Τοὺς προσέφεραν γλῶσσα γραπτὴ καὶ ἕτοιμη νὰ χρησιμοποιηθῆ στὴ θεολογία, τὴ λογοτεχνία, τὴν παιδεία καὶ τὴν ἐπιστήμη. Αὐτὴ ἡ γλῶσσα ἀπετέλεσε τὸν κρίκο ποὺ συνέδεσε ὅλα τὰ μέλη τοῦ σλαβικοῦ κόσμου.
«Πάροικος εγώ εἰμι ἐν τῇ γῇ. Μὴ ἀποκρύψῃς ἀπ᾿ ἐμοῦ τὰς ἐντολάς Σου»
Re: Θεσσαλονικείς Άγιοι
11 Μαΐου
ΑΡΓΥΡΟΣ ὁ ἐξ ΑΠΑΝΟΜΗΣ,
νεομάρτυς († 11.5.1806)
Τὸ Μαρτύριο τοῦ νεομάρτυρος ᾿Αργυροῦ, τὸ ὁποῖο συνέγραψε ὁ Νικηφόρος ὁ Χῖος καὶ περιλαμβάνεται στὸ Νέον Λειμωνάριον, παρουσιάζει μία ἐμφανῆ ὁμοιότητα μὲ τὸ Μαρτύριο τοῦ νεομάρτυρος Χριστοδούλου τοῦ ἐκ Κασσάνδρας, ποὺ ἐκδόθηκε στὸ Νέον Μαρτυρολόγιον τοῦ ὁσίου Νικοδήμου. ῾Η ὁμοιότητα αὐτὴ ἐκτείνεται τόσο στὰ βιογραφικὰ στοιχεῖα τῶν δύο νεομαρτύρων ὅσο καὶ στὴν αἰτία καὶ τὸν τρόπο τοῦ μαρτυρίου τους, καὶ μπορεῖ νὰ δικαιολογηθεῖ ὡς ἑξῆς: Πρῶτα ἀπ᾿ ὅλα καὶ οἱ δύο κατάγονταν ἀπὸ χωριὰ τοῦ νομοῦ Χαλκιδικῆς κοντὰ στὴ Θεσσαλονίκη. ᾿Επίσης ἡ χρονικὴ ἀπόσταση ποὺ τοὺς χωρίζει εἶναι πολὺ μικρή, καθὼς ἀπέχουν μόνο μία γενεὰ μεταξύ τους καὶ ἀσφαλῶς τὸ μαρτύριο τοῦ Χριστοδούλου θὰ εἶχε προκαλέσει ἔντονη αἴσθηση στοὺς κατοίκους τῆς Θεσσαλονίκης. Εἶναι φυσικὸ λοιπὸν νὰ διατηροῦνταν ζωντανὴ ἡ παράδοση περὶ τοῦ μαρτυρίου του, καθὼς μάλιστα πολλοὶ ἀπὸ τοὺς αὐτόπτες μάρτυρες θὰ ζοῦσαν ἀκόμη. ῎Ισως καὶ νὰ κυκλοφοροῦσε μεταξὺ τῶν χριστιανῶν τῆς πόλεως κάποια καταγραφὴ τοῦ μαρτυρίου του. ῎Εχοντας λοιπὸν κανεὶς ὑπόψη του ὅλα αὐτὰ μπορεῖ νὰ ὑποθέσει ὅτι ὁ νεαρὸς ᾿Αργυρός, ἐπηρεασμένος ἀπὸ τὸ μαρτύριο τοῦ Χριστοδούλου καὶ ἐνθουσιώδης καθὼς ἦταν λόγω τῆς ἡλικίας του, μιμήθηκε τὴ γενναία πράξη τοῦ Χριστοδούλου, ποὺ εἶχε φυσικὰ τὸ ἴδιο ἀποτέλεσμα.
῾Ο ᾿Αργυρὸς ἢ ᾿Αργύρης γεννήθηκε στὸ χωριὸ ᾿Απανομὴ (τὴ σημερινὴ ᾿Επανομή) τοῦ νομοῦ Θεσσαλονίκης κατὰ τὸ ἔτος 1788. Σὲ νεαρὴ ἡλικία ἦρθε στὴ Θεσσαλονίκη, ὅπου προσλήφθηκε ἀπὸ κάποιον ράπτη ὡς ὑπηρέτης. ῾Ο συντάκτης τοῦ Μαρτυρίου του δὲν μᾆς παρέχει κάποια ἄλλα βιογραφικὰ στοιχεῖα· ἀναφέρεται μόνο στὸ γεγονὸς ποὺ ὑπῆρξε ἡ αἰτία γιὰ νὰ ὁδηγηθεῖ στὸ μαρτύριο, τὸ ὁποῖο, ὅπως ἀναφέρει καὶ ὁ ἴδιος, πληροφορήθηκε ἀπὸ κάποιους ἀξιόπιστους αὐτόπτες μάρτυρες ποὺ γνώριζαν τὸν ᾿Αργυρὸ προτοῦ μαρτυρήσει, γεγονὸς συνηθισμένο σὲ πολλὰ βυζαντινὰ ἁγιολογικὰ κείμενα, ἀλλὰ καὶ σὲ νεομαρτυρολογικὰ (βλ. π.χ. καὶ τὸ Μαρτύριο τοῦ νεομάρτυρος Μιχαὴλ τοῦ ἐκ Γρανίτσης ᾿Αγράφων).
Αἰτία τῆς προσαγωγῆς τοῦ ᾿Αργυροῦ στὸ μαρτύριο ὑπῆρξε ἕνας χριστιανός, ὁ ὁποῖος καταγόταν ἀπὸ τὸν Σοχὸ τῆς Θεσσαλονίκης καὶ εἶχε φυλακισθεῖ γιὰ κάποιο ἀδίκημα ποὺ εἶχε διαπράξει. Μὴ ἔχοντας ὅμως χρήματα γιὰ τὴν ἐξαγορὰ τῆς ποινῆς του καὶ φοβούμενος τὴ θανατικὴ καταδίκη, ἀποφάσισε νὰ ἐξωμόσει, φαινόμενο ποὺ συναντοῦμε πολὺ συχνὰ κατὰ τὴν περίοδο τῆς Τουρκοκρατίας. Μετὰ ἀπὸ αὐτὴ τὴ δήλωσή του, ἀφέθηκε ἐλεύθερος καὶ εἰσῆλθε σ᾿ ἕνα καφενεῖο μαζὶ μὲ μερικοὺς γενίτσαρους ποὺ ἀνέλαβαν νὰ τὸν κατηχήσουν στὴ μουσουλμανικὴ θρησκεία.
῾Ο ᾿Αργυρός, ποὺ εἶχε πληροφορηθεῖ τὸ γεγονός, εἰσῆλθε καὶ αὐτὸς στὸ καφενεῖο καὶ ἄρχισε νὰ τὸν ἐλέγχει γιὰ τὸ παράπτωμά του καὶ ταυτοχρόνως νὰ τὸν παρακινεῖ γιὰ νὰ ἐπιστρέψει καὶ πάλι στὴν ὀρθόδοξη πίστη. ᾿Αλλὰ ἡ στάση του αὐτὴ προκάλεσε τόσο πολὺ τοὺς γενίτσαρους, ποὺ ὅρμησαν ἐπάνω του καὶ ἄρχισαν νὰ τὸν γρονθοκοποῦν τόσο ἄγρια, ὥστε θὰ τὸν σκότωναν, ἐὰν δὲν ἀνέστελλε τὴν ὀργή τους ἡ ἐλπίδα μήπως καὶ μπορέσουν νὰ τὸν προσελκύσουν στὴ δική τους πίστη. Προσπάθησαν, λοιπόν, ἀπειλώντας τον ὅτι θὰ τὸν σκοτώσουν, νὰ τὸν ἀναγκάσουν νὰ ἐξωμόσει. ᾿Επειδὴ ὅμως ὁ ᾿Αργυρὸς δὲν ὑποχωροῦσε στὶς πιέσεις τους, οἱ γενίτσαροι τὸν ὁδήγησαν στὸν κριτὴ ἐνώπιον τοῦ ὁποίου προσπάθησαν καὶ πάλι νὰ τὸν μεταπείσουν, μεταχειριζόμενοι πότε ἀπειλὲς καὶ πότε κολακεῖες καὶ ὑποσχέσεις γιὰ δῶρα καὶ ἀξιώματα. ῞Ολα αὐτὰ ὅμως δὲν στάθηκαν ἱκανὰ νὰ κλονίσουν τὸ ἑδραῖο φρόνημά του καὶ τὴν ἀπόφασή του νὰ παραμείνει ἕως τὸ τέλος πιστὸς στὴν πατρώα πίστη του· γι᾿ αὐτὸ καὶ διατάχθηκε ἡ φυλάκισή του.
