Παιδικές αναμνήσεις: Το σακκάκι
Δημοσιεύτηκε: Κυρ Δεκ 28, 2014 4:18 pm
Ο Παππούς μου ο Νίκος δεν ήταν μόνο καλός γιατρός, αλλά και καλός άνθρωπος. To απέδειξε με την προσφορά του σε ανθρώπους που ήταν ανήμποροι, άποροους, άστεγους, που τους περιέθαλπε στην κλινική του, έστω και «με το στανιό», θα μπορούσα να γράψω ένα ολόκληρο βιβλίο γι' αυτά, αλλά θα περιορισθώ μόνο σ' ένα, που όμως λέει πολλά.Δεν ξέρω σε ποια περίοδο της κατοχής, βρέθηκε στην πόλη μας ένας Άγγλος αξιωματικός. Υποθέτω, τώρα που είμαι μεγάλη, ότι είχε κάποια αποστολή, και μετά θα έφευγε με κανένα καΐκι. Αλλά τον πρόδωσαν; ποιός ξέρει... Κι έπεσε γενναίο το πιστολίδι εκεί, στην πρώτη γέφυρα του ποταμού της περιοχής μας, που ήταν κοντά στην κλινική του παππού.
Μόλις κόπασε η φασαρία, βγήκε ο παππούς μου, είδε έναν τραυματισμένο και με κίνδυνο της ζωής του τον έσυρε άπ' τις μασχάλες στήν κλινική του. Τον έκρυψε στην ίματιοθήκη και απαγόρευσε την είσοδο σε όλους.
«Άγιο είχανε κι οι δυό», έλεγε με δάκρυα η γιαγιά μου. Δεν ξέρω για πόσο καιρό νοσηλεύτηκε εκεί- δυό μήνες ίσως; Τό σίγουρο είναι ότι κάποιο βράδυ φυγαδεύτηκε... Το γεγονός αυτό, που σαν παιδάκια δεν ξέραμε, επηρέασε την οικογένεια μας. Καί δείτε πως: Όταν το κλίμα της εποχής είχε βαρύνει και οι Γερμανοί εκτελούσαν αβέρτα, ακόμη και μικρά παιδιά, οι διαταγές ήταν αμείλικτες: "Οποιος κατέχει κάτι αγγλικό να το παραδώσει, ειδ' άλλως, «καπούτ»...
΄Ετσι ο παππούς μου φθάνει ένα βράδυ στο σπίτι μας μ' ένα δέμα τυλιγμένο σε εφημερίδες και λέει στη μαμά: «Νά' χεις την ευχή μου, κορούλα μου, πέταξε το αυτό στο ποτάμι, όταν κατεβάσει νερό, γιατί θα βρούμε μεγάλο μπελά με δαύτο». Ανοίγει η μητέρα μου το δέμα, και τι βλέπουμε; ένα σακκάκι αξιωματικού της αεροπορίας, και μάλιστα αγγλικό! Το ξέχασε ο 'Αγγλος στη ντουλάπα, πρέπει να το εξαφανίσουμε...Η μανούλα μου συφοριάστηκε, όπως λέμε στην Καλαμάτα. Αλλά είχε μπεί ήδη στον χορό...
Το ποτάμι μας, ο Νέδων, περνούσε άπ' τό κέντρο της πόλης, και η μάντρα πούυτο χώριζε άπ' το σπίτι μας ήταν πολύ κοντά. Έτσι εγώ πήρα τό σκαμνάκι μου στο μπαλκόνι, εγκαταστάθηκα και περίμενα να κατέβει τό νερό. Και να' χεΐς καί τους γονείς να σε φωνάζουνε: «΄Ελα μέσα, θά πουντιάσεις».
«Βίνα, έλα, σε θέλω». Και τι βλέπω; Η μάννα μου να κρατάει μια μεζούρα, και άρχισε να μετράει το ύψος, την πλάτη, όπως οι μοδίστρες. Κλείστηκε στο δωμάτιο της, κι άκουγα μόνο τόν θόρυβο της ραπτομηχανής...
Την άλλη μέρα μπαίνει στο δωμάτιο μου περιχαρής: «Κοίτα τι σούφτιαξα!».΄Εμεινα ξερή. Βρέπου το ξέρω, που το ξέρω αυτό το φουστανάκι... «Είναι το σακκάκι», μου λέει χαμηλόφωνα, «είμαι σίγουρη ότι κανείς δεν θα το καταλάβει, θα στο έριχνα, βρε κουτό, εγώ;».
