Παιδικές αναμνήσεις: Το σακκάκι

Διάφορα Θέματα που δεν μπορούν να είναι σε άλλη κατηγορία

Συντονιστής: Συντονιστές

Απάντηση
toula
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 51160
Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ

Παιδικές αναμνήσεις: Το σακκάκι

Δημοσίευση από toula »

Ο Παππούς μου ο Νίκος δεν ήταν μόνο καλός γιατρός, αλλά και καλός άνθρωπος. To απέδειξε με την προσφορά του σε ανθρώπους που ήταν ανήμποροι, άποροους, άστεγους, που τους περιέθαλπε στην κλινική του, έστω και «με το στανιό», θα μπορούσα να γρά­ψω ένα ολόκληρο βιβλίο γι' αυτά, αλλά θα περιορισθώ μόνο σ' ένα, που όμως λέει πολλά.Δεν ξέρω σε ποια περίοδο της κατοχής, βρέθηκε στην πόλη μας ένας Άγγλος αξιωματικός. Υποθέτω, τώρα που είμαι μεγά­λη, ότι είχε κάποια αποστολή, και μετά θα έφευγε με κανένα καΐκι. Αλλά τον πρόδωσαν; ποιός ξέρει... Κι έπεσε γενναίο το πιστολίδι εκεί, στην πρώτη γέ­φυρα του ποταμού της περιοχής μας, που ήταν κοντά στην κλι­νική του παππού.

Μόλις κόπασε η φασαρία, βγήκε ο παππούς μου, είδε έναν τραυματισμένο και με κίνδυνο της ζωής του τον έσυρε άπ' τις μασχάλες στήν κλινική του. Τον έκρυψε στην ίματιοθήκη και απαγόρευσε την είσοδο σε όλους.

«Άγιο είχανε κι οι δυό», έλε­γε με δάκρυα η γιαγιά μου. Δεν ξέρω για πόσο καιρό νοσηλεύ­τηκε εκεί- δυό μήνες ίσως; Τό σίγουρο είναι ότι κάποιο βράδυ φυγαδεύτηκε... Το γεγονός αυτό, που σαν παιδάκια δεν ξέραμε, επηρέα­σε την οικογένεια μας. Καί δείτε πως: Όταν το κλίμα της εποχής είχε βαρύνει και οι Γερμανοί εκτελούσαν αβέρτα, ακόμη και μικρά παιδιά, οι διαταγές ήταν αμείλικτες: "Οποιος κατέχει κάτι αγγλικό να το παραδώσει, ειδ' άλλως, «καπούτ»...

΄Ετσι ο παππούς μου φθάνει ένα βράδυ στο σπίτι μας μ' ένα δέμα τυλιγμένο σε εφημερίδες και λέει στη μαμά: «Νά' χεις την ευχή μου, κορούλα μου, πέτα­ξε το αυτό στο ποτάμι, όταν κα­τεβάσει νερό, γιατί θα βρούμε μεγάλο μπελά με δαύτο». Ανοίγει η μητέρα μου το δέ­μα, και τι βλέπουμε; ένα σακκάκι αξιωματικού της αεροπορίας, και μάλιστα αγγλικό! Το ξέχασε ο 'Αγγλος στη ντουλάπα, πρέ­πει να το εξαφανίσουμε...Η μα­νούλα μου συφοριάστηκε, όπως λέμε στην Καλαμάτα. Αλλά είχε μπεί ήδη στον χορό...

Το ποτάμι μας, ο Νέδων, περ­νούσε άπ' τό κέντρο της πόλης, και η μάντρα πούυτο χώριζε άπ' το σπίτι μας ήταν πολύ κοντά. Έτσι εγώ πήρα τό σκαμνάκι μου στο μπαλκόνι, εγκαταστάθηκα και περίμενα να κατέβει τό νε­ρό. Και να' χεΐς καί τους γονείς να σε φωνάζουνε: «΄Ελα μέσα, θά πουντιάσεις».