Μετὰ ἀπὸ δύο ἡμέρες οἱ γενίτσαροι ἐπανέλαβαν καὶ πάλι τὶς προσπάθειές τους, χωρὶς ὅμως ἀποτέλεσμα. Ζήτησαν λοιπὸν ἀπὸ τὸν κριτὴ νὰ διατάξει τὴν ἐκτέλεσή του· αὐτὸς ὅμως βλέποντας ὅτι ὁ ᾿Αργυρὸς δὲν εἶχε διαπράξει κάποιο ἀδίκημα ἄξιο θανάτου, προσπάθησε νὰ κατευνάσει τὴν ὀργὴ τῶν ἐξαγριωμένων Τούρκων καὶ νὰ τοὺς πείσει πὼς δὲν εἶναι δίκαιο νὰ σκοτώσουν ἕναν ἀθῶο ἄνθρωπο. ᾿Αλλὰ ἐμπρὸς στὴν ἐπιμονὴ καὶ τὴν ὀργὴ τῶν Τούρκων ὑποχώρησε καὶ διέταξε τὴν δι᾿ ἀπαγχονισμοῦ θανάτωσή του.
῎Ετσι, σὲ ἡλικία μόλις δεκαοκτὼ ἐτῶν, στὶς 11 Μαΐου τοῦ ἔτους 1806 καὶ ἡμέρα Παρασκευή, ὁ ᾿Αργυρὸς ὁδηγήθηκε σὲ ἕναν τόπο λεγόμενο Καμπάν (σημ. Καπάνι), στὴν κεντρικὴ ἀγορὰ τῆς πόλεως, ὅπου καὶ ἀπαγχονίσθηκε. Τὸ σῶμα τοῦ μάρτυρος δὲν ἔφερε κανένα σημάδι ἀπὸ αὐτὰ ποὺ συνήθως παρουσιάζουν τὰ νεκρὰ σώματα, ἀλλὰ ἀπεναντίας φαινόταν σὰν ζωντανό, ὁ δὲ μάρτυς ἔμοιαζε σὰν νὰ κοιμόταν, γεγονὸς ποὺ προκάλεσε τὸ θαυμασμὸ ὅλων. ῎Ισως αὐτὸς νὰ ἦταν καὶ ὁ λόγος ποὺ τὴν ἑπόμενη ἡμέρα οἱ Τοῦρκοι διέταξαν νὰ κατέλθει τὸ σῶμα τοῦ μάρτυρος ἀπὸ τὴν ἀγχόνη, παρὰ τὴν ἐπικρατοῦσα σ᾿ αὐτοὺς συνήθεια νὰ ἀφήνουν ἐκτεθειμένα τὰ νεκρὰ σώματα ἐπὶ τρεῖς ἡμέρες πρὸς ὀνειδισμό.
῾Η μνήμη τοῦ νεομάρτυρος ᾿Αργυροῦ τιμᾆται τὴν ἡμέρα τῆς τελειώσεώς του, τὴν 11η Μαΐου. ῾Η πρώτη ᾿Ακολουθία πρὸς τιμή του εἶναι πόνημα ἀγνώστου συνθέτη καὶ ἐκδόθηκε τὸ ἔτος 1933 στὴ Θεσσαλονίκη. Στὴν ᾿Ακολουθία αὐτὴ ἀναφέρονται καὶ τὰ ὀνόματα τῶν γονέων τοῦ ᾿Αργυροῦ· σημειώνεται λοιπὸν ὅτι ἦταν υἱὸς τοῦ ᾿Αστερίου καὶ τῆς Βασιλικῆς Ντογιούδη.
῾Η ᾿Ακολουθία αὐτὴ ἀντικαταστάθηκε ὡς ἐλλειπὴς ἀπὸ νεώτερη ποὺ συνέθεσε ὁ μοναχὸς Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης τὸ 1978.
᾿Απεικονίσεις τοῦ νεομάρτυρος συναντοῦμε στὸ κεντρικὸ βημόθυρο τοῦ ναοῦ τῆς Παναγίας στὴν ᾿Επανομή, μὲ χρονολογία 1853, καὶ σὲ κάποια ἄλλη εἰκόνα τοῦ ἔτους 1884.
᾿Αναφορικὰ μὲ τὴν τιμὴ τοῦ νεομάρτυρος στὴ γενέτειρά του, πρέπει νὰ σημειωθεῖ πὼς ἡ μνήμη του εἶχε λησμονηθεῖ· μετὰ τὸ 1931 ὅμως ἐπῆλθε κάποια ἀναζωπύρωση. Αἰτία στάθηκε ἡ ἐπίσκεψη μιᾆς ἀντιπροσωπείας κατοίκων τοῦ χωριοῦ στὸ ῞Αγιον ῎Ορος καὶ συγκεκριμένα στὴ μονὴ Βατοπεδίου, ὅπου τοὺς δόθηκε ὁ Βίος καὶ ἡ ᾿Ακολουθία τοῦ ᾿Αργυροῦ. ᾿Απὸ τότε πλέον ἄρχισε νὰ ἑορτάζεται ὁ νεομάρτυς μὲ ἰδιαίτερη λαμπρότητα.
ΑΡΓΥΡΟΣ ὁ ἐξ ΑΠΑΝΟΜΗΣ,
νεομάρτυς († 11.5.1806)
Τὸ Μαρτύριο τοῦ νεομάρτυρος ᾿Αργυροῦ, τὸ ὁποῖο συνέγραψε ὁ Νικηφόρος ὁ Χῖος καὶ περιλαμβάνεται στὸ Νέον Λειμωνάριον, παρουσιάζει μία ἐμφανῆ ὁμοιότητα μὲ τὸ Μαρτύριο τοῦ νεομάρτυρος Χριστοδούλου τοῦ ἐκ Κασσάνδρας, ποὺ ἐκδόθηκε στὸ Νέον Μαρτυρολόγιον τοῦ ὁσίου Νικοδήμου. ῾Η ὁμοιότητα αὐτὴ ἐκτείνεται τόσο στὰ βιογραφικὰ στοιχεῖα τῶν δύο νεομαρτύρων ὅσο καὶ στὴν αἰτία καὶ τὸν τρόπο τοῦ μαρτυρίου τους, καὶ μπορεῖ νὰ δικαιολογηθεῖ ὡς ἑξῆς: Πρῶτα ἀπ᾿ ὅλα καὶ οἱ δύο κατάγονταν ἀπὸ χωριὰ τοῦ νομοῦ Χαλκιδικῆς κοντὰ στὴ Θεσσαλονίκη. ᾿Επίσης ἡ χρονικὴ ἀπόσταση ποὺ τοὺς χωρίζει εἶναι πολὺ μικρή, καθὼς ἀπέχουν μόνο μία γενεὰ μεταξύ τους καὶ ἀσφαλῶς τὸ μαρτύριο τοῦ Χριστοδούλου θὰ εἶχε προκαλέσει ἔντονη αἴσθηση στοὺς κατοίκους τῆς Θεσσαλονίκης. Εἶναι φυσικὸ λοιπὸν νὰ διατηροῦνταν ζωντανὴ ἡ παράδοση περὶ τοῦ μαρτυρίου του, καθὼς μάλιστα πολλοὶ ἀπὸ τοὺς αὐτόπτες μάρτυρες θὰ ζοῦσαν ἀκόμη. ῎Ισως καὶ νὰ κυκλοφοροῦσε μεταξὺ τῶν χριστιανῶν τῆς πόλεως κάποια καταγραφὴ τοῦ μαρτυρίου του. ῎Εχοντας λοιπὸν κανεὶς ὑπόψη του ὅλα αὐτὰ μπορεῖ νὰ ὑποθέσει ὅτι ὁ νεαρὸς ᾿Αργυρός, ἐπηρεασμένος ἀπὸ τὸ μαρτύριο τοῦ Χριστοδούλου καὶ ἐνθουσιώδης καθὼς ἦταν λόγω τῆς ἡλικίας του, μιμήθηκε τὴ γενναία πράξη τοῦ Χριστοδούλου, ποὺ εἶχε φυσικὰ τὸ ἴδιο ἀποτέλεσμα.