Αριστερά και δεξιά είχε βάλει δυο τσέπες σε σχήμα φακέλλου - ίσως για να καλύψει κάτι... Παρ' όλα αυτά, πήρα την... ηρωική απόφαση να το φορέσω στο σχολείο, και για ενίσχυση πήρα μαζί και τή μαμά μου, παρ' όλο που το σχολείο ήταν λίγα μόνο μέτρα από το σπίτι μας.
Κοιτάξτε όμως σύμπτωση! Δεν είχαμε κάνει δύο βήματα, και νάσου μπροστά μας μια γερμανική περίπολος! Που βρήκε τόση ψυχραιμία η μαμά μου, απορώ: «Ψηλά το κεφάλι, Βίνα, και κάνε την αδιάφορη!».
Οι δύο... αδιάφορες, μάννα και κόρη, φτάσαμε στο σχολείο, αλλά το βαρύ βάδισμα των Γερμανών θα μου μείνει αξέχαστο. ' Ασε πού τραγουδάγανε κι από πάνω: «'Ολαρία όλαρά...».
Ανέβηκα λαχανιασμένη τα σκαλοπάτια και χώθηκα βιαστικά στο θρανίο μου. Νόμιζα ότι όλοι οι Γερμανοί του κόσμου με κυνηγούσανε λόγω του σακκακιού! Aπ' τις συμμαθήτριές μου όμως πήρα κουράγιο: «Τι ωραίο φουστάνι, με γειά σου!». «Αμήν, Παναγίτσα μου», έλεγα από μέσα μου.
Τήν άλλη μέρα τρεις-τέσσερις μαμάδες ήρθαν να ξεσηκώσουν το σχέδιο του φουστανιού με τους φακέλλους.Έτσι η μαμά μου, χωρίς να το θέλει, λανσάρισε μόδα...Έμενα όμως με υποδεχόντουσαν στην τάξη με το «Καλώς τον ταχυδρόμο». Μ' άρεσε όμως! Τον ίδιο χρόνο τελείωσε η Κατοχή, κι οι Γερμανοί πήγαν «στον αγύριστο», όπως έλεγε η γιαγιά μου.
Το φουστάνι, μετά, ξεχάστηκε. Μιά μέρα όμως λέω: «θέλω να φορέσω τους "φακέλλους"» «΄Αστο, τώρα έχουμε ρούχα».
«Όχι, το θέλω». Το φόρεσα, κατέβηκα τα σκαλιά του σπιτιού κι άρχισα να περπατώ με καμάρι, έχοντας μπροστά μου μια αόρατη μπάντα, που έπαιζε το εμβατήριο «Η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει». «Παρήλασα» γύρω από το τετράγωνο του σπιτιού μου, γιατί ήμουν η μόνη μαθητριούλα τής Α' Δημοτικού που είχε κάνει αντίσταση κατά των Γερμανών φορώντας ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΟ ΑΓΓΛΙΚΟ ΣΑΚΚΑΚΙ!
Περιοδικό "O κόσμος της Ελληνίδος", Δεκέμβριος 2014
http://www.orthmad.gr
Μόλις κόπασε η φασαρία, βγήκε ο παππούς μου, είδε έναν τραυματισμένο και με κίνδυνο της ζωής του τον έσυρε άπ' τις μασχάλες στήν κλινική του. Τον έκρυψε στην ίματιοθήκη και απαγόρευσε την είσοδο σε όλους.
«Άγιο είχανε κι οι δυό», έλεγε με δάκρυα η γιαγιά μου. Δεν ξέρω για πόσο καιρό νοσηλεύτηκε εκεί- δυό μήνες ίσως; Τό σίγουρο είναι ότι κάποιο βράδυ φυγαδεύτηκε... Το γεγονός αυτό, που σαν παιδάκια δεν ξέραμε, επηρέασε την οικογένεια μας. Καί δείτε πως: Όταν το κλίμα της εποχής είχε βαρύνει και οι Γερμανοί εκτελούσαν αβέρτα, ακόμη και μικρά παιδιά, οι διαταγές ήταν αμείλικτες: "Οποιος κατέχει κάτι αγγλικό να το παραδώσει, ειδ' άλλως, «καπούτ»...
΄Ετσι ο παππούς μου φθάνει ένα βράδυ στο σπίτι μας μ' ένα δέμα τυλιγμένο σε εφημερίδες και λέει στη μαμά: «Νά' χεις την ευχή μου, κορούλα μου, πέταξε το αυτό στο ποτάμι, όταν κατεβάσει νερό, γιατί θα βρούμε μεγάλο μπελά με δαύτο». Ανοίγει η μητέρα μου το δέμα, και τι βλέπουμε; ένα σακκάκι αξιωματικού της αεροπορίας, και μάλιστα αγγλικό! Το ξέχασε ο 'Αγγλος στη ντουλάπα, πρέπει να το εξαφανίσουμε...Η μανούλα μου συφοριάστηκε, όπως λέμε στην Καλαμάτα. Αλλά είχε μπεί ήδη στον χορό...
