Μία ιστορία για πειρατές στο Αιγαίο...

Καθημερινά πνευματικά μηνύματα.

Συντονιστής: Συντονιστές

Απάντηση
NIKOSZ
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 6135
Εγγραφή: Τετ Οκτ 04, 2006 5:00 am
Τοποθεσία: Αθηνα

Μία ιστορία για πειρατές στο Αιγαίο...

Δημοσίευση από NIKOSZ »

Η θεία Αλεξάνδρα καταγόταν από τον Ξυλοσύρτη της Ικαρίας, ένα χωριουδάκι δυτικά του Αγίου Κηρύκου, που είναι χτισμένο στην πλαγιά ενός απότομου λόφου, ο οποίος κατηφορίζει προς τη θάλασσα καταλήγοντας σε γκρεμό γύρω στα 10 μέτρα ύψος, ώστε για να κατεβείς στη θάλασσα πρέπει να κατέβεις αρκετά σκαλοπάτια μέχρι να φτάσεις στο μικρό μώλο όπου δένουν μερικές ψαρόβαρκες η καμιά τράτα. Φαίνεται ότι παλιότερα στο πάνω μέρος του λόφου υπήρχε δάσος. Πιθανολογείται ότι οι υλοτόμοι έκοβαν τα δέντρα, τα ελευθέρωναν από τα πολλά κλαδιά και τα έσπρωχναν να κατρακυλήσουν στην πλαγιά του λόφου ώστε να φτάσουν μέχρι τη θάλασσα όπου τα έδεναν με σχοινιά και τα τραβούσαν τα καΐκια για να αξιοποιηθούν κατάλληλα σε αρσανάδες (μικρά ναυπηγεία) και οικοδομές. Κάθε φορά που πηγαίναμε να δούμε τη θεία Αλεξάνδρα, στο μικρό σπιτάκι της πάνω στο ύψωμα που αγνάντευε τη θάλασσα, μαζί με τα τραταρίσματα και το γλυκό του κουταλιού από ντόπια καΐσια βερίκοκα συνήθως, μας έλεγε και κάποια ιστορία του παλιού καιρού, που ίσως είχε ακούσει από τους γεροντότερους, η από την ψυχομάνα της, τη γυναίκα του περίφημου γιατρού Μαλαχιά, ο οποίος ήταν από τους πρωτεργάτες της απελευθέρωσης της Ικαρίας από τους Τούρκους το 1912. Μία από αυτές τις ιστορίες μου μένει αξέχασταση και ήταν κάπως έτσι:

«... Λοιπόν τον καιρό που οι πειρατές αλώνιζαν το Αιγαίο (πιθανώς γύρω στο 17ο αιώνα) και είχαν γίνει ο φόβος και ο τρόμος των νησιωτών, για να γλιτώνουν οι χωριανοί όριζαν μερικούς βιγλάτορες η φύλακες οι οποίοι αναλάμβαναν να επιτηρούν τη θάλασσα για την εμφάνιση πειρατικών πλοίων. Μόλις παρατηρούσαν από μακριά κάποιο πλεούμενο που έμοιαζε πειρατικό, αμέσως ειδοποιούσαν τη Δημογεροντία, τον ιερέα και τους συγχωριανούς ώστε να τρέξουν για να σωθούν. Είχε προγραμματιστεί ώστε σε τέτοιες περιπτώσεις όλοι παρατούσαν ο,τι ασχολία είχαν κι έτρεχαν στην εκκλησία του χωριού. Εκεί ο ιερέας και ο ψάλτης άρχιζαν να ψάλλουν. Αντί όμως να ψάλλουν κάποια ακολουθία έψελναν οδηγίες προς τους ενορίτες σχετικώς με το πως να διαφύγουν στο Καταφύγιο, που ήταν μια σπηλιά πέρα στην πλαγιά του διπλανού βουνού. Οι ψαλμωδίες τους έλεγαν πως να περάσουν κάτω από την άγια τράπεζα, να σπρώξουν μια μαρμάρινη συρταρωτή πλάκα από κάτω και να κατέβουν στην καταπακτή που υπήρχε εκεί, ανάβοντας ο καθένας κι ένα κερί για να βλέπει.

Στη συνέχεια ακολουθώντας μια κρυφή διέξοδο διαφυγής, σαν τούνελ, μετά από κάμποσο περπάτημα θα έφθαναν στο Καταφύγγι που ήταν μια σπηλιά μέσα στο βράχο. Εκεί θα περίμεναν υπομονετικά και χωρίς πολλές συζητήσεις μέχρι να πάρουν το σύνθημα από τους βιγλάτορες, που κρυβόταν γύρω από τη σπηλιά, που θα τους ειδοποιούσε ότι οι πειρατές έφυγαν και ήταν ασφαλές να βγουν από την κρυψώνα τους, οπότε σιγά σιγά και με προφυλάξεις θα επέστρεφαν στο χωριό. Συνήθως έπαιρναν μαζί τους λίγο νερό και μερικά παξιμάδια, ιδίως για τα παιδιά ώστε να μην κλαίνε.

Εκείνη την ημέρα... ενώ ο παπάς και ο ψάλτης έψελναν τις οδηγίες, ένας ένας οι ενορίτες τρύπωναν στην καταπακτή και εξαφανιζόταν μέσα στη σήραγγα. Τελευταίοι μπήκαν ο ψάλτης και ο παπάς ψάλλοντας μέχρι να τραβήξουν την πλάκα πάνω τους ώστε να μη φαίνεται τίποτε.

Στο μεταξύ οι πειρατές φθάσανε έξω από την εκκλησιά, αλλά ακούγοντας τις ψαλμωδίες δεν παραβίασαν αμέσως τη θύρα της εκκλησίας για κάποιο δικό τους λόγο. Όταν τελείωσαν οι ψαλμωδίες μπήκαν μες στην εκκλησία, έψαξαν παντού για κανένα κρυψώνα και δεν βρήκαν τίποτε. Απόρησαν και με κάποιο κρυφό φόβο άρπαξαν ότι πολύτιμο μπορούσαν και ξεχύθηκαν στα σπίτια αρπάζοντας ότι βρήκαν μαζί με τρόφιμα και ότι κοτόπουλα, πάπιες η αιγοπρόβατα μπόρεσαν και τα κουβάλησαν στο πλοίο τους βρίζοντας και βλασφημώντας που δε βρήκαν να πιάσουν σκλάβους για να τους πουλήσουν στα σκλαβοπάζαρα της ανατολής και της μπαρμπαριάς».

Στο σημείο αυτό, η θεία Αλεξάνδρα σηκώθηκε και σερβίρισε το τσάι του βουνού, το οποίο αγαπούσε ιδιαίτερα. Συγχρόνως, ψιθύριζε και το τροπάριο: «Σταυρός ο φύλαξ, πάσης της οικουμένης, Σταυρός η ωραιότης της εκκλησίας, Σταυρός βασιλέων το κραταίωμα, Σταυρός πιστών το στήριγμα, Σταυρός αγγέλων η δόξα και των δαιμόνων το τραύμα». Παλαιότερα, βοηθούσε τον ψάλτη στην εκκλησία, μας είπε.


(Περιοδικό «Τα νειάτα»)

Δημήτρης Πρασιώτης
Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον με τον αμαρτωλό
Απάντηση

Επιστροφή στο “Πνευματικά Μηνύματα”