῾Ο ᾿Αργυρὸς ἢ ᾿Αργύρης γεννήθηκε στὸ χωριὸ ᾿Απανομὴ (τὴ σημερινὴ ᾿Επανομή) τοῦ νομοῦ Θεσσαλονίκης κατὰ τὸ ἔτος 1788. Σὲ νεαρὴ ἡλικία ἦρθε στὴ Θεσσαλονίκη, ὅπου προσλήφθηκε ἀπὸ κάποιον ράπτη ὡς ὑπηρέτης. ῾Ο συντάκτης τοῦ Μαρτυρίου του δὲν μᾆς παρέχει κάποια ἄλλα βιογραφικὰ στοιχεῖα· ἀναφέρεται μόνο στὸ γεγονὸς ποὺ ὑπῆρξε ἡ αἰτία γιὰ νὰ ὁδηγηθεῖ στὸ μαρτύριο, τὸ ὁποῖο, ὅπως ἀναφέρει καὶ ὁ ἴδιος, πληροφορήθηκε ἀπὸ κάποιους ἀξιόπιστους αὐτόπτες μάρτυρες ποὺ γνώριζαν τὸν ᾿Αργυρὸ προτοῦ μαρτυρήσει, γεγονὸς συνηθισμένο σὲ πολλὰ βυζαντινὰ ἁγιολογικὰ κείμενα, ἀλλὰ καὶ σὲ νεομαρτυρολογικὰ (βλ. π.χ. καὶ τὸ Μαρτύριο τοῦ νεομάρτυρος Μιχαὴλ τοῦ ἐκ Γρανίτσης ᾿Αγράφων).
Αἰτία τῆς προσαγωγῆς τοῦ ᾿Αργυροῦ στὸ μαρτύριο ὑπῆρξε ἕνας χριστιανός, ὁ ὁποῖος καταγόταν ἀπὸ τὸν Σοχὸ τῆς Θεσσαλονίκης καὶ εἶχε φυλακισθεῖ γιὰ κάποιο ἀδίκημα ποὺ εἶχε διαπράξει. Μὴ ἔχοντας ὅμως χρήματα γιὰ τὴν ἐξαγορὰ τῆς ποινῆς του καὶ φοβούμενος τὴ θανατικὴ καταδίκη, ἀποφάσισε νὰ ἐξωμόσει, φαινόμενο ποὺ συναντοῦμε πολὺ συχνὰ κατὰ τὴν περίοδο τῆς Τουρκοκρατίας. Μετὰ ἀπὸ αὐτὴ τὴ δήλωσή του, ἀφέθηκε ἐλεύθερος καὶ εἰσῆλθε σ᾿ ἕνα καφενεῖο μαζὶ μὲ μερικοὺς γενίτσαρους ποὺ ἀνέλαβαν νὰ τὸν κατηχήσουν στὴ μουσουλμανικὴ θρησκεία.
῾Ο ᾿Αργυρός, ποὺ εἶχε πληροφορηθεῖ τὸ γεγονός, εἰσῆλθε καὶ αὐτὸς στὸ καφενεῖο καὶ ἄρχισε νὰ τὸν ἐλέγχει γιὰ τὸ παράπτωμά του καὶ ταυτοχρόνως νὰ τὸν παρακινεῖ γιὰ νὰ ἐπιστρέψει καὶ πάλι στὴν ὀρθόδοξη πίστη. ᾿Αλλὰ ἡ στάση του αὐτὴ προκάλεσε τόσο πολὺ τοὺς γενίτσαρους, ποὺ ὅρμησαν ἐπάνω του καὶ ἄρχισαν νὰ τὸν γρονθοκοποῦν τόσο ἄγρια, ὥστε θὰ τὸν σκότωναν, ἐὰν δὲν ἀνέστελλε τὴν ὀργή τους ἡ ἐλπίδα μήπως καὶ μπορέσουν νὰ τὸν προσελκύσουν στὴ δική τους πίστη. Προσπάθησαν, λοιπόν, ἀπειλώντας τον ὅτι θὰ τὸν σκοτώσουν, νὰ τὸν ἀναγκάσουν νὰ ἐξωμόσει. ᾿Επειδὴ ὅμως ὁ ᾿Αργυρὸς δὲν ὑποχωροῦσε στὶς πιέσεις τους, οἱ γενίτσαροι τὸν ὁδήγησαν στὸν κριτὴ ἐνώπιον τοῦ ὁποίου προσπάθησαν καὶ πάλι νὰ τὸν μεταπείσουν, μεταχειριζόμενοι πότε ἀπειλὲς καὶ πότε κολακεῖες καὶ ὑποσχέσεις γιὰ δῶρα καὶ ἀξιώματα. ῞Ολα αὐτὰ ὅμως δὲν στάθηκαν ἱκανὰ νὰ κλονίσουν τὸ ἑδραῖο φρόνημά του καὶ τὴν ἀπόφασή του νὰ παραμείνει ἕως τὸ τέλος πιστὸς στὴν πατρώα πίστη του· γι᾿ αὐτὸ καὶ διατάχθηκε ἡ φυλάκισή του.
Μετὰ ἀπὸ δύο ἡμέρες οἱ γενίτσαροι ἐπανέλαβαν καὶ πάλι τὶς προσπάθειές τους, χωρὶς ὅμως ἀποτέλεσμα. Ζήτησαν λοιπὸν ἀπὸ τὸν κριτὴ νὰ διατάξει τὴν ἐκτέλεσή του· αὐτὸς ὅμως βλέποντας ὅτι ὁ ᾿Αργυρὸς δὲν εἶχε διαπράξει κάποιο ἀδίκημα ἄξιο θανάτου, προσπάθησε νὰ κατευνάσει τὴν ὀργὴ τῶν ἐξαγριωμένων Τούρκων καὶ νὰ τοὺς πείσει πὼς δὲν εἶναι δίκαιο νὰ σκοτώσουν ἕναν ἀθῶο ἄνθρωπο. ᾿Αλλὰ ἐμπρὸς στὴν ἐπιμονὴ καὶ τὴν ὀργὴ τῶν Τούρκων ὑποχώρησε καὶ διέταξε τὴν δι᾿ ἀπαγχονισμοῦ θανάτωσή του.
῎Ετσι, σὲ ἡλικία μόλις δεκαοκτὼ ἐτῶν, στὶς 11 Μαΐου τοῦ ἔτους 1806 καὶ ἡμέρα Παρασκευή, ὁ ᾿Αργυρὸς ὁδηγήθηκε σὲ ἕναν τόπο λεγόμενο Καμπάν (σημ. Καπάνι), στὴν κεντρικὴ ἀγορὰ τῆς πόλεως, ὅπου καὶ ἀπαγχονίσθηκε. Τὸ σῶμα τοῦ μάρτυρος δὲν ἔφερε κανένα σημάδι ἀπὸ αὐτὰ ποὺ συνήθως παρουσιάζουν τὰ νεκρὰ σώματα, ἀλλὰ ἀπεναντίας φαινόταν σὰν ζωντανό, ὁ δὲ μάρτυς ἔμοιαζε σὰν νὰ κοιμόταν, γεγονὸς ποὺ προκάλεσε τὸ θαυμασμὸ ὅλων. ῎Ισως αὐτὸς νὰ ἦταν καὶ ὁ λόγος ποὺ τὴν ἑπόμενη ἡμέρα οἱ Τοῦρκοι διέταξαν νὰ κατέλθει τὸ σῶμα τοῦ μάρτυρος ἀπὸ τὴν ἀγχόνη, παρὰ τὴν ἐπικρατοῦσα σ᾿ αὐτοὺς συνήθεια νὰ ἀφήνουν ἐκτεθειμένα τὰ νεκρὰ σώματα ἐπὶ τρεῖς ἡμέρες πρὸς ὀνειδισμό.
῾Η μνήμη τοῦ νεομάρτυρος ᾿Αργυροῦ τιμᾆται τὴν ἡμέρα τῆς τελειώσεώς του, τὴν 11η Μαΐου. ῾Η πρώτη ᾿Ακολουθία πρὸς τιμή του εἶναι πόνημα ἀγνώστου συνθέτη καὶ ἐκδόθηκε τὸ ἔτος 1933 στὴ Θεσσαλονίκη. Στὴν ᾿Ακολουθία αὐτὴ ἀναφέρονται καὶ τὰ ὀνόματα τῶν γονέων τοῦ ᾿Αργυροῦ· σημειώνεται λοιπὸν ὅτι ἦταν υἱὸς τοῦ ᾿Αστερίου καὶ τῆς Βασιλικῆς Ντογιούδη.
῾Η ᾿Ακολουθία αὐτὴ ἀντικαταστάθηκε ὡς ἐλλειπὴς ἀπὸ νεώτερη ποὺ συνέθεσε ὁ μοναχὸς Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης τὸ 1978.