«Βίνα, έλα, σε θέλω». Και τι βλέπω; Η μάννα μου να κρατάει μια μεζούρα, και άρχισε να με­τράει το ύψος, την πλάτη, όπως οι μοδίστρες. Κλείστηκε στο δω­μάτιο της, κι άκουγα μόνο τόν θόρυβο της ραπτομηχανής...

Την άλλη μέρα μπαίνει στο δωμάτιο μου περιχαρής: «Κοίτα τι σούφτιαξα!».΄Εμεινα ξερή. Βρέπου το ξέρω, που το ξέρω αυτό το φουστανάκι... «Είναι το σακκάκι», μου λέει χαμηλόφωνα, «είμαι σίγουρη ότι κανείς δεν θα το καταλάβει, θα στο έριχνα, βρε κουτό, εγώ;».

Αριστερά και δεξιά είχε βά­λει δυο τσέπες σε σχήμα φακέλλου - ίσως για να καλύψει κάτι... Παρ' όλα αυτά, πήρα την... ηρω­ική απόφαση να το φορέσω στο σχολείο, και για ενίσχυση πήρα μαζί και τή μαμά μου, παρ' όλο που το σχολείο ήταν λίγα μόνο μέτρα από το σπίτι μας.

Κοιτάξτε όμως σύμπτωση! Δεν είχαμε κάνει δύο βήματα, και νάσου μπροστά μας μια γερμανική περίπολος! Που βρήκε τόση ψυχραιμία η μαμά μου, απορώ: «Ψηλά το κεφάλι, Βίνα, και κάνε την αδιάφορη!».

Οι δύο... αδιάφορες, μάννα και κόρη, φτάσαμε στο σχολείο, αλλά το βαρύ βάδισμα των Γερ­μανών θα μου μείνει αξέχαστο. ' Ασε πού τραγουδάγανε κι από πάνω: «'Ολαρία όλαρά...».

Ανέβηκα λαχανιασμένη τα σκαλοπάτια και χώθηκα βια­στικά στο θρανίο μου. Νόμιζα ότι όλοι οι Γερμανοί του κόσμου με κυνηγούσανε λόγω του σακκακιού! Aπ' τις συμμαθήτριές μου όμως πήρα κουράγιο: «Τι ωραίο φουστάνι, με γειά σου!». «Αμήν, Παναγίτσα μου», έλεγα από μέσα μου.

Τήν άλλη μέρα τρεις-τέσσερις μαμάδες ήρθαν να ξεσηκώσουν το σχέδιο του φουστανιού με τους φακέλλους.Έτσι η μαμά μου, χωρίς να το θέλει, λαν­σάρισε μόδα...Έμενα όμως με υποδεχόντουσαν στην τάξη με το «Καλώς τον ταχυδρόμο». Μ' άρεσε όμως! Τον ίδιο χρόνο τελείωσε η Κατοχή, κι οι Γερμανοί πήγαν «στον αγύριστο», όπως έλεγε η γιαγιά μου.
Το φουστάνι, μετά, ξεχάστη­κε. Μιά μέρα όμως λέω: «θέλω να φορέσω τους "φακέλλους"» «΄Αστο, τώρα έχουμε ρούχα».
«Όχι, το θέλω». Το φόρεσα, κατέβηκα τα σκαλιά του σπιτιού κι άρχισα να περπατώ με καμά­ρι, έχοντας μπροστά μου μια αόρατη μπάντα, που έπαιζε το εμβατήριο «Η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει». «Παρήλασα» γύρω από το τετράγωνο του σπιτιού μου, γιατί ήμουν η μόνη μαθητριούλα τής Α' Δημοτικού που είχε κάνει αντίσταση κατά των Γερμανών φορώντας ΣΤΡΑΤΙΩ­ΤΙΚΟ ΑΓΓΛΙΚΟ ΣΑΚΚΑΚΙ!

Περιοδικό "O κόσμος της Ελληνίδος", Δεκέμβριος 2014

http://www.orthmad.gr
Απάντηση

Επιστροφή στο “Διάφορα Θέματα”