Το ποτάμι μας, ο Νέδων, περνούσε άπ' τό κέντρο της πόλης, και η μάντρα πούυτο χώριζε άπ' το σπίτι μας ήταν πολύ κοντά. Έτσι εγώ πήρα τό σκαμνάκι μου στο μπαλκόνι, εγκαταστάθηκα και περίμενα να κατέβει τό νερό. Και να' χεΐς καί τους γονείς να σε φωνάζουνε: «΄Ελα μέσα, θά πουντιάσεις».
«Βίνα, έλα, σε θέλω». Και τι βλέπω; Η μάννα μου να κρατάει μια μεζούρα, και άρχισε να μετράει το ύψος, την πλάτη, όπως οι μοδίστρες. Κλείστηκε στο δωμάτιο της, κι άκουγα μόνο τόν θόρυβο της ραπτομηχανής...
Την άλλη μέρα μπαίνει στο δωμάτιο μου περιχαρής: «Κοίτα τι σούφτιαξα!».΄Εμεινα ξερή. Βρέπου το ξέρω, που το ξέρω αυτό το φουστανάκι... «Είναι το σακκάκι», μου λέει χαμηλόφωνα, «είμαι σίγουρη ότι κανείς δεν θα το καταλάβει, θα στο έριχνα, βρε κουτό, εγώ;».
Αριστερά και δεξιά είχε βάλει δυο τσέπες σε σχήμα φακέλλου - ίσως για να καλύψει κάτι... Παρ' όλα αυτά, πήρα την... ηρωική απόφαση να το φορέσω στο σχολείο, και για ενίσχυση πήρα μαζί και τή μαμά μου, παρ' όλο που το σχολείο ήταν λίγα μόνο μέτρα από το σπίτι μας.
Κοιτάξτε όμως σύμπτωση! Δεν είχαμε κάνει δύο βήματα, και νάσου μπροστά μας μια γερμανική περίπολος! Που βρήκε τόση ψυχραιμία η μαμά μου, απορώ: «Ψηλά το κεφάλι, Βίνα, και κάνε την αδιάφορη!».
Οι δύο... αδιάφορες, μάννα και κόρη, φτάσαμε στο σχολείο, αλλά το βαρύ βάδισμα των Γερμανών θα μου μείνει αξέχαστο. ' Ασε πού τραγουδάγανε κι από πάνω: «'Ολαρία όλαρά...».
Ανέβηκα λαχανιασμένη τα σκαλοπάτια και χώθηκα βιαστικά στο θρανίο μου. Νόμιζα ότι όλοι οι Γερμανοί του κόσμου με κυνηγούσανε λόγω του σακκακιού! Aπ' τις συμμαθήτριές μου όμως πήρα κουράγιο: «Τι ωραίο φουστάνι, με γειά σου!». «Αμήν, Παναγίτσα μου», έλεγα από μέσα μου.
Τήν άλλη μέρα τρεις-τέσσερις μαμάδες ήρθαν να ξεσηκώσουν το σχέδιο του φουστανιού με τους φακέλλους.Έτσι η μαμά μου, χωρίς να το θέλει, λανσάρισε μόδα...Έμενα όμως με υποδεχόντουσαν στην τάξη με το «Καλώς τον ταχυδρόμο». Μ' άρεσε όμως! Τον ίδιο χρόνο τελείωσε η Κατοχή, κι οι Γερμανοί πήγαν «στον αγύριστο», όπως έλεγε η γιαγιά μου.
Το φουστάνι, μετά, ξεχάστηκε. Μιά μέρα όμως λέω: «θέλω να φορέσω τους "φακέλλους"» «΄Αστο, τώρα έχουμε ρούχα».
«Όχι, το θέλω». Το φόρεσα, κατέβηκα τα σκαλιά του σπιτιού κι άρχισα να περπατώ με καμάρι, έχοντας μπροστά μου μια αόρατη μπάντα, που έπαιζε το εμβατήριο «Η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει». «Παρήλασα» γύρω από το τετράγωνο του σπιτιού μου, γιατί ήμουν η μόνη μαθητριούλα τής Α' Δημοτικού που είχε κάνει αντίσταση κατά των Γερμανών φορώντας ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΟ ΑΓΓΛΙΚΟ ΣΑΚΚΑΚΙ!
Περιοδικό "O κόσμος της Ελληνίδος", Δεκέμβριος 2014
http://www.orthmad.gr