᾿Απεικονίσεις τοῦ νεομάρτυρος συναντοῦμε στὸ κεντρικὸ βημόθυρο τοῦ ναοῦ τῆς Παναγίας στὴν ᾿Επανομή, μὲ χρονολογία 1853, καὶ σὲ κάποια ἄλλη εἰκόνα τοῦ ἔτους 1884.
᾿Αναφορικὰ μὲ τὴν τιμὴ τοῦ νεομάρτυρος στὴ γενέτειρά του, πρέπει νὰ σημειωθεῖ πὼς ἡ μνήμη του εἶχε λησμονηθεῖ· μετὰ τὸ 1931 ὅμως ἐπῆλθε κάποια ἀναζωπύρωση. Αἰτία στάθηκε ἡ ἐπίσκεψη μιᾆς ἀντιπροσωπείας κατοίκων τοῦ χωριοῦ στὸ ῞Αγιον ῎Ορος καὶ συγκεκριμένα στὴ μονὴ Βατοπεδίου, ὅπου τοὺς δόθηκε ὁ Βίος καὶ ἡ ᾿Ακολουθία τοῦ ᾿Αργυροῦ. ᾿Απὸ τότε πλέον ἄρχισε νὰ ἑορτάζεται ὁ νεομάρτυς μὲ ἰδιαίτερη λαμπρότητα.
«Πάροικος εγώ εἰμι ἐν τῇ γῇ. Μὴ ἀποκρύψῃς ἀπ᾿ ἐμοῦ τὰς ἐντολάς Σου»
Re: Θεσσαλονικείς Άγιοι
26 Μαΐου
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ὁ ΔΕΡΒΙΣΗΣ,
νεομάρτυς († 26.5.1794)
῾Ο νεομάρτυς ᾿Αλέξανδρος προέρχεται ἀπὸ τοὺς “ἐξ ἀρνησιχρίστων” νεομάρτυρες. ῾Ο συντάκτης τοῦ Βίου του, ποὺ περιλαμβάνεται στὸ Νέον Μαρτυρολόγιον τοῦ ὁσίου Νι-κοδήμου τοῦ ῾Αγιορείτου, δὲν ἀναφέρει τὸ λόγο ποὺ ὁδήγησε τὸν ᾿Αλέξανδρο στὴν ἐξωμοσία ἀλλὰ καὶ στὴν ἀπόφασή του νὰ γίνει δερβίσης. ῞Οπως ὅμως φαίνεται καὶ ἀπὸ τὸ Μαρτύριό του ἡ συνείδηση τοῦ ᾿Αλεξάνδρου τὸν ἔλεγχε ἔντονα γι᾿ αὐτή του τὴν πράξη, τόσο μάλιστα žστε ἀποφάσισε νὰ ζήσει πλέον ὡς διὰ Χριστὸν σαλός, -αὐτὸ δηλώνει ἡ ὅλη συμπεριφορά του-, καὶ τέλος νὰ μαρτυρήσει γιὰ νὰ ἐξαλείψει τὸ ἁμάρτημά του.
῾Ο ᾿Αλέξανδρος, ποὺ καταγόταν ἀπὸ τὴν Θεσσαλονίκη, ἔμενε στὴν περιοχὴ τῆς Λαοδηγίας ἢ Λαγωδιανῆς (σημερινὴ Λαοδηγήτρια). Οἱ γονεῖς του θέλοντας νὰ διαφυλάξουν τὴν σωφροσύνη τοῦ γιοῦ τους ἀπὸ τὶς κακόβουλες ἐπιθυμίες κάποιου Τούρκου, ἀναγκάσθηκαν νὰ τὸν φυγαδεύσουν στὴ Σμύρνη. ᾿Εκεῖ ὁ ᾿Αλέξανδρος βρῆκε ἐργασία στὸ σπίτι ἑνὸς Τούρκου πασᾆ, ὁ ὁποῖος εἴτε δι᾿ ἀπάτης εἴτε μὲ τὴ βία, κατόρθωσε νὰ τὸν πείσει νὰ ἀλλαξοπιστήσει. Μετὰ ἀπ᾿ αὐτὸ τὸ γεγονός, ὁ ᾿Αλέξανδρος ἐγκατέλειψε τὴ Σμύρνη καί, ἀφοῦ περιπλανήθηκε σὲ διάφορα μέρη, ἔφθασε στὴ Μέκκα, ὅπου προσκύνησε τὸν τάφο τοῦ Μωάμεθ καὶ ἔλαβε τὸ σχῆμα τοῦ δερβίση.
῾Ως δερβίσης πλέον περιόδευσε πόλεις καὶ χωριὰ τῆς ᾿Οθωμανικῆς αὐτοκρατορίας κηρύττοντας τὴ μωαμεθανικὴ θρησκεία. ῾Η συνείδησή του ὅμως, ποὺ δὲν εἶχε νεκρωθεῖ τελείως, ἄρχισε νὰ τὸν ἐλέγχει γιὰ τὸ ἁμάρτημά του, žσπου τέλος ἀνένηψε καὶ ἄρχισε νὰ κυοφορεῖ μέσα του τὴν ἰδέα τοῦ μαρτυρίου. ῎Ετσι ὁ ᾿Αλέξανδρος, ἔχοντας ἐξωτερικὰ τὸ σχῆμα τοῦ δερβίση, ἐσωτερικὰ ὅμως νιώθοντας χριστιανός, ζοῦσε ὡς διὰ Χριστὸν σαλὸς καὶ ἔλεγχε μὲ σκληρὰ λόγια τοὺς Τούρκους. Αὐτὴ ἡ συμπεριφορά του προβλημάτισε καὶ ἐξόργισε τόσο πολὺ τοὺς Τούρκους στὸ Ραχῆτι τῆς Αἰγύπτου, žστε ἀποφάσισαν νὰ τὸν φονεύσουν, κάτι τὸ ὁποῖο θὰ ἔκαμαν, ἂν ὁ ᾿Αλέξανδρος δὲν πληροφοροῦνταν τὸ γεγονὸς ἔγκαιρα καὶ δὲν δραπέτευε ἀπὸ ἐκεῖ.
Τὸ ἔτος 1784 ἐπισκέφθηκε τὴν πατρίδα του, τὴ Θεσσαλονίκη, χωρὶς ὅμως νὰ δώσει σημεῖα ἀναγνωρίσεως. ᾿Εκεῖ παρέμεινε γιὰ μικρὸ χρονικὸ διάστημα καὶ κατόπιν συνέχισε τὴν περιπλάνησή του σὲ διάφορα μέρη. Δέκα χρόνια ἀργότερα, τὸ ἔτος 1794, κατὰ τὴν περίοδο τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς, ὁ ᾿Αλέξανδρος ἔφθασε στὴ Χίο καὶ πῆγε σὲ κάποια ἐκκλησία γιὰ νὰ συμμετάσχει σὲ μία ἀκολουθία. ῎Εχοντας τὸ σχῆμα τοῦ δερβίση περιφερόταν ἄνετα ἀνάμεσα στοὺς Τούρκους, τοὺς ὁποίους ἔλεγχε γιὰ τὴν σκληρὴ καὶ ἀπάνθρωπη συμπεριφορά τους, ἐνῶ συγχρόνως τοὺς κήρυττε τὴ φιλανθρωπία, τὴ σωφροσύνη καὶ τὴν ἀρετή. ᾿Απὸ τὴν ἄλλη πάλι φερόταν μὲ πολλὴ γλυκύτητα καὶ πραότητα ἀπέναντι στοὺς χριστιανοὺς μὲ τοὺς ὁποίους ἐρχόταν σὲ ἐπαφή.
Στὴ Χίο δὲν παρέμεινε γιὰ πολύ πέρασε λοιπὸν ἀπέναντι στὴ Σμύρνη μὲ σκοπό, στὸν τόπο ὅπου ἀρνήθηκε τὴν πίστη του ἐκεῖ νὰ ἀποπλύνει καὶ τὸ ἁμάρτημά του μὲ τὴν ὁμολογία του. Μία ἑβδομάδα πρὶν ἀπὸ τὴν Πεντηκοστὴ καὶ ἡμέρα Τρίτη, παρουσιάσθηκε μπροστὰ στὸν κριτὴ τῆς πόλεως, ὅπου ὁμολόγησε μὲ παρρησία τὴν πίστη του στὸν ἕνα καὶ ἀληθινὸ Θεὸ καὶ κατόπιν πέταξε τὸ δερβίσικο κάλυμμα τῆς κεφαλῆς του καὶ φόρεσε τὸ χριστιανικό. Τὸ θέαμα αὐτὸ προκάλεσε τὴν ἔκπληξη καὶ συνάμα τὴν ὀργὴ τῶν παρισταμένων Τούρκων, οἱ ὁποῖοι στὴν ἀρχὴ ἐξέλαβαν τὸν ᾿Αλέξανδρο ὡς τρελλὸ καὶ προσπάθησαν μὲ τὰ λόγια νὰ τὸν μεταπείσουνÿ ὅταν ὅμως εἶδαν τὴν ἐμμονή του διέταξαν τὴ φυλάκισή του.
Τὴν ἑπόμενη ἡμέρα ὁ ᾿Αλέξανδρος ὁδηγήθηκε γιὰ δεύτερη φορὰ στὸ κριτήριο ὅπου παρ᾿ ὅλες τὶς ἀπειλὲς τῶν Τούρκων ἐμυκτήρισε καὶ πάλι τὴν πίστη στὸν Μωάμεθ καὶ ἐπειδὴ οὔτε μὲ τὶς κολακεῖες μπόρεσαν νὰ τὸν δελεάσουν τὸν ξαναοδήγησαν στὴ φυλακή.
῾Η ἡμέρα τῆς Παρασκευῆς θεωρεῖται ἀπὸ τοὺς Τούρκους ὡς ἐπίσημη καὶ σεβάσμια ἡμέρα, γι᾿ αὐτὸ καὶ συγκεντρώνονταν ὅλοι οἱ προύχοντες στὸν κριτὴ τῆς πόλεως καὶ μετέβαιναν ὅλοι μαζὶ στὸ τζαμὶ γιὰ νὰ προσευχηθοῦν. Αὐτὴν τὴν ἡμέρα λοιπὸν διάλεξαν γιὰ νὰ ὁδηγήσουν τὸν ᾿Αλέξανδρο καὶ πάλι στὸ κριτήριο γιὰ νὰ τὸν ἀνακρίνουν. ῾Ο ᾿Αλέξανδρος γιὰ τρίτη φορὰ ὁμολόγησε ἐνώπιον ὅλων τὴν πίστη του καὶ τὴν διάθεσή του νὰ μείνει σταθερὸς σ᾿ αὐτήνÿ μετὰ ἀπ᾿ αὐτὸ ἀποφασίσθηκε ἡ θανάτωσή του.
Καθ᾿ ὅλη τὴ διάρκεια τῆς πορείας πρὸς τὸν τόπο τῆς ἐκτελέσεως τῆς θανατικῆς του ποινῆς, οἱ θρησκευτικοὶ ἀρχηγοὶ τῶν Τούρκων δὲν ἔπαυσαν νὰ τὸν συμβουλεύουν καὶ νὰ προσπαθοῦν νὰ τὸν ἑλκύσουν καὶ νὰ τὸν πείσουν νὰ ἀλλαξοπιστήσει ἔστω καὶ τὴν τελευταία στιγμή. Κάθε προσπάθειά τους ὅμως παρέμεινε ἄκαρπη γιατὶ ἡ σκέψη καὶ ἡ καρδιὰ τοῦ ᾿Αλεξάνδρου ἦταν προσηλωμένη καὶ προσκολλημένη στὸ Χριστὸ καὶ τίποτε δὲν ἦταν ἱκανὸ νὰ τὴν ἀποσπάσει ἀπ᾿ Αὐτόν. Μάλιστα ἐπέδειξε θαυμαστὸ θάρρος καὶ γενναιότητα, διότι παρ᾿ ὅλη τὴ χρονοτριβὴ ποὺ σημειώθηκε ἐξαιτίας τῆς ἀναμονῆς τοῦ γιοῦ τοῦ κριτῆ, ὁ ὁποῖος ἤθελε νὰ παρακολουθήσει τὸ θέαμα, ἐντούτοις τὸ φρόνημά του παρέμεινε ἀκμαῖο καὶ οὔτε γιὰ μιὰ στιγμὴ δὲν φάνηκε νὰ δειλιάζει καὶ νὰ ὀλιγοψυχεῖ.
Στὶς 26 Μαΐου λοιπὸν τοῦ 1794 ὁ ᾿Αλέξανδρος ἀποκεφαλίσθηκε καὶ συγκαταριθμήθηκε στὸ χορὸ τῶν νεομαρτύρων.
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ὁ ΔΕΡΒΙΣΗΣ,
νεομάρτυς († 26.5.1794)
῾Ο νεομάρτυς ᾿Αλέξανδρος προέρχεται ἀπὸ τοὺς “ἐξ ἀρνησιχρίστων” νεομάρτυρες. ῾Ο συντάκτης τοῦ Βίου του, ποὺ περιλαμβάνεται στὸ Νέον Μαρτυρολόγιον τοῦ ὁσίου Νι-κοδήμου τοῦ ῾Αγιορείτου, δὲν ἀναφέρει τὸ λόγο ποὺ ὁδήγησε τὸν ᾿Αλέξανδρο στὴν ἐξωμοσία ἀλλὰ καὶ στὴν ἀπόφασή του νὰ γίνει δερβίσης. ῞Οπως ὅμως φαίνεται καὶ ἀπὸ τὸ Μαρτύριό του ἡ συνείδηση τοῦ ᾿Αλεξάνδρου τὸν ἔλεγχε ἔντονα γι᾿ αὐτή του τὴν πράξη, τόσο μάλιστα žστε ἀποφάσισε νὰ ζήσει πλέον ὡς διὰ Χριστὸν σαλός, -αὐτὸ δηλώνει ἡ ὅλη συμπεριφορά του-, καὶ τέλος νὰ μαρτυρήσει γιὰ νὰ ἐξαλείψει τὸ ἁμάρτημά του.
῾Ο ᾿Αλέξανδρος, ποὺ καταγόταν ἀπὸ τὴν Θεσσαλονίκη, ἔμενε στὴν περιοχὴ τῆς Λαοδηγίας ἢ Λαγωδιανῆς (σημερινὴ Λαοδηγήτρια). Οἱ γονεῖς του θέλοντας νὰ διαφυλάξουν τὴν σωφροσύνη τοῦ γιοῦ τους ἀπὸ τὶς κακόβουλες ἐπιθυμίες κάποιου Τούρκου, ἀναγκάσθηκαν νὰ τὸν φυγαδεύσουν στὴ Σμύρνη. ᾿Εκεῖ ὁ ᾿Αλέξανδρος βρῆκε ἐργασία στὸ σπίτι ἑνὸς Τούρκου πασᾆ, ὁ ὁποῖος εἴτε δι᾿ ἀπάτης εἴτε μὲ τὴ βία, κατόρθωσε νὰ τὸν πείσει νὰ ἀλλαξοπιστήσει. Μετὰ ἀπ᾿ αὐτὸ τὸ γεγονός, ὁ ᾿Αλέξανδρος ἐγκατέλειψε τὴ Σμύρνη καί, ἀφοῦ περιπλανήθηκε σὲ διάφορα μέρη, ἔφθασε στὴ Μέκκα, ὅπου προσκύνησε τὸν τάφο τοῦ Μωάμεθ καὶ ἔλαβε τὸ σχῆμα τοῦ δερβίση.
῾Ως δερβίσης πλέον περιόδευσε πόλεις καὶ χωριὰ τῆς ᾿Οθωμανικῆς αὐτοκρατορίας κηρύττοντας τὴ μωαμεθανικὴ θρησκεία. ῾Η συνείδησή του ὅμως, ποὺ δὲν εἶχε νεκρωθεῖ τελείως, ἄρχισε νὰ τὸν ἐλέγχει γιὰ τὸ ἁμάρτημά του, žσπου τέλος ἀνένηψε καὶ ἄρχισε νὰ κυοφορεῖ μέσα του τὴν ἰδέα τοῦ μαρτυρίου. ῎Ετσι ὁ ᾿Αλέξανδρος, ἔχοντας ἐξωτερικὰ τὸ σχῆμα τοῦ δερβίση, ἐσωτερικὰ ὅμως νιώθοντας χριστιανός, ζοῦσε ὡς διὰ Χριστὸν σαλὸς καὶ ἔλεγχε μὲ σκληρὰ λόγια τοὺς Τούρκους. Αὐτὴ ἡ συμπεριφορά του προβλημάτισε καὶ ἐξόργισε τόσο πολὺ τοὺς Τούρκους στὸ Ραχῆτι τῆς Αἰγύπτου, žστε ἀποφάσισαν νὰ τὸν φονεύσουν, κάτι τὸ ὁποῖο θὰ ἔκαμαν, ἂν ὁ ᾿Αλέξανδρος δὲν πληροφοροῦνταν τὸ γεγονὸς ἔγκαιρα καὶ δὲν δραπέτευε ἀπὸ ἐκεῖ.
Τὸ ἔτος 1784 ἐπισκέφθηκε τὴν πατρίδα του, τὴ Θεσσαλονίκη, χωρὶς ὅμως νὰ δώσει σημεῖα ἀναγνωρίσεως. ᾿Εκεῖ παρέμεινε γιὰ μικρὸ χρονικὸ διάστημα καὶ κατόπιν συνέχισε τὴν περιπλάνησή του σὲ διάφορα μέρη. Δέκα χρόνια ἀργότερα, τὸ ἔτος 1794, κατὰ τὴν περίοδο τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς, ὁ ᾿Αλέξανδρος ἔφθασε στὴ Χίο καὶ πῆγε σὲ κάποια ἐκκλησία γιὰ νὰ συμμετάσχει σὲ μία ἀκολουθία. ῎Εχοντας τὸ σχῆμα τοῦ δερβίση περιφερόταν ἄνετα ἀνάμεσα στοὺς Τούρκους, τοὺς ὁποίους ἔλεγχε γιὰ τὴν σκληρὴ καὶ ἀπάνθρωπη συμπεριφορά τους, ἐνῶ συγχρόνως τοὺς κήρυττε τὴ φιλανθρωπία, τὴ σωφροσύνη καὶ τὴν ἀρετή. ᾿Απὸ τὴν ἄλλη πάλι φερόταν μὲ πολλὴ γλυκύτητα καὶ πραότητα ἀπέναντι στοὺς χριστιανοὺς μὲ τοὺς ὁποίους ἐρχόταν σὲ ἐπαφή.
Στὴ Χίο δὲν παρέμεινε γιὰ πολύ πέρασε λοιπὸν ἀπέναντι στὴ Σμύρνη μὲ σκοπό, στὸν τόπο ὅπου ἀρνήθηκε τὴν πίστη του ἐκεῖ νὰ ἀποπλύνει καὶ τὸ ἁμάρτημά του μὲ τὴν ὁμολογία του. Μία ἑβδομάδα πρὶν ἀπὸ τὴν Πεντηκοστὴ καὶ ἡμέρα Τρίτη, παρουσιάσθηκε μπροστὰ στὸν κριτὴ τῆς πόλεως, ὅπου ὁμολόγησε μὲ παρρησία τὴν πίστη του στὸν ἕνα καὶ ἀληθινὸ Θεὸ καὶ κατόπιν πέταξε τὸ δερβίσικο κάλυμμα τῆς κεφαλῆς του καὶ φόρεσε τὸ χριστιανικό. Τὸ θέαμα αὐτὸ προκάλεσε τὴν ἔκπληξη καὶ συνάμα τὴν ὀργὴ τῶν παρισταμένων Τούρκων, οἱ ὁποῖοι στὴν ἀρχὴ ἐξέλαβαν τὸν ᾿Αλέξανδρο ὡς τρελλὸ καὶ προσπάθησαν μὲ τὰ λόγια νὰ τὸν μεταπείσουνÿ ὅταν ὅμως εἶδαν τὴν ἐμμονή του διέταξαν τὴ φυλάκισή του.
Τὴν ἑπόμενη ἡμέρα ὁ ᾿Αλέξανδρος ὁδηγήθηκε γιὰ δεύτερη φορὰ στὸ κριτήριο ὅπου παρ᾿ ὅλες τὶς ἀπειλὲς τῶν Τούρκων ἐμυκτήρισε καὶ πάλι τὴν πίστη στὸν Μωάμεθ καὶ ἐπειδὴ οὔτε μὲ τὶς κολακεῖες μπόρεσαν νὰ τὸν δελεάσουν τὸν ξαναοδήγησαν στὴ φυλακή.
῾Η ἡμέρα τῆς Παρασκευῆς θεωρεῖται ἀπὸ τοὺς Τούρκους ὡς ἐπίσημη καὶ σεβάσμια ἡμέρα, γι᾿ αὐτὸ καὶ συγκεντρώνονταν ὅλοι οἱ προύχοντες στὸν κριτὴ τῆς πόλεως καὶ μετέβαιναν ὅλοι μαζὶ στὸ τζαμὶ γιὰ νὰ προσευχηθοῦν. Αὐτὴν τὴν ἡμέρα λοιπὸν διάλεξαν γιὰ νὰ ὁδηγήσουν τὸν ᾿Αλέξανδρο καὶ πάλι στὸ κριτήριο γιὰ νὰ τὸν ἀνακρίνουν. ῾Ο ᾿Αλέξανδρος γιὰ τρίτη φορὰ ὁμολόγησε ἐνώπιον ὅλων τὴν πίστη του καὶ τὴν διάθεσή του νὰ μείνει σταθερὸς σ᾿ αὐτήνÿ μετὰ ἀπ᾿ αὐτὸ ἀποφασίσθηκε ἡ θανάτωσή του.
Καθ᾿ ὅλη τὴ διάρκεια τῆς πορείας πρὸς τὸν τόπο τῆς ἐκτελέσεως τῆς θανατικῆς του ποινῆς, οἱ θρησκευτικοὶ ἀρχηγοὶ τῶν Τούρκων δὲν ἔπαυσαν νὰ τὸν συμβουλεύουν καὶ νὰ προσπαθοῦν νὰ τὸν ἑλκύσουν καὶ νὰ τὸν πείσουν νὰ ἀλλαξοπιστήσει ἔστω καὶ τὴν τελευταία στιγμή. Κάθε προσπάθειά τους ὅμως παρέμεινε ἄκαρπη γιατὶ ἡ σκέψη καὶ ἡ καρδιὰ τοῦ ᾿Αλεξάνδρου ἦταν προσηλωμένη καὶ προσκολλημένη στὸ Χριστὸ καὶ τίποτε δὲν ἦταν ἱκανὸ νὰ τὴν ἀποσπάσει ἀπ᾿ Αὐτόν. Μάλιστα ἐπέδειξε θαυμαστὸ θάρρος καὶ γενναιότητα, διότι παρ᾿ ὅλη τὴ χρονοτριβὴ ποὺ σημειώθηκε ἐξαιτίας τῆς ἀναμονῆς τοῦ γιοῦ τοῦ κριτῆ, ὁ ὁποῖος ἤθελε νὰ παρακολουθήσει τὸ θέαμα, ἐντούτοις τὸ φρόνημά του παρέμεινε ἀκμαῖο καὶ οὔτε γιὰ μιὰ στιγμὴ δὲν φάνηκε νὰ δειλιάζει καὶ νὰ ὀλιγοψυχεῖ.
Στὶς 26 Μαΐου λοιπὸν τοῦ 1794 ὁ ᾿Αλέξανδρος ἀποκεφαλίσθηκε καὶ συγκαταριθμήθηκε στὸ χορὸ τῶν νεομαρτύρων.
«Πάροικος εγώ εἰμι ἐν τῇ γῇ. Μὴ ἀποκρύψῃς ἀπ᾿ ἐμοῦ τὰς ἐντολάς Σου»
Re: Θεσσαλονικείς Άγιοι
28 Μαΐου καὶ Ζ¢ Κυριακὴ ἀπὸ τοῦ Πάσχα
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ,
ἐπίσκοπος Θεσσαλονίκης (ἀρχές 4ου αἰ.)
[ἐκ τῶν πατέρων τῆς Α¢ Οἰκουμενικῆς Συνόδου]
Μεταξὺ τῶν πατέρων ποὺ μετεῖχαν στὴν Α¢ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, στὴν ὁποία καταδικάστηκε ἡ αἵρεση τοῦ ᾿Αρείου, συγκαταριθμεῖται καὶ ὁ ἐπίσκοπος Θεσσαλονίκης ᾿Αλέξανδρος, ὁ ὁποῖος, ὅπως ἐξάγεται ἀπὸ τὶς σωζόμενες μαρτυρίες γιὰ τὸ πρόσωπό του, μετεῖχε ἐνεργὰ στὸν ἀγώνα τοῦ Μ. ᾿Αθανασίου κατὰ τῶν ᾿Αρειανῶν καὶ διεδραμάτισε σημαίνοντα ρόλο “ἀπολαύων ἰδιαιτέρας τιμῆς καὶ κύρους ὡς ἡγέτης, ἐκπρόσωπος τῆς ᾿Εκκλησίας τοῦ ᾿Ανατολικοῦ ᾿Ιλλυρικοῦ”.
Σύμφωνα μὲ τὸν Γελάσιο Κυζίκου, ὁ ᾿Αλέξανδρος ὑπογράφει στὴ Σύνοδο τῆς Νικαίας ὡς “᾿Αλέξανδρος Θεσσαλονίκης διὰ τῶν ὑπ᾿ αὐτὸν τελούντων, ταῖς κατὰ Μακεδονίαν πρώτην καὶ δευτέραν σὺν τῇ ῾Ελλάδι, τήν τε Εὐρώπην πᾆσαν, Σκυθίαν ἑκατέραν, καὶ ταῖς κατὰ τὸ ᾿Ιλλυρικὸν ἁπάσαις, Θεσσαλίαν τε καὶ ᾿Αχαΐαν” (PG 85, 1312A). Στὸ ἔργο τοῦ Μ. ᾿Αθανασίου, ᾿Απολογητικὸς κατὰ ᾿Αρειανῶν, συμπεριλαμβάνονται δύο ἐπιστολὲς ποὺ ἀνήκουν στὸν ἐπίσκοπο ᾿Αλέξανδρο, ὅπως πιστοποιεῖ ὁ ἴδιος ὁ Μ. ᾿Αθανάσιος (“ἵνα μὴ ταῖς παρὰ τῶν πολλῶν γραφείσαις ἐπιστολαῖς χρήσομαι, ἀρκεῖ μόνον τὴν ᾿Αλεξάνδρου τοῦ ἐπισκόπου Θεσσαλονίκης παραθέσθαι”). Πρόκειται α) γιὰ μία ἐπιστολὴ ποὺ ἀπέστειλε στὸν Μ. ᾿Αθανάσιο τὸ ἔτος 322 (“Κυρίῳ ἀγαπητῷ υἱῷ καὶ ὁμοψύχῳ συλλειτουργῷ ᾿Αθανασίῳ ᾿Αλεξανδρείας”), στὴν ὁποία ἐκφράζει τὴ χαρά του, διότι οἱ κατηγορίες ὅτι ὁ Μ. ᾿Αθανάσιος ὑπῆρξε ὁ ἠθικὸς αὐτουργὸς γιὰ τὴ δολοφονία τοῦ μελιτιανοῦ ἐπισκόπου ᾿Αρσενίου, ἀποδείχθηκαν ψευδεῖς, καὶ β) γιὰ μία ἐπιστολὴ πρὸς τὸν αὐτοκρατορικὸ ἐπίτροπο κόμητα Διονύσιο (“Ταῦτα δεξάμενος ᾿Αλέξανδρος ὁ ἐπίσκοπος τῆς Θεσσαλονίκης, ἔγραψε Διονυσίῳ τῷ κόμητι ταῦτα”), στὴν ὁποία καταγγέλλει τὶς σκευωρίες τῶν αἱρετικῶν ἐπισκόπων ποὺ μετεῖχαν στὴ σύνοδο τῆς Τύρου (335) κατὰ τοῦ Μ. ᾿Αθανασίου.
Στὸ ἴδιο ἔργο του ὁ Μ. ᾿Αθανάσιος ψέγει τοὺς ᾿Αρειανούς, οἱ ὁποῖοι προσπαθοῦσαν νὰ ἐμφανίσουν τὸν ᾿Αλέξανδρο ὡς συναυτουργὸ σὲ ἐγκληματικὲς ἐνέργειες ποὺ εἶχαν διαπράξει ὁμόφρονές τους: “Ταῦτα καὶ ᾿Αλέξανδρος ἐν νῷ λαβὼν ὁ τῆς Θεσσαλονίκης ἐπίσκοπος, γράφει πρὸς τοὺς ἐκεῖ μείναντας τὴν σκευωρίαν ἐλέγχων, καὶ τὴν ἐπιβουλὴν μαρτυρόμενοςÿ ὃν κἂν συναριθμῶσιν ἑαυτοῖς, καὶ τῆς ἐπιβουλῆς μετρῶσιν ἕνα, οὐδὲν ἄλλο ἢ κατ᾿ ἐκεῖνον τὴν βίαν δεικνύουσι”.
Τὴ συμμετοχὴ τοῦ ᾿Αλεξάνδρου Θεσσαλονίκης στὴ σύνοδο τῆς Τύρου, ἀλλὰ καὶ στὰ ἐγκαίνια τοῦ ναοῦ τῆς ᾿Αναστάσεως στὰ ῾Ιεροσόλυμα στὶς 17 Σεπτεμβρίου 335, ἐπιβεβαιώνει ἔμμεσα καὶ ὁ Εὐσέβιος Καισαρείας στὸ Βίο τοῦ Μ. Κωνσταντίνου (4, 23): “Μακεδόνες τὸν παρ᾿ αὐτοῖς μητροπόλεως παρέπεμπον”.
Σχετικὰ μὲ τὴν οἰκουμενικῶν διαστάσεων δραστηριότητα τοῦ ἐπισκόπου ᾿Αλεξάνδρου, πρέπει νὰ σημειωθεῖ καὶ ἡ ἄποψη ὁρισμένων ἐρευνητῶν ὅτι ἡ ἐπιστολὴ τοῦ ᾿Αλεξάνδρου ᾿Αλεξανδρείας, τὴν ὁποία συμπεριέλαβε ὁ Θεοδώρητος Κύρου στὴν ᾿Εκκλησιαστικὴ ῾Ιστορία του, καὶ στὴν ὁποία στιγματίζεται ἡ αἵρεση τοῦ ᾿Αρειανισμοῦ, ἀπευθύνεται στὸν ᾿Αλέξανδρο Θεσσαλονίκης καὶ ὄχι στὸν ᾿Αλέξανδρο Κωνσταντινουπόλεως.
Τέλος, δύο ἰδιαίτερα σημαντικὲς ἀπὸ ἁγιολογικῆς πλευρᾆς πληροφορίες σχετίζονται μὲ τὴν ἐπισκοπικὴ δράση τοῦ ᾿Αλεξάνδρου στὴ Θεσσαλονίκη: στὴ Διήγηση τοῦ ἡγουμένου τῆς μονῆς ᾿Ακαπνίου, ᾿Ιγνατίου, γιὰ τὸ περίφημο ψηφιδωτὸ τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ στὴ μονὴ Λατόμου, ἐξιστορεῖται διεξοδικῶς ἡ κατήχηση καὶ ἡ βάπτιση τῆς Θεοδώρας, κόρης τοῦ Μαξιμιανοῦ (βλ. λῆμμα) ἀπὸ τὸν ἐπίσκοπο τῆς πόλεως ᾿Αλέξανδρο (“᾿Ετελεῖτο δὲ τότε ἄρα τῷ ἀρχιερεῖ τῶν πιστῶν -᾿Αλέξανδρος δὲ οὗτος ἦν ὁ ἱερός- θυσία ἡ ἀναίμακτος”).
῾Η δεύτερη μαρτυρία προέρχεται ἀπὸ τὸ συναξάριο τῆς ἁγίας μάρτυρος Ματρώνης τῆς ἐν Θεσσαλονίκῃ (βλ. λῆμμα), ποὺ περιλαμβάνεται στὸ Κωνσταντινουπολιτικὸ Συναξάριο, ἀλλὰ καὶ σὲ ἄλλα βυζαντινὰ συναξάρια. Μετὰ τὸ τέλος τῶν διωγμῶν, ὁ ἐπίσκοπος Θεσσαλονίκης ᾿Αλέξανδρος, πρῶτος ἐπίσκοπος τῆς ᾿Εκκλησίας τῆς Θεσσαλονίκης μετὰ τὸ διάταγμα τῶν Μεδιολάνων (313), μετέφερε τὸ μαρτυρικό της λείψανο μέσα στὴν πόλη καὶ “ἐκκλησίαν κτίσας ἐκεῖσε ἀπέθετο τὴν μακαρίαν καὶ ἀοίδιμον ὁσίως καὶ εὐσεβῶς”.
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ,
ἐπίσκοπος Θεσσαλονίκης (ἀρχές 4ου αἰ.)
[ἐκ τῶν πατέρων τῆς Α¢ Οἰκουμενικῆς Συνόδου]
Μεταξὺ τῶν πατέρων ποὺ μετεῖχαν στὴν Α¢ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, στὴν ὁποία καταδικάστηκε ἡ αἵρεση τοῦ ᾿Αρείου, συγκαταριθμεῖται καὶ ὁ ἐπίσκοπος Θεσσαλονίκης ᾿Αλέξανδρος, ὁ ὁποῖος, ὅπως ἐξάγεται ἀπὸ τὶς σωζόμενες μαρτυρίες γιὰ τὸ πρόσωπό του, μετεῖχε ἐνεργὰ στὸν ἀγώνα τοῦ Μ. ᾿Αθανασίου κατὰ τῶν ᾿Αρειανῶν καὶ διεδραμάτισε σημαίνοντα ρόλο “ἀπολαύων ἰδιαιτέρας τιμῆς καὶ κύρους ὡς ἡγέτης, ἐκπρόσωπος τῆς ᾿Εκκλησίας τοῦ ᾿Ανατολικοῦ ᾿Ιλλυρικοῦ”.
Σύμφωνα μὲ τὸν Γελάσιο Κυζίκου, ὁ ᾿Αλέξανδρος ὑπογράφει στὴ Σύνοδο τῆς Νικαίας ὡς “᾿Αλέξανδρος Θεσσαλονίκης διὰ τῶν ὑπ᾿ αὐτὸν τελούντων, ταῖς κατὰ Μακεδονίαν πρώτην καὶ δευτέραν σὺν τῇ ῾Ελλάδι, τήν τε Εὐρώπην πᾆσαν, Σκυθίαν ἑκατέραν, καὶ ταῖς κατὰ τὸ ᾿Ιλλυρικὸν ἁπάσαις, Θεσσαλίαν τε καὶ ᾿Αχαΐαν” (PG 85, 1312A). Στὸ ἔργο τοῦ Μ. ᾿Αθανασίου, ᾿Απολογητικὸς κατὰ ᾿Αρειανῶν, συμπεριλαμβάνονται δύο ἐπιστολὲς ποὺ ἀνήκουν στὸν ἐπίσκοπο ᾿Αλέξανδρο, ὅπως πιστοποιεῖ ὁ ἴδιος ὁ Μ. ᾿Αθανάσιος (“ἵνα μὴ ταῖς παρὰ τῶν πολλῶν γραφείσαις ἐπιστολαῖς χρήσομαι, ἀρκεῖ μόνον τὴν ᾿Αλεξάνδρου τοῦ ἐπισκόπου Θεσσαλονίκης παραθέσθαι”). Πρόκειται α) γιὰ μία ἐπιστολὴ ποὺ ἀπέστειλε στὸν Μ. ᾿Αθανάσιο τὸ ἔτος 322 (“Κυρίῳ ἀγαπητῷ υἱῷ καὶ ὁμοψύχῳ συλλειτουργῷ ᾿Αθανασίῳ ᾿Αλεξανδρείας”), στὴν ὁποία ἐκφράζει τὴ χαρά του, διότι οἱ κατηγορίες ὅτι ὁ Μ. ᾿Αθανάσιος ὑπῆρξε ὁ ἠθικὸς αὐτουργὸς γιὰ τὴ δολοφονία τοῦ μελιτιανοῦ ἐπισκόπου ᾿Αρσενίου, ἀποδείχθηκαν ψευδεῖς, καὶ β) γιὰ μία ἐπιστολὴ πρὸς τὸν αὐτοκρατορικὸ ἐπίτροπο κόμητα Διονύσιο (“Ταῦτα δεξάμενος ᾿Αλέξανδρος ὁ ἐπίσκοπος τῆς Θεσσαλονίκης, ἔγραψε Διονυσίῳ τῷ κόμητι ταῦτα”), στὴν ὁποία καταγγέλλει τὶς σκευωρίες τῶν αἱρετικῶν ἐπισκόπων ποὺ μετεῖχαν στὴ σύνοδο τῆς Τύρου (335) κατὰ τοῦ Μ. ᾿Αθανασίου.
Στὸ ἴδιο ἔργο του ὁ Μ. ᾿Αθανάσιος ψέγει τοὺς ᾿Αρειανούς, οἱ ὁποῖοι προσπαθοῦσαν νὰ ἐμφανίσουν τὸν ᾿Αλέξανδρο ὡς συναυτουργὸ σὲ ἐγκληματικὲς ἐνέργειες ποὺ εἶχαν διαπράξει ὁμόφρονές τους: “Ταῦτα καὶ ᾿Αλέξανδρος ἐν νῷ λαβὼν ὁ τῆς Θεσσαλονίκης ἐπίσκοπος, γράφει πρὸς τοὺς ἐκεῖ μείναντας τὴν σκευωρίαν ἐλέγχων, καὶ τὴν ἐπιβουλὴν μαρτυρόμενοςÿ ὃν κἂν συναριθμῶσιν ἑαυτοῖς, καὶ τῆς ἐπιβουλῆς μετρῶσιν ἕνα, οὐδὲν ἄλλο ἢ κατ᾿ ἐκεῖνον τὴν βίαν δεικνύουσι”.
Τὴ συμμετοχὴ τοῦ ᾿Αλεξάνδρου Θεσσαλονίκης στὴ σύνοδο τῆς Τύρου, ἀλλὰ καὶ στὰ ἐγκαίνια τοῦ ναοῦ τῆς ᾿Αναστάσεως στὰ ῾Ιεροσόλυμα στὶς 17 Σεπτεμβρίου 335, ἐπιβεβαιώνει ἔμμεσα καὶ ὁ Εὐσέβιος Καισαρείας στὸ Βίο τοῦ Μ. Κωνσταντίνου (4, 23): “Μακεδόνες τὸν παρ᾿ αὐτοῖς μητροπόλεως παρέπεμπον”.
Σχετικὰ μὲ τὴν οἰκουμενικῶν διαστάσεων δραστηριότητα τοῦ ἐπισκόπου ᾿Αλεξάνδρου, πρέπει νὰ σημειωθεῖ καὶ ἡ ἄποψη ὁρισμένων ἐρευνητῶν ὅτι ἡ ἐπιστολὴ τοῦ ᾿Αλεξάνδρου ᾿Αλεξανδρείας, τὴν ὁποία συμπεριέλαβε ὁ Θεοδώρητος Κύρου στὴν ᾿Εκκλησιαστικὴ ῾Ιστορία του, καὶ στὴν ὁποία στιγματίζεται ἡ αἵρεση τοῦ ᾿Αρειανισμοῦ, ἀπευθύνεται στὸν ᾿Αλέξανδρο Θεσσαλονίκης καὶ ὄχι στὸν ᾿Αλέξανδρο Κωνσταντινουπόλεως.
Τέλος, δύο ἰδιαίτερα σημαντικὲς ἀπὸ ἁγιολογικῆς πλευρᾆς πληροφορίες σχετίζονται μὲ τὴν ἐπισκοπικὴ δράση τοῦ ᾿Αλεξάνδρου στὴ Θεσσαλονίκη: στὴ Διήγηση τοῦ ἡγουμένου τῆς μονῆς ᾿Ακαπνίου, ᾿Ιγνατίου, γιὰ τὸ περίφημο ψηφιδωτὸ τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ στὴ μονὴ Λατόμου, ἐξιστορεῖται διεξοδικῶς ἡ κατήχηση καὶ ἡ βάπτιση τῆς Θεοδώρας, κόρης τοῦ Μαξιμιανοῦ (βλ. λῆμμα) ἀπὸ τὸν ἐπίσκοπο τῆς πόλεως ᾿Αλέξανδρο (“᾿Ετελεῖτο δὲ τότε ἄρα τῷ ἀρχιερεῖ τῶν πιστῶν -᾿Αλέξανδρος δὲ οὗτος ἦν ὁ ἱερός- θυσία ἡ ἀναίμακτος”).
῾Η δεύτερη μαρτυρία προέρχεται ἀπὸ τὸ συναξάριο τῆς ἁγίας μάρτυρος Ματρώνης τῆς ἐν Θεσσαλονίκῃ (βλ. λῆμμα), ποὺ περιλαμβάνεται στὸ Κωνσταντινουπολιτικὸ Συναξάριο, ἀλλὰ καὶ σὲ ἄλλα βυζαντινὰ συναξάρια. Μετὰ τὸ τέλος τῶν διωγμῶν, ὁ ἐπίσκοπος Θεσσαλονίκης ᾿Αλέξανδρος, πρῶτος ἐπίσκοπος τῆς ᾿Εκκλησίας τῆς Θεσσαλονίκης μετὰ τὸ διάταγμα τῶν Μεδιολάνων (313), μετέφερε τὸ μαρτυρικό της λείψανο μέσα στὴν πόλη καὶ “ἐκκλησίαν κτίσας ἐκεῖσε ἀπέθετο τὴν μακαρίαν καὶ ἀοίδιμον ὁσίως καὶ εὐσεβῶς”.
«Πάροικος εγώ εἰμι ἐν τῇ γῇ. Μὴ ἀποκρύψῃς ἀπ᾿ ἐμοῦ τὰς ἐντολάς Σου»
